Supreme Court overturns lower court verdict for insufficient fault reasoning in traffic accident case involving pedestrian and motorcyclist.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court overturned the First Instance Court's decision due to inadequate reasoning regarding the pedestrian's fault in a traffic accident. The court found the lower judgment failed to logically connect the pedestrian's actions to the accident, specifically regarding visibility and reaction time. Consequently, the case was remanded for retrial with a different judge to properly address the liability issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 76/1911, Articles 297-300, 330(b), 914, 932 of the Civil Code; In traffic accidents involving multiple vehicles, liability requires unlawful, causative conduct, damage, and a causal link, where negligence exists when required diligence is not exercised.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 881 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 881/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. του Π., κατοίκου ... και 4) α. Γ. Σ. του Κ. και β. Ζ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ο υπό στοιχ. 4α Γ. Σ. του Κ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Κ. Σ. και Δ. Θ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο διά πληρεξουσίου και β) διορθώνει στη σελίδα 5 παρ. 2 της αίτησης αναίρεσης το γραφικό σφάλμα που αναφέρεται στον αριθμό του ΚΟΚ, και δη τον εσφαλμένο αριθμό και έτος του σχετικού νόμου "2094/1992" στον ορθό αριθμό και έτος του νόμου "2696/1999".
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2011 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4075/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2533/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 29-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου τμήματος του πρώτου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή του δεύτερου τμήματος αυτού, καθώς και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης υπό την αίρεση της παραδοχής της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το Δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της υπαιτιότητας της θανούσας πεζής, συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και του οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου: "...Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στην συμβολή των ανωτέρω οδών, είδε ότι ο φωτεινός σηματοδότης για την κατεύθυνσή του έδειχνε πράσινο σταθερό φως γι' αυτό και συνέχισε την προς τα εμπρός κίνησή του, επί της αριστερής σε σχέση με την κατεύθυνσή του λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 70 χλμ.
την ώρα. Την στιγμή δε που πραγματοποιούσε την διέλευση από τη διασταύρωση και ενώ βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από την διάβαση των πεζών εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα η ηλικίας 74 ετών Ζ. Σ., συγγενής των εναγόντων επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της λεωφόρου Μεσογείων από το δεξιό πεζοδρόμιο αυτής προς την ανωτέρω νησίδα, κινούμενη με γρήγορο βηματισμό εντός των διαβάσεων πεζών, την στιγμή όμως που ο φωτεινός σηματοδότης της είχε ένδειξη ερυθρού χρώματος για τους πεζούς.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς της πεζής ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας να μην μπορέσει να διακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας του ή να εκτελέσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό με συνέπεια να παρασύρει την πεζή με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του ενώ αυτή (πεζή) βρίσκονταν σε απόσταση 1,5 μ.
περίπου από την νησίδα και να την τραυματίσει θανάσιμα. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσης πεζής. Η αμέλειά της συνίσταται στο ότι, παρόλο που στην διάβαση πεζών την οποία επρόκειτο να χρησιμοποιήσει υπήρχε φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος έδειχνε για τους πεζούς κόκκινο φώς, δεν συμμορφώθηκε προς το σήμα του αυτό αλλά επιχείρησε να διασχίσει την διάβαση, κατά παράβαση των άρθρων 7 παρ. 1β και 38 παρ. 4β του Κ.Ο.Κ. (ν. 2094/92), με γρήγορο βηματισμό, χωρίς να ελέγξει ή υπολογίζοντας εσφαλμένα την απόσταση και την ταχύτητα της επερχόμενης, σε μικρή απόσταση (30 περίπου μέτρων) της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία της, να χτυπηθεί από αυτήν με το εμπρόσθιο μέρος της, να τραυματιστεί και να επέλθει εξαιτίας του τραυματισμού της ο θάνατός της.
Περιστατικά που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα και του πρώτου εναγόμενου οδηγού της μοτοσικλέτας για το ατύχημα αυτό δεν προκύπτουν από τις αποδείξεις, αφού εκινείτο κανονικά και με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 70 χλμ. την ώρα και την στιγμή που πλησίαζε προς τη διασταύρωση όπου έλαβε χώρα το ατύχημα ο φωτεινός σηματοδότης για την κατεύθυνσή του έδειχνε πράσινο σταθερό φως.
Επίσης δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά γιατί δεν είχε, λόγω της μικρής απόστασης από την πεζή θανούσα, όταν κινήθηκε με γρήγορο βηματισμό, να διασχίσει την διάβαση, τα προς τούτο χρονικά κα\ τοπικά περιθώρια. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας έσφαλε και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος ν.π.ι.δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο" να γίνει δεκτός ως βάσιμος και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη...".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στην από 2.9.2013 έφεση του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες, κρίνοντας (το Εφετείο) την θανατωθείσα πεζή, συγγενή των αναιρεσειόντων αποκλειστική υπαίτια του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε κρίνει την θανούσα πεζή συνυπαίτια κατά ποσοστό 60% και τον οδηγό της ζημιογόνου μοτοσικλέτας συνυπαίτιο κατά ποσοστό 40%, αντιστοίχως, δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής και έλλειψης συνυπαιτιότητας του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και δεν δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας.
Επομένως το πρώτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι βάσιμο και πρέπει να γίνει δεκτό.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και ανεπαρκείς αιτιολογίες το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ως άνω άρθρων του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα: 1) Δεν διευκρινίζεται στην απόφαση από πόση απόσταση ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή, που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα και είχε διανύσει τις δύο και πλέον από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και απέμεινε απόσταση 1,5 μέτρου από την διαχωριστική νησίδα της λεωφόρου Μεσογείων, λαμβανομένου υπόψη ότι το ατύχημα συνέβη στις 29.8.2010 και ώρα 6.30' και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια.
Η διατύπωση της απόφασης ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά γιατί δεν είχε τα προς τούτο τοπικά και χρονικά περιθώρια, δεν κρίνεται σαφής και αρκετή για τη θεμελίωση αποκλειστικής αμέλειας στο πρόσωπο της θανούσης πεζής, 2) ενώ δέχεται ότι η πεζή αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα σε μικρή απόσταση 30 περίπου μέτρων, ότι από την διαχωριστική νησίδα απέμεινε απόσταση 1,5 μέτρων από το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος 10,5 μ.
και ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια δεν αιτιολογεί γιατί ο οδηγός δεν αντιλήφθηκε την πεζή σε αντίστοιχη απόσταση και αν μ' αυτές τις συνθήκες ορατότητας ο τελευταίος θα μπορούσε έγκαιρα να ενεργήσει τροχοπέδηση για την αποφυγή του ατυχήματος και 3) δεν εξειδικεύεται η ταχύτητα με την οποία κινούνταν η ζημιογόνα μοτοσικλέτα αλλά εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκινείτο κανονικά με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 70 χλμ/ώρα.
Επομένως το δεύτερο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι βάσιμο και πρέπει να γίνει δεκτό. Μετά από αυτά πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, συναναιρούμενου κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ και του κεφαλαίου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, το οποίο συνέχεται αναγκαίως με τα αναιρούμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 493/ 2011, ΑΠ 1683/2008) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολό της την 2533/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο Εφέτη.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ