Supreme Court dismisses appeal on interest claims due to failure to prove specific payment or demand dates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding interest claims. The appellant failed to prove a specific date for payment or a formal demand, which are required to calculate interest from the date of the lawsuit. Consequently, the Court upheld the lower court's ruling that interest should run only from the date the lawsuit was served.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, paragraphs 11 and 19 of the Code of Civil Procedure; Interest on claims requires proof of a specific date of payment or demand, and without such evidence, the court cannot establish the starting point for interest calculation prior to the service of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 881 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναίρεση. Τόκοι. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σχετικά με επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής λόγω μη αποδείξεως δήλης ημέρας πληρωμής ή προγενέστερης της επιδόσεως όχλησης Επικυρώνει Εφ.Κρ. 102/2010.
Αριθμός 881/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφαλιακό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης και εκείνων που προηγήθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την από 12-1-2005 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως εξής: "Στις 3-5-1995 και με επίσπευση της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης εξετέθη σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ένα ακίνητό μου κείμενο στα Μάλλια Ηρακλείου (...).
Τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε το ποσό των 20.000.000 δρχ. Κατά το στάδιο της προδικασίας του πλειστηριασμού ο εναγόμενος ήλθε, μέσω μεσιτικού γραφείου, σε επικοινωνία με εμένα και τον σύζυγό μου Δ. Μ. και κατόπιν διαπραγματεύσεων, λαβουσών χώρα στο Ηράκλειο και στα Μάλλια, υποσχέθηκε ότι στη(ν) περίπτωση κατά την οποία αυτός θα αποκτούσε το υπό πλειστηριασμό ακίνητό μου στη(ν) τιμή της πρώτης προσφοράς, θα μοιραζόμαστε την διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της κατά το πρόγραμμα τοιαύτης των 40.000.000 δρχ.
έχοντας αναγνωρίσει ότι η αξία του ακινήτου υπερέβαινε τα 65.000.000 δρχ. Πράγματι στον πλειστηριασμό μετέσχε ο εναγόμενος και ανεδείχθη μόνος υπερθεμαστής προσενεγκών το ποσό των 20.010.000 δρχ. Με γραπτή δήλωση που απηύθυνε σε μένα μετά τον πλειστηριασμό υποσχέθηκε να εκπληρώσει την παροχή του μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του παραπάνω πλειστηριασμού και εκδικάσεως αυτών, αποστέλλοντας στη(ν) κατοικία μου ποσό 10.000.000 δρχ.
Όμως αν και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία υποβολής και εκδίκασης ενστάσεων, απέκτησε δε ο εναγόμενος το ακίνητο διά της μεταγραφής της οικείας κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Χερσονήσου Πολυτίμης Πρίφτη, δεν έχει εκπληρώσει την υπόσχεση του αν και παρήλθε ολόκληρο το συνήθως απαιτούμενο εξάμηνο από του πλειστηριασμού, μετά το οποίο εγώ επανειλημμένως όχλησα τούτον προσωπικώς, διά του συζύγου μου και του μεσίτου κ.
Γ. να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Επομένως μη στέργοντος του εναγομένου στη(ν) πληρωμή του προς εμένα χρέους, ισουμένου ήδη προς 29.347 ευρώ, πρέπει να υποχρεωθεί εις αυτήν δικαστικώς.
Για τους λόγους αυτούς - Ζητώ - Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου πληρώσει το ποσό των 29.347 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-1-96, άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως. Η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, με την υπ' αριθμ. 1687/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ'αριθμ. 505/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, μετά δε την εκ νέου εκδίκασή της από το ίδιο Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 26.412 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα πληρωμής του συμφωνηθέντος ως ανωτέρω ποσού, ούτε προηγούμενη όχληση για την καταβολή του. Ως προς τις τελευταίες αυτές παραδοχές της (κεφάλαιο τοκοδοσίας) προσβάλλει ήδη η αναιρεσείουσα την ανωτέρω απόφαση με την κρινόμενη αίτησή της, και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου της αναιρεσείουσας έγινε την 3-5-1995 και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο έναντι εκπλειστηριάσματος 20.010.000 δραχμών, ο οποίος και έγινε κύριος του ακινήτου με την μεταγραφή της σχετικής περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, που έλαβε χώραν την 9-5-1995, δέχθηκε εν συνεχεία και ειδικότερα ως προς το ενδιαφέρον εδώ ζήτημα της επιδίκασης τόκων τα εξής, ήτοι "Κατά τον ίδιο (του πλειστηριασμού) χρόνο ο τελευταίος (εναγόμενος) συμφώνησε με την ενάγουσα ότι τελικά θα της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών, εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού και σε περίπτωση υποβολής τους μετά την εκδίκαση αυτών (...).
Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εναγόμενος κατέβαλε (στον μεσίτη Μιχ. Γ.) την 24-7-1995 ποσό ύψους 1.000.000 για λογαριασμό της ενάγουσας, αιτία για την οποία η τελευταία περιόρισε το αγωγικό αίτημά της (...). Παράλληλα ο εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα την από 9-5-1995 επιστολή - δήλωση, με την οποία δηλώνει επί λέξει τα εξής: "Δηλώνω διά της παρούσης μου επιστολής ότι τα συμφωνηθέντα που αφορούν το πλειστηριασθέν ακίνητο στη θέση Παναγιά Μαλίων ισχύουν μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του πλειστηριασμού (...) και μετά την απόφαση εκδίκασης τυχόν ενστάσεων (...)".
Ωστόσο, μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού ο εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό ύψους 9.000.000 δραχμών, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της (...). Κατόπιν αυτών η ένδικη αγωγή (...) πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 26.412 ευρώ (9.000.000 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα καταβολής του πιο πάνω ποσού ή όχληση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο σε προηγούμενο χρόνο".
Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο δεν δέχεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων δήλη ημέρα πληρωμής του ένδικου χρέους ούτε ότι εχώρησε όχληση σε συγκεκριμένο χρόνο εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για την πληρωμή του χρέους, ώστε να γεννάται η κατά τα άρθρα 341, 340 και 345 του ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων, από την δήλη ημέρα ή την όχληση, αντίστοιχα.
Ειδικότερα α) η παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος συμφώνησε με την ενάγουσα ότι θα της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών "εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού και σε περίπτωση υποβολής τους μετά την εκδίκαση αυτών" και ότι με την προρρηθείσα επιστολή του δήλωσε στην ενάγουσα ότι τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ισχύουν "μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του πλειστηριασμού" δεν περιέχει και παραδοχή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένη (δήλη) ημέρα καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού και δη η επομένη της λήξεως της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού με ανακοπή, που κατά το άρθρο 934 παρ. 1γ' και 2 του ΚΠολΔ προκειμένου για ακίνητα είναι ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ή κάποια άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία.
Τέτοια άλλωστε δήλη ημέρα πληρωμής δεν επικαλείται σαφώς και ορισμένως η αναιρεσείουσα στην αγωγή της, όπως τούτο προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, όπου αναφέρεται σχετικώς και ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του (περί καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού) "αν και παρήλθε ολόκληρο το συνήθως απαιτούμενο εξάμηνο από του πλειστηριασμού" και με την οποία (αγωγή) ζητούνται τόκοι όχι από τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας των ενενήντα ημερών (9-8-1995), αλλά από την 1-1-1996, κατά πολύ μεταγενέστερη της προηγούμενης.
Και β) από την επίσης παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος μετά την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 1.000.000 δραχμών αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτήν το υπόλοιπο ποσό των 9.000.000 δραχμών "παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της" δεν προκύπτει και παραδοχή για συγκεκριμένον χρόνο οχλήσεως, που θα ήταν άλλωστε αυθαίρετος, αφού ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται κάποιον συγκεκριμένο χρόνο οχλήσεως στην αγωγή της, όπου αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, αορίστως ότι μετά την παρέλευση του μνημονευόμενου ως άνω εξαμήνου επανειλημμένως όχλησε τον εναγόμενο να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.
Οι παραδοχές επομένως αυτές του Εφετείου δεν αντιφάσκουν προς τις εν συνεχεία παραδοχές του ότι "δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα καταβολής του πιο πάνω ποσού ή όχληση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο σε προηγούμενο (της επιδόσεως της αγωγής) χρόνο", βάσει των οποίων και επιδίκασε τόκους από την επίδοση της αγωγής, κατά το επικουρικό της αίτημα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτον και δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα.
Τέλος, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως δήλης ημέρας πληρωμής ή (και) οχλήσεως έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα της αναιρεσείουσας Χ. Α., καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις των Δ.
Μ. και Μ. Γ., τις οποίες και ειδικώς μνημονεύει το Εφετείο, όπως έλαβε υπόψη και τους περιεχόμενους στις προτάσεις του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ισχυρισμούς του τελευταίου με τους οποίους ομολογεί μεν, τις προαναφερθείσες συμφωνίες των διαδίκων, όχι όμως και συμφωνία για δήλη ημέρα πληρωμής ή συγκεκριμένη όχληση για την καταβολή του χρέους.
Επομένως και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, είναι επίσης αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2010 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 182/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ