Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of distributor's damages claim due to misapplication of contract law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the distributor's claim for damages upon contract termination. The distributor argued that the appellate court erred by strictly distinguishing between exclusive agency and distribution contracts despite their substantive similarities and identical profit structures. The court found this distinction legally flawed, ruling that the appellate court incorrectly failed to apply relevant provisions of the Civil Code and Commercial Code by analogy to the distribution contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court violates substantive law when it fails to apply relevant provisions by analogy to a contract where the substantive elements resemble those of a different contract type, thereby unjustifiably denying a claim for damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 881 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 881/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της υπό εκκαθάριση τελούσας Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη πόλη της ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μαρίνο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "MICROMEDIA A.E ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", με έδρα την ... αργότερα MICROMEDIA ΜΠΡΙΤΑΝΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ με έδρα τον ... και ήδη μετονομασθείσα σε "ELEPHANT ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με την ίδια ως άνω έδρα νομίμως εκπροσωπουμένης και ήδη απορροφηθείσα δια συγχωνεύσεως από την ανώνυμη εταιρία "ΡΑΔΙΟ ...- ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ηλία Δημητρίου και Λάμπρο Ροϊλό, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2253/1992 προδικαστική, 9650/1998 μη οριστική, 5329/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3827/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου (κατά το ένα μέρος του), δεύτερου και έκτου λόγων της από 14.2.2005 αιτήσεως αναιρέσεως (όπως παραδεκτά συμπληρώνονται κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ με την παρούσα εισήγηση), την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3827/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Παραβίαση ελεγχόμενη από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 της ΚΠολΔ 559 λαμβάνει χώρα και επί παραλείψεως επιβαλλόμενης ανάλογης εφαρμογής του κανόνα και αντιστρόφως, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν καταφεύγει σε νόμω επιτρεπτή ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, γεγονός που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή προσήκοντος κανόνα δικαίου (ΑΠ 53/2007, 212/2006, 139/2006).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1468/2005, 431/2005, 887/1974).
Ενόψει αυτών, ελεγχόμενη παραβίαση από τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, λαμβάνει χώρα και όταν το ουσιαστικό Δικαστήριο παραλείπει να εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος σε έννομη σχέση, ευθέως ή αναλογικά, μετά το νομικό χαρακτηρισμό της κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον στον οποίο είχε προβεί ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ως αποδειχθέντα το ουσιαστικό Δικαστήριο, αλλά και για τα οποία τάχθηκε η προσήκουσα απόδειξη, περιλαμβάνονταν, παρά τον δοθέντα διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, στη συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση, η οποία, τόσο με το νομικό χαρακτηρισμό στον οποίο έχει προβεί ο ενάγων με την αγωγή του, όσο και με εκείνο στον οποίον αυτεπάγγελτα στη συνέχεια προβαίνει το Δικαστήριο, δικαιολογεί ως έννομη συνέπεια, και στις δύο περιπτώσεις με την προσήκουσα υπαγωγή στον ίδιο κανόνα δικαίου, εκείνη που αναφέρεται στο αγωγικό αίτημα.
Περαιτέρω, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η σύμβαση, με την οποία τρίτος που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής [προμήθειας], σε μόνιμη βάση [για ορισμένο ή αόριστο χρόνο], με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Έτσι, βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: [1] ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, [2] η σταθερότητα της σχέσης, [3] η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, [4] η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου [οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων], και [5] η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε, ούτε σταθερά ούτε ασφαλή.
Η σύμβαση αυτή ήδη ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/91 "περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", όπως ισχύει μετά τα π.δ. 249/93, 88/94 και 312/95. Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, ενώ για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται οι διατάξεις του από την 1.1.94 [άρθρο 11], υπό την έννοια προφανώς ότι οι συμβάσεις αυτές θα εξακολουθούν να λειτουργούν και μετά την ημερομηνία αυτή.
Διαφορετικά, εφόσον έχουν λήξει, από έλλειψη ειδικών διατάξεων στον ΕμπΝ, εφαρμόζονται, ενόψει του ότι οι συμβάσεις αυτές ταυτίζονται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία τους με τη σχέση της παραγγελίας, οι διατάξεις του άρθρου 90 του ΕμπΝ που διέπουν την τελευταία, οι οποίες συμπληρώνονται κατά τα άρθρα 91 ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ, από τις περί εντολής διατάξεις (ΑΠ 53/2007, 212/2006, 139/2006, 312/1991, 887/1974).
Ειδικότερα, στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ' αναλογία, και οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ. Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίσταται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Ως ανάκληση της εντολής, κατά την έννοια του άνω άρθρου 724 ΑΚ, πρέπει να θεωρηθεί και η διεξαγωγή της υποθέσεως από τον ίδιο τον εντολέα. Συμβατικός περιορισμός ή και αποκλεισμός του δικαιώματος ανακλήσεως είναι δυνατός, κατά το εδ. 2 του άνω άρθρου 724 ΑΚ, μόνον όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου.
Συνάγεται δε ότι συντρέχει περίπτωση παραιτήσεως, όταν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε η ανάκληση, παρά την αντίθετη συμφωνία, γεννά υπέρ του εντολοδόχου αξίωση αποζημιώσεως, εκτός αν στηρίζεται σε [αποδεικνυόμενο κατ' ένσταση από τον εντολέα] σπουδαίο λόγο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 725 ΑΚ, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας.
Η καταγγελία δε στερεί στον εντολοδόχο το δικαίωμα αποζημίωσης [ΑΚ 723] αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση της εντολής έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, οπότε γενικά υπέρ του εντολοδόχου αξίωση αποζημίωσης θετικής και αποθετικής (ΑΠ 887/1974).
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείει μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, που έληξε πριν από την 1.1.1994, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΑΚ 3), που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά, υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. (ΑΠ 53/2007, 216/2006, 139/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει τα ακόλουθα:
Α) Με την από 23-10-1991 αγωγή η εκκαλούσα - εφεσίβλητη -ενάγουσα, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", ισχυρίστηκε ότι με το από 8-5-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό προέβη στην κατάρτιση με την εφεσίβλητη - εκκαλούσα - εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MICROMEDIA Α.Ε. ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" σύμβασης, δυνάμει της οποίας αυτή ανέλαβε, για το από 15-5-1990 μέχρι 14-5-1992 χρονικό διάστημα, την αντιπροσώπευση της δεύτερης στην περιοχή του Νομού ...
για την διάθεση των προϊόντων (ταμειακές μηχανές και calculators) της εταιρείας SHARP, της οποίας η τελευταία ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος, αντί προμηθείας 30% επί των αναγραφομένων στους τιμοκαταλόγους τιμών των προϊόντων, που αυτή (ενάγουσα) θα διέθετε. Επικαλούμενη, περαιτέρω, άκαιρη και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της παραπάνω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας από την εναγομένη -εκκαλούσα - εφεσίβλητη ζήτησε, μετά τον παραδεκτό, κατ' αίτημα, περιορισμό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας στην προς αυτήν, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, καταβολή του ποσού των 23.600.000 δρχ., από το οποίο να υποχρεωθεί να της καταβάλλει αυτό των 5.000.000 δρχ., που αντιπροσωπεύει το διαφυγόν κέρδος, το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε κατά το από 15-5-1990 μέχρι 14-5-1992 (ημεροχρονολογία λήξης εμπορικής συνεργασίας) χρονικό διάστημα από την πώληση, ενόψει της γενομένης απ' αυτήν διαφήμισης, του κύκλου των επαγγελματικών της γνωριμιών και την τεχνική υποδομή της, 400 ταμειακών μηχανών προς 180.000 δρχ.
η κάθε μια και την απώλεια της αμοιβής για το service αυτών, ανερχόμενη στις 5.000 δρχ. για την κάθε μηχανή (400 Χ 180.000 Χ 30% + 400 Χ 500 =23.600.000).
Β) Με την υπ' αριθ. 2253/1992 πράξη και την υπ' αριθ. 9650/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διατάχθηκαν σε βάρος των αντιδίκων οι αναγκαίες αποδείξεις και ειδικότερα σε βάρος μεν της αναιρεσείουσας - ενάγουσας οι αφορώσες τη σύναψη της ένδικης σύμβασης και της έκτασης της ζημίας της, σε βάρος δε της αναιρεσίβλητης εναγομένης για την ύπαρξη του επικληθέντος σπουδαίου λόγου που δικαιολογούσε την πρόωρη λήξη της συμβατικής σχέσης με καταγγελία.
Γ) Επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 5329/2003 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 3821/2004 του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή με τις ακόλουθες επί της ουσίας αλλά και νομικές παραδοχές: "Στις 8-5-1990, μετά από διαπραγματεύσεις των νομίμων εκπροσώπων της εκκαλούσας - εφεσίβλητης-εναγομένης και του ομορρύθμου εταίρου της εφεσίβλητης - εκκαλούσας - ενάγουσας, Σωτ.
Μορφή, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτής, καταρτίστηκε, με το υπό την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση με τους παρακάτω όρους: "1) Η αντιπροσώπευση της Εταιρείας MICROMEDIA SHARP θα ισχύει για διάστημα δύο ετών (15.5.1990 - 14.5.1992). 2) ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Νήσος ... 3) ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΡΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗ ECR & POS / Calculators 4) ΠΟΣΟΤΗΣ ΚΑΤ' ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ ΟΡΟΝ A) ECR Για την περίοδο 15-5-1990 - 14-5-1992 Τεμάχια 200 και τζίρο δρχ. 24.400.000.
Β) Calculators Δρχ. 4.500.000 τζίρο. 5) ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η χρονική περίοδος για την αγορά των ανωτέρω προϊόντων καθορίζεται για δύο χρόνια, δηλαδή: 15-5-1990 - 14-5-1992. 6) ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ A) ECR & POS / Calculators 30% από την τιμή τιμοκαταλόγου και την δημιουργία και υποστήριξη δικτύου χονδρικής στην περίοδο της παραγράφου 2. Β) Αναλώσιμα 30% επί της τιμής τιμοκαταλόγου.
Γ) Ανταλλακτικά 30% επί της τιμής τιμοκαταλόγου. 7) ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Το σύνολο κάθε Τιμολογίου με επιταγές 30, 45 και 60 ημερών υπολογιζόμενες από την ημέρα έκδοσης του Τιμολογίου και αποδιδόμενες έως τρεις ημέρες από την έκδοσή του. 8) ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ Η παράδοση των μηχανημάτων, αναλωσίμων και ανταλλακτικών θα γίνεται σε κεντρικό πρακτορείο στην Αθήνα.
Τα εμπορεύματα ταξιδεύουν εξόδοις και ευθύνη του αντιπροσώπου.
9) SERVICE To service της περιοχής το αναλαμβάνει ο Αντιπρόσωπος: α) Εάν η μηχανή έχει πουληθεί με πλήρες service, ο αντιπρόσωπος χρεώνειι τον συγκεκριμένο πελάτη ανάλογα με την πολιτική τεχνικής κάλυψης της περιοχής του. β) Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να έχει ένα απόθεμα ανταλλακτικών, σε σχέση με προωθούμενα μοντέλα για άμεση υποστήριξη τυχόν προβλημάτων. 10) ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ Η Εταιρεία παρέχει την κάθε δυνατή υποστήριξη με εκπαιδεύσεις, παρουσιάσεις και επισκέψεις ειδικευμένου Μηχανικού, για ανάλυση δυνατοτήτων/εγκαταστάσεις σε ειδικές περιπτώσεις".
Με βάση τη συμφωνία αυτή, ερμηνευομένη, λόγω της ασαφούς διατυπώσεως της βουλήσεως των μερών αναφορικά με το χαρακτήρα της καταρτισθείσας σύμβασης ως τέτοιας εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής και του ανακύπτοντος εξ αυτής σχετικού κενού, σύμφωνα με τους επιβαλλόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κανόνες, δηλαδή χωρίς προσήλωση στις λέξεις, που χρησιμοποίησαν οι συμβαλλόμενοι και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, (ΑΠ 1129/00 Δνη 42.1330, ΑΠ 1580/95 Δνη 38.1119), η μεν πρώτη από τις παραπάνω εταιρείες ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί (προμηθεύει) κατ' αποκλειστικότητα στη δεύτερη για το 15-5-1990 μέχρι 14-5-1992 χρονικό διάστημα, φορολογικές ταμειακές μηχανές της εταιρείας SHARP καθώς και τα γι' αυτές απαιτούμενα αναλώσιμα και ανταλλακτικά της ίδιας εταιρείας, της οποίας η πρώτη ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, η δε δεύτερη να αγοράζει (βλ. 6° και 8° όρους) αποκλειστικά από την πρώτη, τα εν λόγω προϊόντα, τα οποία στη συνέχεια θα μεταπωλεί στη γεωγραφική περιοχή του νομού ... (βλ. 28 όρο), όπου ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό (βλ.
σχ. 7° και 8° όρους) και μαρτυρική κατάθεση του μαρτυρά της ...). Με την ίδια συμφωνία η ως άνω προμηθεύτρια ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί τα παραπάνω προϊόντα της στην εκκαλούσα - εφεσίβλητη - ενάγουσα, στην οποία παραχωρήθηκε επίσης και το service αυτών (προϊόντων) με έκπτωση 30% επί των αναγραφομένων στους σχετικούς τιμοκαταλόγους της τιμών (βλ. 7° όρο).
Η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε μέχρι τις αρχές Ιουλίου 1990, οπότε και λύθηκε λόγω καταγγελίας της από την προμηθεύτρία εφεσίβλητη -εκκαλούσα - εναγομένη. Με βάση τα παραπάνω, η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της διανομής, της οποίας αποδείχθηκε, από τη διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σχετική απόδειξη, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα αυτά α) της μεταπώλησης από την ως άνω διανομέα των, κατ' αποκλειστικότητα, αγοραζομένων από την εν λόγω προμηθεύτρια, προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό (διανομέα) και β) της μη λήψεως προμηθείας συγκεκριμένου ποσοστού επί των κατ' ιδίαν πωλήσεων από την εν λόγω διανομέα, η οποία αποσκοπούσε στην αποκόμιση κέρδους, συνισταμένου στη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης των προϊόντων από την ως άνω προμηθεύτρια προς αυτήν, όπως η τελευταία θα προέκυπτε μετά την συμφωνημένη έκπτωση ποσοστού 30% επί των τιμών των τιμοκαταλόγων της, και της τιμής μεταπώλησης των ιδίων προϊόντων από την εν λόγω διανομέα προς τρίτους πελάτες και όχι αυτόν της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως αβασίμως επικαλείται με την αγωγή της η εν λόγω διανομέας - ενάγουσα, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή θα ενεργούσε την πώληση των από την εναγομένη προμηθευομένων προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό της παραπάνω αντιπροσωπευομένης προμηθεύτριας, προϋπόθεση η οποία πρέπει απαραιτήτως να συντρέχει για τον χαρακτηριστικό μιας σύμβασης ως τέτοιας εμπορικής αντιπροσωπείας και η οποία διακρίνει αυτήν από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, ο διανομέας ενεργεί στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό.
Η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τον χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης ως τέτοιας αποκλειστικής διανομής στηρίζεται και στις καταθέσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας - εναγομένης ... και ..., οι οποίοι επιβεβαιώνουν τα παραπάνω, καταθέτοντας ο μεν πρώτος ότι "Με τη συμφωνία προεβλέπετο η πώληση προϊόντων της εναγομένης προς την ενάγουσα με απευθείας τιμολόγηση με έκπτωση 30% στις τιμές τιμοκαταλόγου.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα θα μεταπωλούσε τα προϊόντα αυτά σε τρίτους πελάτες. Το κέρδος της ενάγουσας συνίστατο στη διαφορά της τιμής αγοράς των προϊόντων από την εναγομένη και της τιμής που θα μεταπωλούσε η ίδια στους τρίτους. Δεν υπήρχε προμήθεια αντιπροσώπου", ο δε δεύτερος ότι "η πρακτική στις συναλλαγές της εναγομένης με τον Μόρφη ήταν να πουλάει η εναγομένη μηχανές απ' ευθείας στον Μόρφη και σε συνέχεια εκείνος να μεταπωλεί τις μηχανές αυτές στους πελάτες του.
Δεν πωλούσε η εναγομένη απ' ευθείας σε τρίτους πελάτες. Το κέρδος του Μόρφη στις συναλλαγές αυτές ήταν το κέρδος από την μεταπώληση και δεν ήταν ποσοστό προμήθειας". Οι εν λόγω καταθέσεις δεν αναιρούνται απ' αυτές των μαρτύρων της ενάγουσας ... και ... , αφού ο μεν πρώτος αναφέρει ότι "Δεν γνωρίζω αν τα προϊόντα της εταιρείας SHARP τα αγόραζε ο κ.
Χ από την εναγομένη για να τα μεταπωλήσει με δικά του τιμολόγια στην αγορά της ...", ο δε δεύτερος, καταθέτοντας ότι "Η σύμβαση προέβλεπε πώληση εκ μέρους της ενάγουσας ταμειακών μηχανών εμπορίας της εταιρείας. Δεν έχουμε να κάνουμε με σύμβαση πώλησης επί προμηθεία. Υποθέτω ότι τα τιμολόγια που έδινε η εναγόμενη στην ενάγουσα θα ήταν στο όνομα της ενάγουσας".
Προσεπιβεβαίωνε τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον δεν αποδείχθηκε η μεταξύ των διαδίκων κατάρτιση της από την εκκαλούσα - εφεσίβλητη - ενάγουσα επικαλούμενης συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αλλά αυτή της (μη επικαλούμενης) αποκλειστικής διανομής, η οποία στηρίζεται σε διαφορετική ιστορική αιτία, δηλαδή σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν προτάθηκαν και για τα οποία δεν τάχθηκε σχετική απόδειξη, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και οι δυο συμβάσεις διέπονται από τις ίδιες διατάξεις, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το π.δ. 219/91 δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας που καταρτίσθηκαν και έληξαν πριν από την ισχύ του παραπάνω π.δ/τος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι σπουδαίου, για τη γενομένη καταγγελία λόγου.
Το Δικαστήριο, αν στηριχθεί στα αποδειχθέντα περιστατικά που διαφέρουν ουσιωδώς από τα επικληθέντα με την αγωγή, αναγκαίως θα βασίσει την απόφασή του σε πράγματα μη επικληθέντα (βλ. και αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ). Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία, παρόλο που δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής διανομής και όχι εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως είχε επικαλεστεί η ενάγουσα, έκανε δεκτή την αγωγή, ως και ουσιαστικά αβάσιμη μετ' απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβληθείσας από την εκκαλούσα-εναγόμενη ένστασης περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους της καταγγελία της αγωγικής σύμβασης, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και πρέπει, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της έφεσης της ενάγουσας (αρ.
καταθ. 8131/03) να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης της εναγόμενης (αρ. καταθ. 8719/03), η τελευταία ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί αυτή (εκκαλουμένη), να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Το Εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρέπει νομικά να αναγνωρισθεί δικαίωμα αποζημίωσης για κάλυψη αποθετικής ζημίας στην αποκλειστική διανομέα αναιρεσείουσα, για τον λόγο ότι η ένδικη αγωγή της, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στηριζόταν σε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι διανομής, καίτοι, με αυτά που δέχθηκε επί της ουσίας, προκύπτει, αντικειμενικά, ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, μεταξύ της ένδικης (αγωγικής) σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας, με εκείνη της, κατά τη νομική αξιολόγηση του Εφετείου, της διανομής, και ομοιότητα, εν προκειμένω, της θέσης της αναιρεσείουσας διανομέως με εκείνη του αντιπροσώπου, ιδιαίτερα από το ότι γενικά η οικονομική θέση της διανομέως αναιρεσείουσας και τα οικονομικά της οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό της), από την ένταξή της στο δίκτυο διανομής της αναιρεσίβλητης, είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το διεκδικούμενο ποσοστιαίο κέρδος (30%) της αναιρεσείουσας στις συναλλαγές της με τρίτους, που στηρίζει και τις αγωγικές της αξιώσεις για αποθετική ζημία της, ήταν ταυτόσημο και στις δύο περιπτώσεις, αφού δηλαδή το κέρδος από τη μεταπώληση της διανομέως θα ήταν και ποσοστό προμήθειάς της με την ιδιότητα του αντιπροσώπου.
Εσφαλμένα, επομένως, στη συνέχεια το Εφετείο δεν εφάρμοσε αναλογικά στην επί μέρους σύμβαση αποκλειστικής διανομής, από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 713 επ. του ΑΚ, τις διατάξεις των άρθρων 288, 361, 91 ΕμπΝ και 713 επ. του ΑΚ, ανεξάρτητα από την προκληθείσα ζημία λόγω της καταγγελίας που θα προέκυπτε επί της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, και έτσι υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτήν πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που βάσιμα προβάλλεται με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος του, δεύτερο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, όπως παραδεκτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συμπληρώθηκαν με την εισήγηση.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3827/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ