Legislator Case Law & Legislation
881/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim raised for first time in retrial.

Case Number 881/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider evidence proving the deceased seller's incapacity, but the court found the appellate court had properly evaluated all submitted documents. Consequently, the court ruled that the new argument constituted an abuse of right and was inadmissible for the first time in the retrial proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 237(3), 269, 270(6), 520, 527 of the Code of Civil Procedure: An objection regarding the abuse of right in exercising a right, rejected by the first-instance court as inadmissible for the first time, may be raised in the appellate trial only if it is late or specific conditions under Article 269(2) are met.

Keywords

AI generated
abuse of right first time objection retrial proceedings appellate review procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 237(3), 269, 270(6), 520, 527 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 881 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 881/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Θεοδώρα Μονοχαρτζή..

Της αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ως μόνης (εκ διαθήκης) κληρονόμου του αποβιώσαντος την 1.8.2003 συζύγου της Ψ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Αναγνωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.2.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7308/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1365/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22.4.2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 180/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 4198/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.10.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 12.2.2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμίδα, ήδη προαχθέντος στον βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 3, 269, 270 παρ. 6, 520 και 527 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος, η οποία απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαραδέκτως προβληθείσα για πρώτη φορά με την προσθήκη στις προτάσεις του εναγομένου, μπορεί, σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από αυτόν, να επαναφερθεί στην έκκλητη δίκη με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως και μόνο εφόσον είναι οψιγενής ή συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στην παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου 269 προϋποθέσεις.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 26.2.2002 αγωγή του, ο ήδη αποβιώσας Ψ, εκπροσωπούμενος αρχικώς από τη δικαστική του συμπαραστάτρια Ψ1, σύζυγο και ήδη κληρονόμο του, και αναιρεσίβλητη, ισχυρίζετο ότι, με το νομίμως μεταγεγραμμένο .....

συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το εξ 954/1000 ιδανικό του μερίδιο ενός οικοπέδου επί της οδού .... αρ. ... της Γλυφάδας στον Χ (πρώτο των εναγομένων), ο οποίος εν συνεχεία, με το νομίμως μεταγεγραμμένο .... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κυριακής Λαουλάκου και αφού προηγουμένως είχε αποκτήσει με αγορά και τα υπόλοιπα 46/1000.

πώλησε και μετεβίβασε κατά κυριότητα ολόκληρο το οικόπεδο στους αναιρεσείοντες, καθώς και ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως του πρώτου συμβολαίου, λόγω πνευματικής νόσου (άνοιας), εστερείτο της χρήσεως του λογικού και δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, με συνέπεια η σχετική σύμβαση να είναι άκυρη. Βάσει δε του ιστορικού αυτού, ζητούσε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της άνω συμβάσεως και το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ειρημένου μεριδίου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες να του αποδώσουν το εν λόγω μερίδιο.

Προς απόκρουση της αγωγής, οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι με την από 25.9.2002 προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις τους ότι, βάσει των όσων κατέθεσαν ο μάρτυρας του ενάγοντος και η αναιρεσίβλητη, η τελευταία "εβούλετο" κάθε φορά αντί του πρώτου για πωλήσεις ακινήτων του, προέβαλαν με την ίδια προσθήκη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής έναντι αυτών, καθόσον α) δεν ήταν δυνατό να αξιωθεί η εκ μέρους τους έρευνα περί του αν ο Χ είχε συμφωνήσει και με την αναιρεσίβλητη για την προς αυτόν πώληση του άνω οικοπέδου, β) η αναιρεσίβλητη, έχουσα και την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν είχε μεριμνήσει για τη θέση του ενάγοντος συζύγου της υπό δικαστική συμπαράσταση και για την εκπροσώπησή του από την ίδια, γ) αμφότεροι (ενάγων και αναιρεσίβλητη) δεν είχαν μεριμνήσει για τον εφοδιασμό τους με κάποιο ιατρικό έγγραφο που να πιστοποιεί ότι ο ενάγων έπασχε από άνοια, δ) αν και η αναιρεσίβλητη όφειλε να επιτηρεί τον ενάγοντα, εντούτοις ο τελευταίος, εν γνώσει και χωρίς παρεμβολή της πρώτης, εκμίσθωσε ιδιόκτητο χώρο του στον Χ, ε) η ίδια όφειλε να επιτηρεί τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της και να είχε αποτρέψει τόσο την ανάρτηση πινακίδας με την ένδειξη "πωλείται" στο επίδικο οικόπεδο όσο και την πώληση αυτού προ της μεταβιβάσεώς του σε εκείνους (αναιρεσείοντες), στ) αυτοί (αναιρεσείοντες) βλάπτονται "υπερμέτρως και δυσαναλόγως" από την εκτεθείσα συμπεριφορά των αντιδίκων τους, αφού αγόρασαν καλοπίστως το οικόπεδο από τον Χ αντί συνολικού τιμήματος 1.012.546 ευρώ, ζ) λόγω της αντιδικίας το οικόπεδο παραμένει αναξιοποίητο επιχειρηματικώς και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) ζημιώνονται κάθε ημέρα και κινδυνεύουν να το απολέσουν, ενώ ο Χ αρνείται να επιστρέψει σ' αυτούς το τίμημα και η) η ζημία τους είναι προφανώς δυσανάλογη έναντι του οφέλους των αντιδίκων τους, οι οποίοι με την ανωτέρω συμπεριφορά τους παρέλειψαν από βαρειά αμέλεια να προασπίσουν εγκαίρως τα εκ των υστέρων προβαλλόμενα συμφέροντά τους.

Την ένσταση αυτή επανέφεραν στην έκκλητη δίκη με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου της εφέσεώς τους. Το εφετείο, δεχθέν ότι η εν λόγω ένσταση ορθώς κρίθηκε από το πρωτοδικείο απορριπτέα ως απαραδέκτως προβληθείσα για πρώτη φορά με την προσθήκη στις προτάσεις των αναιρεσειόντων, απέρριψε τον σχετικό (πέμπτο) λόγο εφέσεως.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, αφού, όπως συνάγεται από τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις, η προβολή ενστάσεως με την προσθήκη στις προτάσεις είναι ανεπίτρεπτη σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμη και αν είναι οψιγενής.

Επομένως, είναι αβάσιμος, ως προς την περί του αντιθέτου αιτίαση, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Με τον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι αγνόησε την ανωτέρω περί καταχρήσεως ένσταση, παρόλο που, ως οψιγενής, είχε επαναφερθεί παραδεκτώς με το εφετήριο.

Όμως, από μόνη την αναφορά των προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως προβληθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών καθίσταται πρόδηλο ότι αυτά (περιστατικά) είχαν επέλθει πριν από την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και άρα η ένσταση δεν ήταν οψιγενής. Με την εκδοχή της περιελεύσεως ορισμένων περιστατικών (δηλ.

των υπό στοιχεία α', β', γ', δ' και ε') σε γνώση των αναιρεσειόντων μετά την τελευταία στον πρώτο βαθμό συζήτηση, η τυχόν συνδρομή αυτών, έστω και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα περιστατικά (δηλ. τα υπό στοιχεία στ', ζ' και η'), δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την έναντι των αναιρεσειόντων άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος προς απόδοση του οικοπέδου, ενόψει κυρίως του ότι πρόκειται για περιστατικά συναρτώμενα με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και όχι του αρχικώς ενάγοντος.

Ο λόγος συνεπώς αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τη δεύτερη αιτίαση, διότι η θεμελίωσή του προϋποθέτει παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό παραδεκτό και νόμω βάσιμο.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 131 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν.2447/1996, η δικαιοπραξία, άρα και η περιεχόμενη σ' αυτή δήλωση βουλήσεως, είναι άκυρη και αν, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, ο δικαιοπρακτών ευρίσκετο σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεώς του, δηλαδή δεν του επέτρεπε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς, αλλ' ούτε και να εκτιμήσει τις συνέπειες και τη σημασία της δηλώσεώς του. Εξάλλου, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσεως και, ως εκ τούτου, είναι δεκτική προσβολής με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Εν προκειμένω, αναφορικώς με τη δικαιοπρακτική ανικανότητα του αρχικώς ενάγοντος Ψ και την εντεύθεν ακυρότητα της επίμαχης συμβάσεως, με την οποία αυτός πώλησε και μετεβίβασε κατά κυριότητα στον Χ τα 954/1000 αδιαιρέτως του ανωτέρω οικοπέδου, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως του σχετικού πωλητηρίου συμβολαίου (21.10.2001), ο Ψ, αποβιώσας την 1.8.2003, ευρίσκεται σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργίας της βουλήσεώς του, με συνέπεια τη σημαντική μείωση της ικανότητάς του για τον αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και για τη λειτουργία ολόκληρης της συνθέσεως των ψυχικών λειτουργιών του, καθόσον έπασχε από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο (γεροντική άνοια), σε βαθμό που δεν του επέτρεπε να προβεί σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως.

Για τη διαμόρφωση της εν λόγω κρίσεώς του το εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα: α) την από .... έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ...., β) την από .... βεβαίωση της νευρολογικής κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου υπογραφόμενη από τον καθηγητή ....., γ) το από ....

πιστοποιητικό του ίδιου νοσοκομείου υπογραφόμενο από τον καθηγητή ..., δ) την από ... γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου ...., ε) την από .... μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου του Ψ και στ) την εκ μέρους του επίκουρου καθηγητή ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ..... συνταχθείσα από .... έκθεση ψυχιατροδικαστικής γνωμοδοτήσεως επί εγγράφων αφορώντων τον Ψ.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ. Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητο κατά νόμο να παραθέσει στην απόφασή του αναλυτικώς και να αξιολογήσει διεξοδικώς το περιεχόμενο των από ...., ...

και ..... ιατρικών γνωματεύσεων των νευρολόγων - ψυχιάτρων ...., .... και ..... Και τούτο, διότι το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται σαφώς, ήτοι προκύπτουν από την εκτίμηση αυτή όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ. Η θεώρηση δε των εν λόγω γνωματεύσεων ως παρεχουσών αξιοπιστία ήσσονα εκείνης των ανωτέρω έξι αποδεικτικών εγγράφων δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρα 340 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, είναι φανερό ότι οι εκτεθείσες πραγματικές διαπιστώσεις του εφετείου καταφάσκουν τη συνδρομή στο πρόσωπο του Ψ της προβλεπόμενης από το άρθρο 131 παρ. 1 ΑΚ δεύτερης περιπτώσεως δικαιοπρακτικής ανικανότητας, δηλαδή της οφειλόμενης σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεώς του.

Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση περί δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Ψ, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως (κύριοι ή πρόσθετοι), εφόσον είναι αυτοτελείς, όχι όμως και όταν περιορίζονται σε απλή αμφισβήτηση της αποδεικτικής βαρύτητας ενός αποδεικτικού μέσου ή σε άρνηση της αλήθειας ενός πραγματικού γεγονότος θεμελιωτικού αγωγής ή ενστάσεως ή συναρτώνται με επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων υπέρ της βασιμότητας ή μη αγωγής ή ενστάσεως.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το εφετείο ότι δέχθηκε την ύπαρξη άνοιας στο πρόσωπο του Ψ, χωρίς να λάβει υπόψη τον με λόγο της εφέσεώς τους προβληθέντα αντίθετο προς τούτο ισχυρισμό, που ήταν βάσιμος, αφού, όπως υποστηρίζουν, α) όλες οι ιατρικές γνωματεύσεις, στις οποίες στηρίχθηκε η ανωτέρω κρίση του εφετείου, είναι μεταγενέστερες του χρόνου καταρτίσεως του επίμαχου πωλητηρίου συμβολαίου, β) ο με επιμέλεια του ίδιου (Ψ) εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε ότι εκείνος απεσύρετο σε ιδιαίτερο διαμέρισμα "παρέα" με τις αναμνήσεις του, γ) δεν προσεβλήθησαν, ως άκυρες, άλλες δικαιοπραξίες και δηλώσεις βουλήσεως του ίδιου και δ) αν ήταν ανοϊκός, η σύζυγός του, που είχε και την ιδιότητα της δικηγόρου, αποκλείεται να τον άφηνε να καταρτίζει αυτοπροσώπως, πωλητήρια συμβόλαια.

Όμως, πέραν του ότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό αλλά για αιτιολογημένη άρνηση του αντίθετου αγωγικού ισχυρισμού, το εφετείο, δεχθέν την ύπαρξη άνοιας στο πρόσωπο του αρχικώς ενάγοντος, έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ανωτέρω ισχυρισμό. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.

IV. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέοντα πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί δικαιοπρακτικής ανικανότητας του αρχικώς ενάγοντος, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα προς απόδειξη του αντιθέτου προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ήτοι: 1) αντίγραφο του ....

πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου - Κων/νου Μητρέλη, 2) το μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και της αδελφής του, ......, καταρτισθέν από .... συμφωνητικό, 3) την υπογραφόμενη από τον ίδιο και απευθυνόμενη στην Πολεοδομία Αθηνών από ... υπεύθυνη δήλωση, 4) το .... πωλητήριο συμβόλαιο, 5) το συνταχθέν από τη συμβολαιογράφο Δήμητρα Μουμούζια ....

πληρεξούσιο του ίδιου (Ψ) προς τον ......, 6) τη συνταχθείσα από την άνω συμβολαιογράφο ..... δήλωση του ίδιου περί αποδοχής κληρονομίας, 7) το .... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένη Μιχαλόπουλου, 8) την ...... ενώπιον της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μαρίνας Ραΐση ένορκη βεβαίωση της ......, 9) αντίγραφο τραπεζικού λογαριασμού, από το οποίο προκύπτει ότι ο Ψ από 1.3.2000 έως 22.1.2002 ασχολείτο μες χρηματιστηριακές συναλλαγές μεγάλου ύψους, 10) το υπογραφέν και από αυτόν κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2000 καταστατικού του σωματείου ".......", 11) τις υποβληθείσες εκ μέρους του, τον Μάϊο 2000 και τον Απρίλιο 2001, δηλώσεις φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, 12) την ομοίως υποβληθείσα το έτος 1999 δήλωση φόρου εισοδήματος, 13) τη ......, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Ταγκάλη, ένορκη βεβαίωσή του, 14) την εκ μέρους των συνιδιοκτητών της επί της οδού ....

πολυκατοικίας αποσταλείσα σ' αυτόν από 14.1.2002 εξώδικη δήλωση, την οποία παρέλαβε ο ίδιος στις 17.1.2002, 15) την από .... ανανέωση της άδειάς του για οδήγηση αυτοκινήτου, 16) τη φέρουσα την υπογραφή του από .... απόδειξη εισπράξεως μισθωμάτων και 17) την υπογραφόμενη από αυτόν με χρονολογία 2.... απόδειξη για την εκ μέρους του παραλαβή αντιγράφου του κρίσιμου .....

συμβολαίου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι την αποδεικτική του κρίση το εφετείο σχημάτισε, πλην άλλων, από "όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει άμεση ή έμμεση απόδειξη, που επικαλούνται με τις προτάσεις τους με ειδική σ'αυτές αναφορά και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και "όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στις σελίδες των προτάσεων του πρώτου εναγομένου με αριθμούς 23 έως 36, των άλλων δε εναγομένων στις σελίδες των προτάσεών τους με αριθμούς 9 έως 12, 23, 24, 27 έως 29 και 31 έως 36".

Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του εφετείου συνεκτίμηση και των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, ορισμένα εκ των οποίων άλλωστε ρητώς μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.10.2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. περί αναιρέσεως της 4198/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ