Supreme Court partially allows appeal against lower court dismissal of labor dispute claim for being indeterminate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a labor dispute claim on grounds of indeterminacy. The appellant argued that her employment contract and wage differences were clearly defined, while the lower court rejected the claim because it requested net wages instead of gross wages. The Court ruled that the original complaint contained sufficient factual details and specific requests to be considered determined, thereby overturning the lower court's procedural rejection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 216 para. 1 KPolD; Art. 559 no. 14 KPolD: A labor dispute claim is determined if it clearly states the facts, specifies the subject matter, and requests a specific amount, even if it requests net wages rather than gross wages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 881 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 881/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούτσικο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπαμπίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3166/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 833/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα για να είναι ορισμένη η αγωγή του με σύμβαση εργασίας απασχολουμένου μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται κατ΄ εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή πλην άλλων οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν δικαιουμένων επιδομάτων και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει η υπέρ αυτού διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυριζόμενη με την ένδικη αγωγή της ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 1.6.1996, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση κυλικείου που αυτή λειτουργεί στον προπύλιο χώρο του Κρατικού Νοσοκομείου Νικαίας, με μηνιαίο μισθό τον καθοριζόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Επισιτιστικών καταστημάτων όλης της χώρας και ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 8.11.2001 της οφείλει για διαφορές αποδοχών, αμοιβής εργασίας κατά Σάββατα και Κυριακές και επιδομάτων εορτών και αδείας τα αναφερόμενα ποσά, προσδιορίζοντας αναλυτικώς τόσο τις αποδοχές και άλλες παροχές που έλαβε, όσο και εκείνες που δικαιούνταν, με την επίκληση και των προσωπικών στοιχείων προσδιορισμού τους (χρόνος υπηρεσίας, οικογενειακή κατάσταση αυτής), ζήτησε, πλην άλλων, την επιδίκαση των άνω ποσών.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία και είναι ορισμένη. Επομένως το Εφετείο που κατ΄ επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ενλόγω αγωγή κατά τα άνω κονδύλιά της ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρονται σ΄ αυτή οι ακαθάριστες, αλλά οι καθαρές αποδοχές που καταβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και είναι βάσιμος ο μοναδικός εκ της ενλόγω διάταξης λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, την 833/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ