Legislator Case Law & Legislation
880/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of arguments regarding evidence evaluation and failure to propose exceptions at lower courts.

Case Number 880/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued that the lower court erred in evaluating witness testimony and admitted facts without proof, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appellant failed to propose the specific exception regarding the witness's credibility at the first instance and did not raise the issue of unproven facts at the appeal stage, rendering the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if the appellant fails to propose the corresponding exception at the lower court or if the argument concerns the reviewable assessment of facts rather than a procedural error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to propose exception witness credibility unproven facts Code of Civil Procedure reviewable assessment procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 498 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 32/2022
Supreme Court Case 462/2019
Supreme Court Case 294/2019
Supreme Court Case 119/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 880 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 880/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Σ. και Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κυριαζοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ….και 7) Ζ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2010 τριτανακοπή-αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 365/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1512/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2019 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 4-11-2020. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 162/2021 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 32/2022, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Για τη συζήτηση της κρινόμενης από 22-5-2019 αίτησης αναίρεσης ορίστηκε με πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έχει επισυναφθεί στην αίτηση, η 19-2-2020, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4-11-2020.

Όπως δε προκύπτει από τις με αριθμούς 6677 ΣΤ', 6675 ΣΤ', 6681 ΣΤ', 6682 ΣΤ', 6680 ΣΤ', 6685 ΣΤ' και 6676 ΣΤ'/10-7-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την ανωτέρω δικάσιμο της 19-2-2020, μαζί με βεβαίωση του γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης από το πινάκιο για την ως άνω δικάσιμο της 4-11-2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο της 4-11-2020 η υπόθεση συζητήθηκε, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης. Λόγω της εξέλιξης αυτής, με την 162/21-10-2021 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου και σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠολΔ, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη.

Περαιτέρω, από τις με αριθμούς 183, 182, 184, 185, 186, 187 και 188/3-11-2021 εκθέσεις επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Κατερίνης Δ. Κ., προκύπτει ότι επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα ακριβές αντίγραφο της ως άνω 162/2021 πράξης, καθώς και η από 25-10-2021 κλήση του γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου προκειμένου οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στην ως άνω δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, οι αναρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 22-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1512/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 18-4-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 365/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 10-9-2015 τριτανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να κηρυχθεί ανενεργός ως προς αυτόν η 92/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύριος σε ποσοστό 18/100 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο εμβαδού 272,20 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό ...

της Κατερίνης, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι καθών η τριτανακοπή και ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι να του αποδώσουν το επίδικο ακίνητο κατά το ανωτέρω ποσοστό και να υποχρεωθούν οι καθών η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας της αναφερόμενης συμπεριφοράς τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔικ, με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων δυνάμει κληρονομικής διαδοχής μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά τον χρόνο αυτόν, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα. Στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτός (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος ή συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ' αυτόν.

Ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 23/1995).

Περαιτέρω, η τριτανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα του βλαπτομένου τρίτου, και όχι ένδικο μέσο, αφού δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής με την άσκησή της, επί πλέον δε, με την παρεχόμενη στον τρίτο τριτανακοπή δεν προσάπτεται, αλλά ούτε και υπάρχει ανάγκη να προσδίδεται σφάλμα στην τριτανακοπτόμενη απόφαση, της οποίας απλώς επιδιώκεται η ακύρωση ως προς τον τριτανακόπτοντα εξ αιτίας της βλάβης που προκαλείται με αυτήν στον ίδιο ή της έκθεσης σε κίνδυνο των συμφερόντων του (ΑΠ 605/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018).

Εξ άλλου, ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Γ1 σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 29-11-2004 αγωγή κατά του ιδίου και κατά των υπολοίπων αναιρεσιβλήτων, με αίτημα την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας εξ αυτών σε οικοπεδική έκταση εμβαδού 272,20 τ.μ.

μετά του επ' αυτού κτίσματος, επικαλούμενοι έκτακτη χρησικτησία και επί της οποίας επίδικης έκτασης ο ίδιος και οι αναιρεσίβλητοι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι δυνάμει κληρονομικής διαδοχής. Ότι η συζήτηση της αγωγής κατά την ορισθείσα δικάσιμο ματαιώθηκε και ότι οι ανωτέρω ενάγοντες επανέφεραν την αγωγή τους προς συζήτηση με την από 27-6-2005 κλήση τους, η οποία όμως κλήση ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής οι τότε ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής τους ως προς τον ίδιο, ενώ οι εναγόμενοι συνομολόγησαν την αγωγή, με αποτέλεσμα η ανωτέρω εμπράγματη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή να γίνει δεκτή με την 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα έκρινε επί της τριτανακοπής του, καθώς δεν έκρινε δόλια και μεθοδευμένη τη στάση των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του, παρά την προφανή και σκόπιμη δικονομική τους συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η τριτανακοπή του. Ότι, επίσης, ενόψει το γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, επί του οποίου τόσο ο ίδιος όσο και οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, η ανωτέρω αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, μεταξύ των εναγομένων-συγκυρίων υφίσταται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια της κοινής εναγωγής όλων των συγκληρονόμων.

Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε απαράδεκτη την ως άνω αγωγή, θα έπρεπε να εκδώσει απόφαση με την οποία να διατάσσει την προσεπίκλησή του με επιμέλεια των εναγόντων. Ενόψει των ανωτέρω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 76, 86 και 586 ιδίου Κώδικα.

Ο λόγος αυτός κατά το οικείο σκέλος του και κατά το πρώτο μέρος του σκέλους αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, ότι δεν αποδείχθηκε δόλος ή συμπαιγνία στην άσκηση και εκδίκαση της υπ' αριθμ.

κατάθ. 3384/729/2004 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία οι ενάγοντες της αγωγής αυτής αναγνωρίστηκαν κύριοι του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος. Όσον αφορά δε το δεύτερο μέρος του ως άνω σκέλους, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι προσβάλλεται τόσο η 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης για παράβαση του άρθρου 76 ΚΠολΔ, όσο και η απόφαση του Εφετείου για παράβαση του άρθρου 86 ιδίου Κώδικα, για τις οποίες όμως διατάξεις δεν μπορεί να ελεγχθεί η μη εφαρμογή τους στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της φύσης της τριτανακοπής ως ενδίκου βοηθήματος και όχι ενδίκου μέσου, με την άσκηση της οποίας, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και εφόσον ο αναιρεσείων υπήρξε εκκαλών, πρέπει τον ισχυρισμό του που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης να τον είχε προτείνει με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης (Ολ ΑΠ 4/2012, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 153/2019, 1531/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Γ2 σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του σκέλους αυτού, ότι με δεδομένο ότι αποκλείεται η σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας με χρησικτησία τακτική ή έκτακτη, ουδέποτε συστήθηκε κάθετη ή οριζόντια ιδιοκτησία επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να θεωρηθεί ότι μπορεί να συντρέχει η έκτακτη χρησικτησία με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από τη νομή με διάνοια κυρίου επ' αυτού.

Ότι η αρχική δικαιοπάροχος του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατοικούσε με το σύζυγό της Ι. Κ. σε μια οικία μόλις 30 τ.μ. με οικοδομική άδεια που εκδόθηκε στο όνομά του, η οποία βρισκόταν στο συνολικό οικόπεδο, που ανήκε εξ αδιαιρέτου στον ίδιο και σε όλους τους αναιρεσίβλητους. Ότι επομένως κατοικούσαν στην οικία όχι με διάνοια κυρίου, αλλά προκειμένου να καλύψουν τις οικογενειακές στεγαστικές τους ανάγκες και μόνο ως προς αυτό είχαν τη συγκατάθεση των εξ αδιαιρέτου λοιπών συγκυρίων.

Ότι επιπρόσθετα, για την ως άνω οικία ουδέποτε συστάθηκε κάθετη ιδιοκτησία εντός αυτοτελούς και διαιρετού τμήματος του ευρύτερου οικοπέδου, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει καμία νόμιμη προϋπόθεση προκειμένου να θεμελιωθεί έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου. Με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω σκέλους, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι στην περίπτωση που ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος κατέχει ολόκληρο το πράγμα, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και για λογαριασμό και των άλλων συγκυρίων, εναντίον των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει την κτητική παραγραφή αν δεν γνωστοποιήσει προηγουμένως στους λοιπούς συγκύριους την απόφασή του να νέμεται ολόκληρο το πράγμα για δικό του λογαριασμό, στην κρινόμενη περίπτωση ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια γνωστοποίηση στον ίδιο ώστε να λάβει γνώση ότι στην ανωτέρω οικία των 30 τ.μ.

κατοικούσε η Μ. Σ. με το σύζυγό της Ι. Κ. με διάνοια κυρίου. Με αυτά τα δεδομένα, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1045 ΑΚ. Με το τρίτο δε μέρος του αυτού ως άνω σκέλους, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των άρθρων 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1051, 1846, 1198 και 1199 ΑΚ, καθώς, όπως διατείνεται, ο νομέας ακινήτου δεν δύναται να αντιτάξει ότι έγινε κύριος αυτού με συνυπολογισμό στον ίδιο αυτού χρόνο χρησικτησίας του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εναντίον αυτού ή του κληρονόμου του και προ έτι της μεταγραφής υπό του τελευταίου της αποδοχής της κληρονομίας, διότι τούτο αντιτίθεται κατά βάση προς το θεσμό της χρησικτησίας.

Ο λόγος αυτός κατά το αμέσως ανωτέρω τρίτο μέρος του οικείου σκέλους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ποια ακριβώς πλημμέλεια αποδίδει στις παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τις ανωτέρω επικαλούμενες από αυτόν διατάξεις. Αναφορικά δε με τα δύο πρώτα μέρη του οικείου σκέλους, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε, με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, τους ανωτέρω ισχυρισμούς του περί έλλειψης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο και περί μη γνωστοποίησης προς τον ίδιο από τους νομείς του επιδίκου ακινήτου ότι νέμονται αυτό για δικό τους αποκλειστικό λογαριασμό.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα μέρη του οικείου σκέλους είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, δεν συνέτρεχαν στην κρινόμενη υπόθεση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1024/1971 περί κάθετης ιδιοκτησίας.

Επί πλέον δε, υπό τις αυτές ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν αναγκαία η γνωστοποίηση προς τον αναιρεσείοντα ότι οι δικαιοπάροχοι των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων νέμονταν το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό, αφού, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο, ο δικαιοπάροχος πατέρας του αναιρεσείοντος Σ.

Σ. από το μείζον ακίνητο των 1.311 τ.μ., του οποίου ήταν αποκλειστικός κύριος, παραχώρησε άτυπα ένα τμήμα 272,20 τ.μ., που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, στους δικαιοπαρόχους των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, δηλαδή στη θυγατέρα του Μ. και στο σύζυγό της Ι. Κ. με σκοπό να περιέλθει στην κυριότητά τους. Οι δε υπόλοιπες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που περιέχονται στον ανωτέρω λόγο υπό το οικείο σκέλος του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου περί την ουσία των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με το υπό στοιχείο Γ3 σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι οι αναιρεσίβλητοι κάνουν λόγο για άτυπη διανομή του μεγαλύτερου ακινήτου, χωρίς όμως ποτέ να αναφέρουν ποια ακριβώς ήταν τα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα που διανεμήθηκαν και σε ποιον.

Ότι την αοριστία αυτή δεν έλαβε υπόψη του τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας της ένστασης που πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρεσίβλητοι.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κυριότητα του Σ. Σ. του Γ., πατέρα του ενάγοντος και της έβδομης εναγομένης, παππού του δεύτερου, τρίτου και έκτου των εναγομένων, πενθερού της πέμπτης εναγόμενης, ανήκε οικόπεδο, επί της οδού ...

στην Κατερίνη, συνολικής έκτασης 1.311 τ.μ., το οποίο συνόρευε ανατολικώς με ιδιοκτησία αδελφών Κ., δυτικώς με οδό ... και νυν ..., νοτίως με ιδιοκτησία Α. Τ. και αδελφών Μ. και βορείως με ιδιοκτησία Χ. Θ.. Είχε δε περιέλθει σ' αυτόν μετά της επ' αυτού παλαιάς διώροφης οικίας, στην οποία κατοικούσε, από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1909 μητρός του, Ε.

Σ., κατοίκου εν ζωή Κατερίνης. Ο Σ. Σ. του Γ., απεβίωσε στην Κατερίνη στις 13/3/1973 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Χ. και τα τέκνα του Χ., Γ., Μ., Π. (ενάγοντα) και Ζ. (7η εναγομένη), στους οποίους και περιήλθε το ως άνω οικόπεδο κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου, σε καθένα των ως άνω τέκνων του.

Όλοι δε οι ανωτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του πρώην συμβολαιογράφου Κατερίνης Μιχαήλ Διατσίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, στον τόμο … και με αριθμό …., αποδέχθηκαν το ως άνω ακίνητο (οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας) ως ανήκον στην κληρονομιαία περιουσία του πατρός τους και συζύγου τους.

Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω σύζυγος και τέκνα του Σ. Σ., πώλησαν και μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στους Ν. Γ. και Ό. συζ. Ν. Γ., το γένος Ι. Α., τμήμα του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 225 τετ. μέτρων, όπως αυτό εμφαίνονταν στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από 9-6-1975 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Τ. υπό τα στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Δ, συνορευομένου κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο ανατολικώς με ακίνητο Ν. Κ. σε πλευρά Δ-Θ 8,10 εκ., νότια με ακίνητο Μ. Μ. σε πλευρά Δ-Ε 14,40 και Α. Ζ. σε πλευρά Ε-Ζ 7 μέτρων, δυτικά με ακίνητο Μ. Κ. και ιδιωτική πάροδο, μήκους 3 μέτρων (επί της οποίας ιδιωτικής παρόδου) και καθ' όλο το μήκος αυτής, μέχρι της οδού ..., συνεστήθη με το ίδιο συμβόλαιο υπέρ του αγορασθέντος ακινήτου και με τίμημα που συμφωνήθηκε εσαεί δουλεία οδού, υπέρ του αγοραζόμενου τμήματος και των εκάστοτε κυρίων αυτού.

Συγκεκριμένα, κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο, η δουλεία οδού συνεστήθη επί τμήματος του ως άνω ακινήτου που συμφωνήθηκε ότι θα αποτελεί ιδιωτική οδό σε πλευρά Ζ-Η δώδεκα μέτρων και δέκα εκατοστών (12,10) που συνορεύει βορείως με υπόλοιπο ακίνητο πωλητών, σε πλευρά Η-Θ είκοσι ενός μέτρων και σαράντα πέντε εκατοστών (21,45), αντί του συνολικού τιμήματος των 280.000 δραχμών, το οποίο οι πωλητές έλαβαν κατά την αναλογία της μερίδας του ο καθένας.

Εξ άλλου, άλλο διαιρετό τμήμα του άνω ακινήτου (οικοπέδου) συν. έκτασης 234 τ.μ., οι ανωτέρω κληρονόμοι του Σ. Σ., ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου προς τον Δημήτριο Ζγιάλτο, ενώ το οριστικό συμβόλαιο υπ' αριθμ. ... καταρτίστηκε ακολούθως το έτος 1990 ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Αλεξάνδρου Ρίζου.

Έτσι, από το αρχικό οικόπεδο έκτασης 1.311 τ.μ. απέμεινε έκταση 843 τ.μ. και βάσει νεότερης καταμέτρησής του, όπως προκύπτει εκ του από Ιούνιο του έτους 2005 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Γ. Τ., που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, έκταση 838,24 τ.μ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το έτος 1979 απεβίωσε ο Χ.

Σ., άγαμος και άτεκνος και κληρονομήθηκε κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής από την άνω μητέρα του Χρυσούλα και τα αδέλφια του και επομένως το εκ 3/20 ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο ως άνω οικόπεδο περιήλθε σε όλους τους ως άνω συγκληρονόμους του κατά το αναλογούν σε καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Την κληρονομιά αυτή ο ενάγων αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αντουανέτας Μήττα-Καφτεράνη, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια απεβίωσε το έτος 1993 η Χ. χήρα Σ. Σ., η οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Κατερίνης Μ.

Χαλκίδου, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 47/1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατέλειπε στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο ως άνω οικόπεδο. Ακόμα, το έτος 2000 απεβίωσε η Μ. Σ., η οποία κληρονομήθηκε κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής από τα τέκνα της Δ.

Κ. και Σ. Κ., ενώ το έτος 2003 απεβίωσε χωρίς διαθήκη ο Γ. Σ., κατελείποντας μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την τρίτη, τέταρτο, πέμπτη και έκτο των εναγομένων, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία του. Ωστόσο, παρά τα αναφερόμενα στους ως άνω τίτλους κυριότητας, αποδείχθηκε ότι το έτος 1961, όσο ακόμα ζούσε ο Σ.

Σ., είχε επιτρέψει στη θυγατέρα του Μ. και στο σύζυγό της Ι. Κ., να ανεγείρουν στο νοτιοδυτικό τμήμα του οικοπέδου ιδιοκτησίας του, ισόγεια κατοικία, εμβαδού 30,40 τ.μ., για την οποία εξεδόθη στο όνομα του ως άνω συζύγου της θυγατέρας του Μ. Ι. Κ., η 187/1961 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Κατερίνης. Η ως άνω οικία, που μετά από επεκτάσεις, καταλαμβάνει σήμερα έκταση 130 τ.μ., έχει ανεγερθεί σε διαιρετό τμήμα του όλου οικοπέδου συν.

έκτασης 272,20 τ.μ., το οποίο είχε ήδη ατύπως αποσπαστεί το έτος 1961 από το υπόλοιπο ακίνητο με τη σύμφωνη γνώμη του Σ. Σ. και είχε παραδοθεί στην κατοχή της θυγατέρας του Μ. και του συζύγου της Ι. Κ., με σκοπό να περιέλθει στην αποκλειστική τους κυριότητα. Το διαιρετό αυτό τμήμα εμφανίζεται πλέον με στοιχεία ΙΔΓΒΚΙ στο από 2-2-1995 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Α.

Κ., το οποίο προσκομίζουν και επικαλούνται οι ως άνω διάδικοι και συνορεύει δυτικά με δημοτική οδό ..., βόρεια με λοιπό ως άνω οικόπεδο, ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. και νότια με ιδιοκτησία Χ. Θ.. Έκτοτε δε οι δικαιοπάροχοι των δύο πρώτων εναγομένων (Μ. και Ι. Κ.) κατοικούσαν στην οικία που ανήγειραν το έτος 1961 στο επίδικο διαιρετό τμήμα, προβαίνοντες μάλιστα το έτος 1996 σε νομιμοποίηση του αυθαίρετου τμήματος αυτής και χρησιμοποιούσαν το ακάλυπτο τμήμα αυτού ως κήπο της οικίας τους, στο οποίο φύτευαν διάφορα κηπευτικά και καλλωπιστικά δέντρα.

Μετά δε το θάνατο των παραπάνω αναφερομένων Μ. και Ι. Κ., στη νομή και κατοχή του επίδικου διαιρετού τμήματος υπεισήλθαν τα τέκνα τους Δ. Κ. και Σ. Κ. (δύο πρώτοι των εναγομένων) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Οι ανωτέρω δε ακολούθως, ισχυριζόμενοι ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους υπεισήλθαν στη νομή του ως άνω διαιρετού τμήματος, το οποίο το έτος 1961 αποσπάστηκε από το λοιπό ακίνητο και έκτοτε νέμονταν και κατείχαν οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους αποκλειστικά για λογαριασμό τους εν γνώσει των συγκληρονόμων τους και εν συνεχεία οι ίδιοι με τα ίδια προσόντα, άσκησαν κατά των λοιπών συγκληρονόμων του Σ.

Σ. και συγκεκριμένα κατά των Ε. Σ. του Γ., Σ. Σ. του Γ., Φ. χήρας Γ. Σ., Ι. Σ. του Γ. και Ζ. χήρας Δ. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης την από 29-11-2004 (με αριθμό κατάθ. 3384/729/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι τους ως άνω τμήματος ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας λόγω έκτακτης χρησικτησίας.

Την ως άνω αγωγή, αν και την απηύθυναν και κατά του τριτανακόπτοντος-ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, ωστόσο παραιτήθηκαν του αγωγικού δικογράφου ως προς αυτόν κατά την συνεδρίαση της 16-11-2006, κατά την οποία έλαβε χώρα ακολούθως η συζήτησή της, αντιμωλία των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι ομολόγησαν τα θεμελιωτικά της ως άνω αγωγής πραγματικά περιστατικά.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε τελικά η με αριθμό 92/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που δέχθηκε αυτήν ως και ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τους δύο πρώτους εναγόμενους συγκύριους του ως άνω διαιρετού τμήματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Ο ενάγων, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε κλήθηκε για να παραστεί στην εν λόγω δίκη, αμφισβητεί ότι έλαβε χώρα το έτος 1961 η συγκεκριμένη άτυπη παραχώρηση του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος στους δικαιοπαρόχους των 1ου και 2ης των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι παραμένει μέχρι και σήμερα συγκύριος του όλου ακινήτου και κατά συνέπεια του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος κατά ποσοστό 18/100 εξ αδιαιρέτου.

Εάν όμως, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεν είχε λάβει χώρα η άτυπη παραχώρηση το έτος 1961 προς τους δικαιοπαρόχους των δύο πρώτων εναγομένων και οι τελευταίοι δεν κατείχαν το επίδικο τμήμα αποκλειστικά για λογαριασμό τους, τότε δεν δικαιολογείται η αναφορά στο περιεχόμενο του παραπάνω αναφερομένου ... συμβολαίου, δυνάμει του οποίου όλοι οι συγκληρονόμοι του Σ.

Σ. πώλησαν και μεταβίβασαν το διαιρετό τμήμα των 225 τ.μ. που αναφέρθηκε προς τον Ν. Γ. και τη σύζυγό του, ότι το πωληθέν τμήμα συνορεύει δυτικά με ακίνητο Μ. Κ.. Μάλιστα, τόσο ο ενάγων, όσο και οι λοιποί συγκληρονόμοι του Σ. Σ. γνώριζαν κατά τον παραπάνω χρόνο το ως άνω γεγονός και για το λόγο αυτό δεν προέβαλαν κάποια αντίρρηση ως προς την ως άνω περιγραφή του δυτικού ορίου του πωληθέντος ακινήτου.

Το γεγονός ότι στην παραπάνω αναφερόμενη πώληση η δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγομένων Μ. Κ. συνεβλήθη ως εξ αδιαιρέτου συγκύρια του όλου ακινήτου, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, καθόσον κατά τον παραπάνω χρόνο δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την κτήση εκ μέρους της (και του συζύγου της) της κυριότητας του επιδίκου διαιρετού τμήματος δια εκτάκτου χρησικτησίας.

Αν η δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγομένων Μ. Κ. δεν νεμόταν και κατείχε αποκλειστικά για λογαριασμό της το επίδικο τμήμα ακινήτου τότε οι αγοραστές των παραπάνω διαιρετών τμημάτων που αναφέρθηκαν Δ. Ζ., Ν. Γ. και Ό. συζ. Ν. Γ. δεν θα συμβάλλονταν μαζί της στο από 31-1-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό επανακανονισμού ορίων της ως άνω ιδιωτικής οδού που αναφέρθηκε.

Για το γεγονός της άτυπης παραχώρησης του επιδίκου τμήματος των 272,20 τ.μ. εκ μέρους του αρχικού κυρίου του όλου ακινήτου Σ. Σ. στη θυγατέρα του Μ. Κ. και το σύζυγό της Ι. Κ. και τις εκ μέρους τους πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια αποκλειστικού κυρίου εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων κατέθεσε άλλωστε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η μάρτυρας ανταπόδειξης Ά.

Κ.. Κρίνεται δε αξιόπιστη και πειστική η κατάθεση της μάρτυρος αυτής, καθόσον τα όσα ανέφερε, τα οποία γνωρίζει κατά την είσοδό της στην οικογένεια το έτος 1979, ουδόλως αναιρούνται, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ο οποίος ανέφερε ότι είχε λάβει χώρα "αυθαίρετη διανομή" του οικοπέδου, επί του οποίου είχαν χτιστεί τρία διαφορετικά ακίνητα.

Όπως δε αποδείχθηκε, ενόσω ζούσε ο Σ. Σ. σε άλλο τμήμα του αρχικού οικοπέδου των 1.311 τ.μ. και συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα αυτού, ο υιός του Γ. Σ. και δικαιοπάροχος της τρίτης, τετάρτου, πέμπτης και έκτου των εναγομένων, είχε επίσης προβεί σε ανέγερση οικίας, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. ... άδειας του πολεοδομικού γραφείου Κατερίνης, του επετράπη η ανέγερση προσθήκης.

Ακόμα, το έτος 1975 (μετά το θάνατο δηλαδή του Σ. Σ.) ο υιός του Χ. Σ. εξέδωσε την υπ' αριθμόν ... άδεια προκειμένου να ανεγείρει επ' αυτού ισόγεια κατοικία. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυς ανέφερε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών "αν είχε συγκατάθεση (των λοιπών εξ αδιαιρέτου συγκυρίων) ότι δικαιούνταν το σπίτι στο οποίο έμενε (συγκεκριμένα την παλαιά διώροφη οικία, που ακόμα υφίσταται επί του επιδίκου) δεν θα είχε αντίρρηση να πάνε τα υπόλοιπα στους υπόλοιπους".

Εκ των παραπάνω αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα άτυπη παραχώρηση κατά το παραπάνω έτος (1961) εκ μέρους του Σ. Σ. του επιδίκου διαιρετού τμήματος ακινήτου, συν. έκτασης 272,20 τ.μ. στη θυγατέρα του Μ. και στο σύζυγό της Ι. Κ. (δικαιοπαρόχους των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων), οι οποίοι έκτοτε νέμονταν και κατείχαν αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό τους, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων του και ότι μετά το θάνατό τους, στη νομή αυτού υπεισήλθαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν αυτό με τα ίδια προσόντα.

Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στα πλαίσια της διαδικασίας νομιμοποίησης κατ' άρθρο 8 του Ν. 1512/1985 της ισόγειας κατοικίας και προσθήκης που αναφέρθηκε, σε τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε κατ' εντολή του Δ. Κ., η Ά. Κ., το οποίο και υποβλήθηκε στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία προκειμένου να εκδοθεί η με αριθμό ...

άδεια οικοδομής του τμήματος πολεοδομίας και ΠΕ της Νομαρχίας Πιερίας, το επίδικο τμήμα εμφανίζεται ως τμήμα του όλου ακινήτου. Και τούτο διότι κατά τον παραπάνω χρόνο δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη κατάτμηση του όλου ακινήτου, ούτε είχε αναγνωρισθεί κατά κάποιο τρόπο το ως άνω δικαίωμα κυριότητάς τους. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας και η τρίτη εφεσίβλητη προκειμένου να εκδοθεί η με αριθμό ...

οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας Κατερίνης, εμφάνισε το επίδικο διαιρετό τμήμα σε τοπογραφικό διάγραμμα που υπέβαλλε στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ως τμήμα του αρχικού ακινήτου των 1.311 τ.μ. Κατά τον παραπάνω όμως χρόνο το ακίνητο που απέμεινε στην ιδιοκτησία των κληρονόμων του Σ. Σ. είχε έκταση μετά τις μεταβιβάσεις που αναφέρθηκαν 843 τ.μ.

Επομένως, από την ενέργεια αυτή δεν δύναται να αναιρεθεί η αποδεδειγμένη αποκλειστική χρήση του επιδίκου διαιρετού τμήματος εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των δύο πρώτων εναγομένων και εν συνεχεία των ιδίων. Ενισχύεται δε η ως άνω κρίση και από όσα ο ενάγων και ήδη εκκαλών ανέφερε για την κατάσταση του μεγαλύτερου ακινήτου σε προηγούμενη διαμάχη με τη δεύτερη εφεσίβλητη και αφορούσε την αποζημίωση χρήσης για άλλο τμήμα αυτού.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης εναντίον της δεύτερης εναγομένης την υπ' αριθμ. 512/2005 αγωγή του, η οποία είχε γίνει δεκτή. Εντός της ως άνω αγωγής του, που αφορούσε αποζημίωση για την χρήση του κτίσματος, συγκεκριμένα της διώροφης πεπαλαιωμένης οικίας που υφίσταται σε άλλο τμήμα (γειτονικό) του αρχικού ακινήτου, ο ενάγων εξέθετε ότι "στην ανωτέρω οικία ζούσα μαζί με την οικογένειά μου κατά τα έτη 1969 μέχρι και 1981 γιατί ήταν γνωστό σε όλη την οικογένεια ότι υπήρχε άτυπη συμφωνία μεταξύ μας (της μητέρας μου και των αδελφών μου) ότι επρόκειτο να μου μεταβιβασθεί από τη μητέρα μου και τα αδέλφια μου που ήταν επίσης συγκληρονόμοι, η κυριότητα του εν λόγω οικήματος μαζί με τα αναλογούντα ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα αδέλφια μου και ενώ ήταν εν ζωή έκτισαν ανεξάρτητες κατοικίες στο εν λόγω οικόπεδο τις οποίες έκαναν αποκλειστική χρήση ενόσω ζούσαν και τώρα κάνουν αποκλειστική χρήση οι κληρονόμοι τους".

Με βάση τη συγκεκριμένη ομολογία του ενάγοντος εντός του δικογράφου της υπ' αριθμ. κατάθ. 512/2005 αγωγής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης συνάγεται η ασφαλής κρίση ότι πράγματι το έτος 1961 είχε αποσπασθεί και παραχωρηθεί στους δικαιοπαρόχους των δύο πρώτων εναγομένων το επίδικο τμήμα ακινήτου, επί του οποίου αυτοί ανήγειραν την οικία που αναφέρθηκε και στην οποία κατοικούσαν έκτοτε όσο ζούσαν.

Το ως άνω γεγονός συνομολογούν και οι λοιποί συγκύριοι του όλου ακινήτου. Επομένως, έχει συμπληρωθεί μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής χρόνος υπερβαίνων τα 20 έτη, ώστε ο 1ος και 2η των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων, να έχουν ήδη προ πολλού καταστεί κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Κατόπιν τούτων, εφόσον οι ανωτέρω εναγόμενοι τύγχαναν πράγματι κύριοι αυτού σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, πρέπει η δια των προτάσεών τους προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η τριτανακοπή, όσο και οι σωρευόμενες σε αυτή αναγνωριστική και διεκδικητική κυριότητας αγωγές.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε δόλος ή συμπαιγνία στην άσκηση και εκδίκαση της υπ' αριθμ. κατάθ. 3384/729/2004 αγωγής τους, σε συνέχεια της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, δια της οποίας αναγνωρίστηκαν κύριοι του εν λόγω οικοπεδικού τμήματος και κατά συνέπεια τέλεση αδικοπραξίας από την πλευρά των εναγομένων, συγκεκριμένα δε απάτη επί δικαστηρίω".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της απόφασης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι ο Σ. Σ., πατέρας του αναιρεσείοντος και παππούς των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ήταν κύριος οικοπέδου έκτασης 1.311 τ.μ., το έτος 1961 παραχώρησε άτυπα από την έκταση αυτή στη θυγατέρα του Μ. και στο σύζυγό της Ι. Κ., δηλαδή στους γονείς των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τμήμα έκτασης 272,20 τ.μ., με σκοπό να περιέλθει στην κυριότητά τους.

Ότι επί του τμήματος αυτού, που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, οι ανωτέρω ανήγειραν το έτος 1961, με την αναφερόμενη οικοδομική άδεια που εκδόθηκε στο όνομα του Ι. Κ. και με σύμφωνη γνώμη του Σ. Σ., οικοδομή εμβαδού 30,40 τ.μ., στην οποία κατοικούσαν έκτοτε και την οποία επεξέτειναν στη συνέχεια σε 130 τ.μ. Ότι επί του τμήματος αυτού ενεργούσαν τις αναφερόμενες πράξεις νομής διανοία κυρίου και εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων του Σ.

Σ., στη συνέχεια δε, μετά το θάνατό τους, στη νομή του επιδίκου ακινήτου υπεισήλθαν ως κληρονόμοι τους τα δύο τέκνα τους, δηλαδή οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται με τα ίδια προσόντα το επίδικο και ότι μετά την παρέλευση 20 και πλέον ετών στη νομή του επιδίκου και προσμετρώντας στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων γονέων τους, κατέστησαν συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ.

Οι ανωτέρω δε παραδοχές του Εφετείου δεν έρχονται σε αντίφαση με τις υπόλοιπες παραδοχές που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις οποίες, για τη μεταβίβαση σε τρίτους της κυριότητας δύο τμημάτων της συνολικής έκτασης των 1.311 τ.μ., συμβλήθηκαν όλοι οι κληρονόμοι του Σ. Σ., μεταξύ των οποίων και η μητέρα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Μ.

Κ., καθώς, όπως αναφέρεται στην απόφαση, κατά το χρόνο κατάρτισης των δύο αγοραπωλητηρίων συμβολαίων δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της τελευταίας και του συζύγου της ο απαιτούμενος χρόνος κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Εξ άλλου, δεν γίνεται καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για άτυπη διανομή του μείζονος ακινήτου των 1.311 τ.μ., καθώς τέτοια δεν συνιστά η παραδοχή του Εφετείου ότι από το μείζον αυτό ακίνητο ο Σ.

Σ. παραχώρησε άτυπα στη Μ. Σ. και στο σύζυγό της Ι. Κ. το ανωτέρω τμήμα των 272,20 τ.μ. με σκοπό να περιέλθει στην αποκλειστική τους κυριότητα. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι δε υπόλοιπες αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου για την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συναγάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 1348/2017).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 11 γ' του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα θεωρεί), με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διαστρέβλωσε το περιεχόμενο των κατωτέρω εγγράφων, που η ίδια η απόφαση επικαλείται, σε προφανή αντίθεση με την αληθινή βούληση των συναλλασσομένων και συγκεκριμένα: 1) την ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Μιχαήλ Διατσίδη, 2) το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, 3) το ... προσύμφωνο συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, 4) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Αλέξανδρου Ρίζου, 5) την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αντουανέτας Μήττα - Καφτεράνη, όπως αυτή διορθώθηκε με 6) την ...

πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, 7) την ... δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Κατερίνης Μ. Χαλκίδου, η οποία δημοσιεύθηκε με 8) το 47/1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι το σύνολο των ανωτέρω εγγράφων αφορά σε αποδοχές ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του συνολικού οικοπέδου και ότι τα απρόσβλητα αυτά δημόσια έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αλλά αντιθέτως το εν λόγω Δικαστήριο τα προσπέρασε με τη φράση "Ωστόσο παρά τα αναφερόμενα στους ως άνω τίτλους κυριότητας...".

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο παραθέτει κατ' αρχήν στην απόφασή του τα πιο πάνω έγγραφα (αποδοχές κληρονομίας, συμβόλαια) με τα οποία οι κληρονόμοι του Σ. Σ., μεταξύ των οποίων και η μητέρα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, αποδέχονται κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου την κληρονομία του Σ.

Σ., που αποτελείται από το μείζον ακίνητο των 1.311 τ.μ., ή πωλούν τμήματα του ακινήτου αυτού σε τρίτους. Στη συνέχεια, όμως, δέχεται το Εφετείο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, ότι η πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ήταν αντίθετη με όσα δηλώνονταν με τα πιο πάνω έγγραφα.

Δέχεται δηλαδή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι παρά τα όσα αναφέρονται στα ανωτέρω έγγραφα, από το μείζον ακίνητο των 1.311 τ.μ., ο Σ. Σ. είχε παραχωρήσει το έτος 1961 στη θυγατέρα του Μ. Κ. και στο σύζυγό της Ι. Κ. ένα αυτοτελές τμήμα εμβαδού 272,20 τ.μ., με σκοπό να περιέλθει στην αποκλειστική τους κυριότητα, επί του οποίου οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι των γονέων τους και με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά κατά τα ανωτέρω, κατέστησαν συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στην απόφασή του (μάρτυρες και έγγραφα), καταλήγοντας, ωστόσο, σε πόρισμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ως ορθό και ως προκύπτον από τα εν λόγω έγγραφα. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος αναιρετικό λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια με τον προηγούμενο λόγο αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κατωτέρω εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τις ακόλουθες οικοδομικές άδειες του Τμήματος Πολεοδομίας και ΠΕ της Νομαρχίας Πιερίας: 1) ...

επ' ονόματι Σ. Σ., 2) 187/1961 επ' ονόματι Ι. Κ., που αφορά στην οικία της Μ. Κ., εμβαδού 30 τ.μ., 3) ... επ' ονόματι Γ. Σ., 4) 238/1975 επ' ονόματι Χ. Σ., 5) ... επ' ονόματι Ε. Σ. (3ης αναιρεσίβλητης), 6) ... επ' ονόματι Δ. Κ. (1ου αναιρεσίβλητου) και 7) 4220/6-6-2007 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας επ' ονόματι Δ. Κ. (1ου αναιρεσίβλητου). Ότι όλες αυτές οι άδειες εκδόθηκαν για το συνολικό εμβαδόν του οικοπέδου και όχι επί του επιδίκου τμήματος των 220,20 τ.μ., γεγονός που, σύμφωνα με την εκτίμηση των όσων παραθέτει στη συνέχεια στον αναιρετικό λόγο, έρχεται σε αντίθεση με όσα δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο και με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη συγκυριότητα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι όλα τα ανωτέρω που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν ανάγονται στην εσφαλμένη ανάγνωση των επικαλούμενων εγγράφων από το Εφετείο με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν, ώστε να ιδρυθεί ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, αλλά ανάγονται στην συναγωγή από το Εφετείο αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και επομένως αναφέρονται στην εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ιδίου ως άνω Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1665/2018).

Με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω τέταρτου λόγου και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων Ά. Κ. είναι σύζυγος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ λόγω της ιδιότητάς της ως αρχιτέκτονος μηχανικού είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με την υπόθεση, καθώς προέβη στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος το έτος 1996 και στη συνέχεια με ενέργειές της εκδόθηκε άδεια νομιμοποίησης αυθαιρέτου για τους αναιρεσίβλητους. Ότι η κατάθεση της εν λόγω μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κρίθηκε από το Εφετείο ως πειστική, ενώ αυτή ήταν εξαιρετέα ως μάρτυρας, άλλως έπρεπε να εκτιμηθεί για τους ανωτέρω λόγους η κατάθεσή της ως πλήρως αναξιόπιστη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τον ισχυρισμό αυτό περί της εξαίρεσης της μάρτυρα πρότεινε τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων παραθέτει στο αναιρετήριο αποσπάσματα της κατάθεσης τόσο της μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ., όσο και του δικού του μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προβαίνοντας στη συνέχεια στην αξιολόγηση των καταθέσεών τους και ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα, κατά την άποψή του, έγινε η εκτίμηση των καταθέσεων αυτών από το Εφετείο με την παράθεση αποσπασμάτων της προσβαλλόμενης απόφασής του.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το ως άνω περιεχόμενο του εξεταζόμενου λόγου δεν ιδρύονται οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, καθώς υπό την επίκληση της παράβασης των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν θα καταλογισθούν, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στη δίκη αυτή και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2019 αίτηση του Π. Σ. για αναίρεση της 1512/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ