Legislator Case Law & Legislation
880/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on wage supplements and arbitration agreement validity.

Case Number 880/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the multi-member first-instance court's decision regarding wage supplements. The court found that the first-instance court correctly applied the prohibition against offsetting child benefits against higher wages and rejected the argument that the arbitration agreement was invalid. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay legal costs to the twenty individual employees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a first-instance court ruling invalidating an arbitration agreement based on a specific legal provision must be set aside if that provision was not applicable to the case at hand.

Keywords

AI generated
arbitration agreement validity wage supplements offset labor dispute appeal arbitration clause invalidity legal costs allocation collective bargaining agreement Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 669 of the Code of Civil Procedure
Article 81(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 560/2004 of the Peace Court of Chalkida
Decision 157/2006 of the Multi-member First Instance Court of Chalkida
Decision 1181/2008 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 880 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 880/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΛΜΑΝ ΕΛΛΗΝΟΕΛΒΕΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην ..., έχει βιομηχανικές εγκαταστάσεις στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Ελένη Αθανασιάδη, η οποία διόρισε στο ακροατήριο και ως συμπληρεξούσιο τον δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη.

Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, 14) Ψ14, 15) Ψ15, 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20, κατοίκων όλων περιοχής ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Καρπέτα, 21) Πρωτοβάθμιου ανεγνωρισμένου σωματείου - συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Εργοστασίου ΣΕΛΜΑΝ", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα, 22) Πρωτοβάθμιου ανεγνωρισμένου σωματείου - συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Χειριστών και Βοηθών Μηχανημάτων Νομού Ευβοίας, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 23) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Βιομηχανικών και Εργατοϋπαλληλικών Σωματείων" (Ο.Β.Ε.Σ.), άλλως "Ομοσπονδία Βιομηχανικών και Εργοστασιακών Σωματείων" (Ο.Β.Ε.Σ.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι με αριθμό 21, 22 και 23 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2003 αγωγή των ήδη είκοσι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες υπέρ των εναγόντων πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 21ου, 22ου και 23ης αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 10-8-2006 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1181/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-9-2008 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 περ. β' Κ.Πολ.Δ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και "αν το δικαστήριο...δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλη αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, εκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 560/2004 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, εσφαλμένως δεν δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και εξαιτίας τούτου κατέστησε την απόφασή του αυτήν αναιρετέα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ, αφού βάλλεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα όχι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αλλά του Ειρηνοδικείου που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, αλλ' ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν.

2. Επειδή κατά το άρθρο 8 του ν. 1876/1990 ("ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις"), 1) οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της Χώρας ... 2. Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος. 3.

Εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη". Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, "αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για το εργαζόμενο.

Η σύγκριση και η επιλογή των διατάξεων γίνεται κατά τις παραπάνω ενότητες: α) ενότητα αποδοχών, β) λοιπά θέματα, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελαμτική συλλογική σύμβαση εργασίας". Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, "1.

οι κανονιστικοί όροι της συλλογική σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικού όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους ...". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, αν με την ατομική σύμβαση συμφωνηθεί μισθός ανώτερος από εκείνο που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και των κάθε φύσεως επιδομάτων, τα οποία προβλέπονται από κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατά τη συμφωνία καταβλητέο υπέρτερο μισθό, κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται πέραν του συμφωνημένου μισθού άλλο επίδομα, διότι τούτο υπερκαλύπτεται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες, κατά τα συνομολογηθέντα, και εμπεριέχεται.

Αυτό ισχύει όχι μόνο ως προς τον χρόνο της καταρτίσεως της ατομική συμβάσεως υφιστάμενα επιδόματα, αλλά και για τα μελλοντικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που θεσπίστηκαν μετά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, στην οποία προβλέφθηκε με ιδιαίτερο όρο ο καταλογισμός στο συμφωνημένο υπέρτερο μισθό και των επιδομάτων αυτών για την περίπτωση της καθιερώσεώς τους στο μέλλον, αφότου και ενεργοποιείται η προσυμφωνηθείσα αιτίας της παροχή τους.

Το κύρος δε της συμφωνίας αυτής, εφόσον δεν θίγονται τα από συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση θεσπισμένα ελάχιστα όρια αποδοχών, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Εκτός αν με τη Σ.Σ.Ε ή τη Δ.Α ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ορίζεται ότι το με αυτή θεσπιζόμενο επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού, Η ομοιομόρφως σε πολλές Σ.Σ.Ε ή Δ.Α περιλαμβανόμενη διάταξη, κατά την οποία τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές ανώτερες από τις καθοριζόμενες με αυτές δεν μειώνονται έχει την έννοια ότι η κρίση για το αν η καταβαλλόμενες αποδοχές είναι ανώτερες προϋποθέτει σύγκριση του συνόλου αυτών προς το σύνολο των καταβλητέων σύμφωνα με τη Σ.Σ.Ε ή τη Δ.Α και όχι σύγκριση των επιμέρους ποσών του βασικού μισθού, των επιδομάτων κλπ.

Εξάλλου, με τα εδ. α' και β' της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 21378/4372/17-5-1976 απόφαση του Υπουργείου Απασχολήσεως, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 671 τεύχος Β' της 20-5-1976 ΦΕΚ, και κυρώθηκε (η ως άνω παρ. 2) με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι κατά τις 13-2-1976 έναρξη της ισχύος αυτής χορηγείται στους μισθωτούς και υπό τις σ' αυτήν προϋποθέσεις επίδομα γάμου από 5% και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του κατώτατου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, που ορίζεται από την εκάστοτε σε ισχύ οικεία συλλογική σύμβαση, απόφαση διαιτησίας ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατώτατων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, ενώ συμψηφίζεται σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.

Από τις ως άνω διατάξεις της διαιτητικής αυτής αποφάσεως, που τροποποιήθηκαν μετέπειτα και δη με την παρ. 4 της υπ' αριθ. 9/1978 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 9200/1978 απόφαση του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ Β' 183), ενώ με την επακολουθήσασα υπ' αριθ. 100/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 18925/1979 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1137) το επίδομα αυτό αυξήθηκε, ορισθέν σε ποσοστό 10%, προκύπτει ότι απαγορεύεται με αυτές μόνον ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός του ανωτέρω επιδόματος, κατά την προβολή της γι' αυτό απαιτήσεως, προς τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, όχι δε και η κατά την ατομική σύμβαση εργασίας συνομολόγηση συμφωνίας όπως στις τέτοιες καταβαλλόμενες αποδοχές υπολογίζεται και το εν λόγω επίδομα.

Έτσι η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις πιο πάνω διατάξεις της διαιτητικής αποφάσεως, αλλ' ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του ΑΚ, εφόσον και κατ' αυτή λαμβάνει ο μισθωτός τα οριζόμενα ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες επί τούτων προσαυξήσεις. Τούτο συνάδει τόσο προς όσα εκτέθηκαν στην αρχή όσο και προς το σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος απέβλεψε από λόγους γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος αφενός στην προστασία των μισθωτών στο πλαίσιο των θεσπισμένων εκάστοτε και απαραβίαστων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του και αφετέρου στην οικονομική ενίσχυση των από αυτούς εγγάμων με την καθιέρωση του ανωτέρω επιδόματος, του οποίου όμως την καταβολή ρητώς απέκλεισε στους κατά οποιοδήποτε τρόπο λαμβάνοντες αυτό, ενώ εξάλλου καθόλου δεν επηρεάζεται το κύρος της προαναφερόμενης, ευνοϊκότερης για το μισθωτό, συμφωνίας από την τυχόν μετέπειτα θέσπιση του ως άνω επιδόματος το οποίο αυτή αφορά, εφόσον εξακολουθεί αυτό να καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες κατά τη συμφωνία υπέρτερες αποδοχές.

Εξάλλου, είναι αληθές ότι το επίδομα τέκνων οφείλει ο εργοδότης στους έγγαμους, διαζευγμένους, χήρους, άγαμους γονείς μόνον εφόσον προβλέπεται τέτοιο επίδομα στην οικεία Σ.Σ.Ε ή Δ.Α και υπό τους όρους αυτής, δεδομένου ότι, αν δεν προβλέπεται τέτοιο επίδομα, επίδομα τέκνων παρέχεται από το Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (Δ.Λ.Ο.Ε.Μ), που συστάθηκε με το ν.δ. 3868/1958, πλην όμως και ως προς το επίδομα αυτό, εφόσον προβλέπεται από Σ.Σ.Ε ή Δ.Α, θα πρέπει να ισχύσουν, κατ' ανάλογη εφαρμογή, τα όσα ως άνω σχετικώς ορίζονται αναφορικά με το επίδομα γάμου ως προς την απαγόρευση του εκ μέρους του εργοδότη μονομερούς συμψηφισμού του ανωτέρω επιδόματος (τέκνων) προς τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, αλλά και τη δυνατότητα συνομολογήσεως (και δη εγκύρως) συμφωνίας όπως τέτοιες καταβαλλόμενες αποδοχές υπολογίζεται και το εν λόγω επίδομα (τέκνων).

Και αυτό γιατί αμφότερα τα επιδόματα (γάμου και τέκνων) ουσιαστικά αποτελούν ως οικογενειακά επιδόματα, μία ενότητα και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαίως, χωρίς να εφαρμόζονται γι' αυτά διαφορετικές ρυθμίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα, που διατηρεί εργοστάσιο στο ..., δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, σε χρονικά διαστήματα πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα, με την ειδικότητα του χειριστή ή του βοηθού χειριστή μηχανημάτων (εκσκαπτικών - ανυψωτικών μηχανημάτων) και από την πρόσληψή τους μέχρι την άσκηση της αγωγής παρείχαν προσηκόντως την εργασία τους στην αναιρεσείουσα.

Όλοι οι αναιρεσίβλητοι κατά την ένδικη χρονική περίοδο ήταν έγγαμοι με τέκνα, είχαν δε γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα την εν λόγω οικογενειακή τους κατάσταση, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές που λάμβαναν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1-1-1996 έως 31-12-2002) ήταν υπέρτερες των κατώτατων ορίων που έτασσαν οι τότε ισχύουσες Δ.Α και Σ.Σ.Ε.

Όμως δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταρτιστεί συμφωνία για συμψηφισμό των επιδομάτων γάμου και τέκνων, που οι αναιρεσίβλητοι θα έπρεπε να λαμβάνουν με βάση τις εν λόγω Δ.Α και Σ.Σ.Ε. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 560/2004 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν ότι εσφαλμένως δεν είχε γίνει δεκτό με την εν λόγω εκκληθείσα απόφαση ότι τα επιδόματα γάμου και τέκνων που δικαιούνταν να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι έπρεπε να συμψηφιστούν προς τις υπέρτερες αποδοχές που οι τελευταίοι πράγματι λάμβαναν έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι και τους απέρριψε ως τέτοιους.

Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους και όλους τους λοιπούς λόγους της πιο πάνω εφέσεως, απέρριψε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν. Κατά την ως άνω ένδικη χρονική περίοδο ίσχυαν αναφορικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των αναιρεσιβλήτων α) για το έτος 1998 η υπ' αριθ. 37/1998 Δ.Α, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 12768 της 14-9/6-10-1998 απόφαση Υπουργού Εργασίας - Κοιν.

Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 1042), β) για το έτος 1999 η από 3-3-1999 Σ.Σ.Ε, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη υπ' αριθ. 11231 της 7/24-6-1999 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1308), γ) για τα έτη 2000 και 2001 η από 26-6-2000 Σ.Σ.Ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 11756 της 7/15-11-2005 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1397) και δ) για το έτος 2002 η υπ' αριθ. 30/2002 διαιτητική απόφαση (πράξη καταθέσεως Υπ.

Εργασίας 23/5-8-2002), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 13391 της 4/14-2-2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού. Με τις εν λόγω Σ.Σ.Ε και Δ.Α προβλέπεται, εκτός των άλλων, υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις, και επίδομα οικογενειακών βαρών ύψους 10% για τον ή την σύζυγο και 5% για κάθε ανήλικο παιδί, υπολογίζεται δε στο βασικό μισθό και στο βασικό ημερομίσθιο, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά.

Με την ένδικη από 5-8-2003 αγωγή τους, όπως το αίτημα αυτής περιορίστηκε πρωτοδίκως από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι αυτοί, ως παρέχοντες στην αναιρεσείουσα την εργασία τους κατά το ως άνω ένδικο χρονικό διάστημα ως χειριστές ή βοηθοί χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών μηχανημάτων, δικαιούνταν επιδόματα γάμου και τέκνων, υπολογιζόμενα επί του βασικού τους μισθού, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ενώ στη συνέχεια, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Με το να κρίνει το τελευταίο δικαστήριο όπως πιο πάνω αναφέρεται δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών.

Ειδικότερα, δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή με το να κρίνει, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνταν επιδόματα γάμου και τέκνων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά την ατομική σύμβαση εργασίας καθενός από αυτούς καταρτίστηκε ιδιαίτερη συμφωνία όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές υπολογίζονται και τα εν λόγω επιδόματα.

Βέβαια είναι αληθές ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένως δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός ότι ο "βασικός νόμιμος μισθός" των αναιρεσιβλήτων με βάση τις ως άνω Δ.Α και Σ.Σ.Ε καθοριζόταν "ανάλογα με την προϋπηρεσία (τριετίες) τους" και επί τούτου υπολογίζονται τα επιδόματά τους γάμου και τέκνων από 10% και 5%, αντίστοιχα, και αφετέρου, συναφώς, ότι "το γεγονός...., ότι το επίδομα γάμου και τέκνων υπολογίζεται με μεγαλύτερη βάση (βασικός μισθός και επίδομα πολυετίας) με τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε, δεν αναιρεί την ισχύ του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 10/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών", πλην όμως, παρά την εσφαλμένη αυτήν κατά το σημείο τούτο νομική αιτιολογία της, το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως είναι ορθό, αφού στην πραγματικότητα τα ανωτέρω επιδόματα υπολογίστηκαν και δη ορθά μόνον επί του κατώτατου ορίου του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού καθενός από τους αναιρεσιβλήτους, χωρίς να έχει συνυπολογιστεί, στην πραγματικότητα, για τον εξεύρεση του κατώτατου ορίου του εν λόγω βασικού μισθού και το επίδομα πολυετίας, που δικαιούνταν να λάβει καθένας από τους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως τόσο ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να κρίνει ότι και για το επίδομα τέκνων, που δικαιούνταν να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι, εφαρμόζεται η απαγόρευση συμψηφισμού του επιδόματος αυτού προς τις προς αυτούς καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές παραβίασε (με το να την εφαρμόσει παρά το ότι δεν ήταν εφαρμοστέα) την ως άνω διάταξη της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, όσο και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το ίδιο δικαστήριο με το να κρίνει ότι απαγορευόταν, με βάση τις παραδοχές του, ο συμψηφισμός του επιδόματος γάμου, που δικαιούνταν να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι, προς τις αυτούς καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, το οποίο επίδομα, κατά το λόγο αναιρέσεως, υπολογίστηκε επί μεγαλύτερου από το κατώτατο όριο του βασικού τους μισθού ποσού, παραβίασε την ίδια διάταξη ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αμφότεροι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, πρέπει, ενόψει του ότι, κατά τα πιο πάνω, κατά τις παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταρτιστεί ιδιαίτερη συμφωνία για συμψηφισμό των επιδομάτων γάμου και τέκνων, που οι αναιρεσίβλητοι θα έπρεπε να λαμβάνουν με βάση τις προαναφερόμενες διαιτητικές, αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ, αντικατασταθεί η ως άνω εσφαλμένη νομική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

3. Επειδή κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, εφόσον όλοι οι λόγοι αναιρέσεως κρίθηκαν απορριπτέοι. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη έναντι των υπό στοιχείο Α στο αναιρετήριο είκοσι αναιρεσιβλήτων πρέπει να καταδικαστεί στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών, κατά τα άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, κατά το σχετικό αίτημα των εν λόγω (υπό στοιχείο Α στο αναιρετήριο) αναιρεσιβλήτων. Δεν πρέπει όμως να επιδικαστεί ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη υπέρ των λοιπών (υπό το στοιχείο Β στο αναιρετήριο) τριών αναιρεσιβλήτων, οι οποίες υπό την ιδιότητά τους ως επαγγελματικών σωματείων είχαν παρέμβει προσθέτως με βάση το άρθρο 669 Κ.Πολ.Δ, κατά την πρωτόδικη δίκη υπέρ των λοιπών (υπό το στοιχείο Α' στο αναιρετήριο) αναιρεσιβλήτων και είχαν συμμετάσχει στην κατ' έφεση δίκη κατόπιν κλήσεώς τους (κατά το άρθρο 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) από την αναιρεσείουσα, εφόσον τα σχετικά έξοδα που έγιναν για την παράσταση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των εν λόγω υπό το στοιχείο Β' στο αναιρετήριο τριών αναιρεσιβλήτων με πληρεξούσιο δικηγόρο δεν είναι, σύμφωνα με το άρθρο 189 παρ. 2 στοιχείο β' Κ.Πολ.Δ, αποδοτέα, ως γενόμενα από υπερβολική πρόνοιά τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Αυγούστου 2006 αίτηση της ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΛΜΑΝ ΕΛΛΗΝΟΕΛΒΕΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθ. 157/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των υπό το στοιχείο Α' στο αναιρετήριο είκοσι αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ