880/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.2.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7308/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6429/2003 μη οριστική και 1366/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5.4.2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 178/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated880/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ως προς την περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί εσφαλμένης από το εφετείο εκτιμήσεως ορισμένων από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του εφετείου δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρα 340 και 561 § 1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 880 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 880/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος:Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Ροντόπουλος.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, συνταξιούχου δικηγόρου, ως μόνης (εκ διαθήκης) κληρονόμου του αποβιώσαντος την 1.8.2003 συζύγου της Ψ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Αναγνωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.2.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7308/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6429/2003 μη οριστική και 1366/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5.4.2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 178/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4198/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 31.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 12.2.2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμίδα, ήδη προαχθέντος στον βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 131 § 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η δικαιοπραξία με την περιεχόμενη σ'αυτή δήλωση βουλήσεως, είναι άκυρη και αν, κατά τον χρόνο καταρτίσεώς της, ο δικαιοπρακτών ευρίσκετο σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεώς του, δηλαδή δεν του επέτρεπε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς, αλλ' ούτε και να εκτιμήσει τις συνέπειες και τη σημασία της δηλώσεώς του. Εξάλλου, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσεως και, άρα, είναι δεκτική προσβολής με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Εν προκειμένω, αναφορικώς με τη δικαιοπρακτική ανικανότητα του ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από την αναιρεσίβλητη ενάγοντος συζύγου της (Ψ) και την εντεύθεν ακυρότητα των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως, με τις οποίες ο τελευταίος πώλησε και μετεβίβασε κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα α) μία υπόγεια αίθουσα, εμβαδού 162 μ2, πολυώροφης οικοδομής κείμενης επί της οδού ....
αρ. .... των Αθηνών, β) τις ευρισκόμενες στον υπόγειο χώρο της άνω πολυώροφης οικοδομής υπ' αριθμ. 7 και 147 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, εμβαδού 12 μ2 και 14 μ2, αντιστοίχως και γ) τα 954/1000, αδιαιρέτως, ενός άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, εμβαδού 640 μ2, ευρισκόμενου επί της οδού .... αρ. .... του Δήμου Γλυφάδας Αττικής (......), το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι κατά τους χρόνους καταρτίσεως των σχετικών με τα ως άνω ακίνητα πωλητηρίων συμβολαίων, ήτοι στις ...
και ......, ο αρχικώς ενάγων Ψ, ο οποίος απεβίωσε την 1-8-2003, ευρίσκετο σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεώς του, με συνέπεια τη σημαντική μείωση της ικανότητάς του για τον αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και για τη λειτουργία ολόκληρης της συνθέσεως των ψυχικών λειτουργιών του, καθόσον έπασχε από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο (γεροντική άνοια), σε βαθμό που δεν του επέτρεπε να προβεί σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως.
Ως προς την εν λόγω κατάσταση υγείας του Ψ, το εφετείο έκρινε ότι μείζονα αξιοπιστία, έναντι των με επιμέλεια του αναιρεσείοντος προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, παρέχουν τα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα η από ..... έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ........, η από ......
βεβαίωση της νευρολογικής κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου υπογραφόμενη από τον καθηγητή ...., το από ..... πιστοποιητικό του ιδίου νοσοκομείου υπογραφόμενο από τον καθηγητή ....., η από .... γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου ......, η από ... μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου του Ψ και η εκ μέρους του επίκουρου καθηγητή ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ......., συνταχθείσα από ....
έκθεση ψυχιατροδικαστικής γνωμοδοτήσεως επί εγγράφων αφορώντων τον Ψ. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 131 § 1 ΑΚ και ειδικότερα ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεως περί ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων πωλήσεως λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του πωλητή Ψ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών του ως προς την ειρημένη κρίση του, είναι αβάσιμος, αφού το εκ της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων συναχθέν ως άνω πόρισμα έχει διατυπωθεί με σαφήνεια.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι παραδεκτώς προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Μόνη η έλλειψη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως κάποιου αποδεικτικού μέσου στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν καταφάσκει την ουσιαστική βασιμότητα αυτού του λόγου, αν από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι το κρίσιμο μέσο έχει ληφθεί υπόψη.
Εν προκειμένω, το εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι την αποδεικτική του κρίση, αναφορικώς με την - οφειλόμενη σε γεροντική άνοια και περιορίζουσα αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεως - διανοητική διαταραχή και την εντεύθεν δικαιοπρακτική ανικανότητα του Ψ κατά τους χρόνους καταρτίσεως των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως, σχημάτισε, πλην άλλων, από τις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Διονυσίου υπ' αριθμ. ....., .....
και ....., ένορκες βεβαιώσεις, την ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μαρίνας Ραΐση υπ' αριθμ. ........ ένορκη βεβαίωση, όλα ανεξαιρέτως τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Διονυσίου υπ' αριθμ. ...., .... και .... ένορκες βεβαιώσεις, τις εξετάσεις των μαρτύρων κατά τη διεξαχθείσα συναφώς ανακριτική διαδικασία, τα ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις, την από .....
έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ....., τις από ...., ..... και ..... ιατρικές γνωματεύσεις των νευρολόγων - ψυχιάτρων ....., ...... και ......, την από ....... βεβαίωση της Διευθύνσεως Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών περί αναθεωρήσεως της άδειας ικανότητας οδηγήσεως του Ψ, τις ενώπιον των ανακριτικών των 7ου και 11ου ανακριτικών τμημάτων μαρτυρικές καταθέσεις, τα εκ μέρους του αναιρεσείοντος προσκομισθέντα και φερόμενα ως υπογραφέντα κατά το έτος 2001 από τον Ψ έγγραφα, το υπ' αριθμ. .....
πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στις προτάσεις του αναιρεσείοντος και των άλλων τριών εναγομένων. Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του εφετείου συνεκτίμηση και των αναφερόμενων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων, ορισμένα εκ των οποίων άλλωστε ρητώς μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ως προς την περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί εσφαλμένης από το εφετείο εκτιμήσεως ορισμένων από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του εφετείου δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρα 340 και 561 § 1 ΚΠολΔ).
Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 4198/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ