Legislator Case Law & Legislation
880/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on procedural grounds but dismisses substantive arguments regarding document interpretation.

Case Number 880/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus, remanding the case for retrial on specific grounds. The appellant argued that the lower court failed to properly examine the general power of attorney and misinterpreted the scope of the lawyer's authority. The court rejected these claims as inadmissible because the alleged errors concerned the evaluation of document content rather than a factual misreading, which falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 496, 559 no. 20, 561 no. 2, 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court merely evaluated the document's substance correctly, as such errors are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility document interpretation appellate review scope general power of attorney legal representation authority remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 496 of the Code of Civil Procedure
Article 570 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 880 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 880/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Παπασπύρου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ......... δικηγόρου, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4876/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 788/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2005 αίτησή του και τους από 8-12-2006 και 19-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 9-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου του κυρίου δικογράφου, του πρώτου του δικογράφου των προσθέτων λόγων της υπό κρίση αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 495 και 496 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, την οποία υπογράφει αυτός που καταθέτει, στο δικόγραφο σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση, ο δε αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας του δικαστηρίου καταχωρεί την έκθεση στο βιβλίο που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 496 ΚΠολΔ.

Ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, που κατέθεσε εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της δεν αναφέρεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το δικαστήριο που την εξέδωσε, ούτε το βιβλίο στο οποίο καταχωρήθηκε, ούτε προκύπτει η νομιμοποίηση του καταθέσαντος το δικόγραφο δικηγόρου, καθόσον στην έκθεση αναφέρεται ότι την κατάθεση ενήργησε ο δικηγόρος Ηλίας Δρακουλόγκωνας ως εκπρόσωπός του δικηγόρου Κων/νου Παπασπύρου και όχι κατ' εντολή του αναιρεσείοντος.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση και το δικαστήριο που την εξέδωσε προκύπτουν από το δικόγραφο της αναιρέσεως, στην έκθεση αναφέρεται ότι η αναίρεση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο με αριθμό 123/2005 και δεν αποτελεί στοιχείο της εκθέσεως αναφορά ότι ο ενεργήσας την κατάθεση της αναιρέσεως δικηγόρος είχε προς τούτο την ειδική εντολή του αναιρεσείοντος.

Επομένως, η ένσταση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος με τις ίδιες προτάσεις του προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της αναιρέσεως, λόγω αποδοχής από τον αναιρεσείοντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με την από 20.9.2005 εξώδικη προσφορά του του προσέφερε το επιδικασθέν κεφάλαιο, τους τόκους υπερημερίας και τη δικαστική δαπάνη.

Η ένσταση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι ναι μεν, κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αποδοχή της αποφάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, καθιστά απαράδεκτο το μετά από αυτή ασκηθέν ένδικο μέσο της αναιρέσεως, πλην όμως δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή από την εκούσια πληρωμή εκ μέρους του οφειλέτη των επιδικασθέντων με τελεσίδικη απόφαση κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών εξόδων, αφού η καταβολή αυτών γίνεται προς αποφυγή για τον οφειλέτη συνεπειών, ήτοι προκειμένου να αποφύγει την σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση της τελεσίδικης αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 92 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1984 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου συνάγεται, ότι η αμοιβή του δικηγόρου που έχει συμφωνηθεί από την έκβαση της δίκης προϋποθέτει ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως και συνεπώς ζήτημα αμοιβής του δικηγόρου τότε μόνο δύναται να ανακύψει όταν κερδηθεί τελεσιδίκως η δίκη, από την έκβαση της οποίας είχε συμφωνηθεί ότι θα εξαρτάται η αμοιβή.

Η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι περατώσεως τελεσιδίκως της δίκης, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να γίνει ατύπως και σιωπηρώς, αρκεί να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά του, είτε με βάση τη νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής.

Μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική αυτή εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσης με τη σύμβαση αυτή αμοιβής, δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με την χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.

Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή, ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης.

Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται ν' αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει προεισπράξει (ΑΠ 580/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ιδίου Κώδικα, αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης.

Επομένως, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αναβλητικής αιρέσεως αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του και άρα πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή αυτή (ΑΠ 1239/2003, ΑΠ 1774/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος εκθέτει στην ένδικη αγωγή, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων από τις αρχές του έτους 1996 μέχρι και στις 28.12.2002 του έδωσε την εντολή να προβεί ως δικηγόρος σε όλες τις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την είσπραξη απαιτήσεων του κατά του θείου του .......

και των κληρονόμων ...... και συμφώνησαν, ότι σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της εντολής, είτε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, είτε με συμβιβασμό, ο ενάγων θα λάβει ως αμοιβή ποσοστό 20% επί του τελικού θετικού αποτελέσματος, σε περίπτωση δε αποτυχίας δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή. Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής προέβη ο ενάγων σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ότι η υπόθεση του ........

επιλύθηκε το Μάιο του έτους 2002 με συμβιβασμό, από τον οποίο ο εναγόμενος έλαβε 99.160.556 δρχ. και για την υπόθεση κληρονόμων ........ εκδόθηκε η 10453/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επεδίκασε στον εναγόμενο για κεφάλαιο και τόκους το ποσό των 124.359,35 ευρώ. Ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος στις 4.2.2003 ανεκάλεσε αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή.

Κατόπιν αυτών ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, μετά την αφαίρεση του ποσού των 58.694.06 που έλαβε ως προκαταβολή την 7.11.2000, το ποσό των 126.518,90 δρχ. Με το περιεχόμενο αυτό το δικόγραφο της αγωγής ως προς την υπόθεση του ......., περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνταν κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, για τη νομική της θεμελίωση, η δε αναφορά σ' αυτή της προκαταβολής έναντι της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον από το περιεχόμενό της δεν προκύπτει ότι οι διάδικοι θέλησαν την κατάργηση της εργολαβικής σύμβασης και τον προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου σύμφωνα με τα ελάχιστα νόμιμα όρια του Κώδικα Δικηγόρων.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή ορισμένη ως προς την υπόθεση αυτή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο το δικόγραφο της. Έτσι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, στην υπόθεση κληρονόμων ......... δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι, αν δεν είχε ανακληθεί η εντολή, ο ενάγων δικηγόρος θα διεκπεραίωνε επιτυχώς την υπόθεση που του ανέθεσε ο αναιρεσείων εναγόμενος με βέβαιη κατάληξη την τελεσίδικη ευδοκίμηση της από 27.11.1990 αγωγής. Την έλλειψη του στοιχείου αυτού δεν αναπληρώνει το μνημονευόμενο στην αγωγή γεγονός, ότι η επίδικη σύμβαση συνομολογήθηκε μόνο για την περίπτωση επιτυχημένης τελεσίδικης εκβάσεως της δίκης, αφού το περιστατικό αυτό είναι απλώς στοιχείο της συμβάσεως εργολαβίας και δεν προδιαγράφει την έκβαση της προκειμένης διαφοράς και η αγωγή για την υπόθεση αυτή είναι αόριστη.

Επομένως, το Εφετείο που δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής ως προς την υπόθεση αυτή, την οποία (αοριστία) ο αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτώς με πρόσθετο λόγο εφέσεως, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ως προς το δεύτερο σκέλος του.

Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενο αφ' ενός μεν ότι καταρτίστηκαν οι επίδικες εργολαβικές συμβάσεις και αφ' ετέρου ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 58.694,06 ευρώ, που αναιρεί την εργολαβική σύμβαση.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το ως άνω ποσό καταβλήθηκε ως προκαταβολή έναντι της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, η οποία δεν επιφέρει, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, την κατάργηση της συμβάσεως εργολαβίας. Ως προς την υπόθεση των διαφορών με συγγενείς, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:

Πρόκειται για την εντολή προς διεκπεραίωση οικονομικών εκκρεμοτήτων που είχε ο αναιρεσείων με το θείο του (αδελφό του πατέρα του) ......., σχετικές με την απόληψη κερδών δύο οικογενειακών επιχειρήσεων, ήτοι της ξενοδοχειακής με την επωνυμία "TOYRINCO AE" και της βιομηχανικής, με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία σπάγκων και σχοινιών με την επωνυμία ".........

ΕΕ". Στις επιχειρήσεις αυτές ο αναιρεσείων με τον θείο του είχε σοβαρές διενέξεις σε σχέση με την απόληψη μεριδίου επί των κερδών τουλάχιστον από του έτους 1993. Ο αναιρεσίβλητος, λαβών σχετική εντολή από τον αναιρεσείοντα, προέβη σε σειρά ενεργειών προς πιστοποίηση και προσδιορισμό της αξιώσεως του εντολέα του, προς εξασφάλισή της και εν τέλει προς άρση της αντιδικίας μέσω της συμβιβαστικής οδού.

Ο χειρισμός από τον αναιρεσίβλητο της εν λόγω υποθέσεως αποδεικνύεται και από σειρά σχετικής με αυτή και μη αμφισβητούμενης αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά και από στοιχεία που περιήλθαν στον αναιρεσίβλητο από έρευνες που πραγματοποίησε στο Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου και στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ναυπλίου προς εντοπισμό χρήσιμων για τα συμφέροντα του εντολέα του στοιχείων.

Ο αναιρεσείων, αρνούμενος την ανάμειξη του αναιρεσιβλήτου στην εν λόγω υπόθεση δεν δικαιολογεί με πειστικότητα και επαρκή τεκμηρίωση τη σχετιζόμενη με αυτή αλληλογραφία τους, τη διαρκή ενημέρωση από τον αναιρεσίβλητο για τα επί μέρους ζητήματα της υποθέσεως, ούτε τέλος την προσωπική τους συνεργασία και ενημέρωση σε σχέση με το από 15.5.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο επιτεύχθηκε η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς δια της εισπράξεως απ' αυτόν ποσού 99.160,556 δρχ.

ή 291.006,76 ευρώ. Για την περίπτωση επιτυχούς (και μόνο) εκβάσεως της παραπάνω υποθέσεως είχε συμφωνηθεί εγκύρως μεταξύ των διαδίκων, ότι ο ενάγων θα ελάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της, ώστε να δικαιούται το ποσό των 58.201,35 ευρώ (291.006,76Χ20%). Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα, ότι συμφωνήθηκε ως αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ποσοστό 20%, που εξαρτήθηκε από το αποτέλεσμα της εργασίας του για την εξώδικη επίλυση της ως άνω διαφοράς και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις παραδοχές του Εφετείου, ότι "ο χειρισμός από τον ενάγοντα της εν λόγω υποθέσεως αποδεικνύεται και από σειρά σχετικής με αυτή και μη αμφισβητούμενης αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων" πλήττει την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, ως προς το ίδιο ζήτημα και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δέκατος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως.

Για την υπόθεση ...... το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: πρόκειται για προσπάθεια εξασφαλίσεως της αποδόσεως δανείου ποσού 20.000.000 δρχ., το οποίο ο εναγόμενος είχε χορηγήσει προς τον ......... Τούτο είχε ανέλθει κατ' έτος 1999 μετά των τόκων στο ποσό των 20.000.000 δρχ. και η απόδοση του θεωρούνταν από τον εναγόμενο επισφαλής.

Κατόπιν ενεργειών του ενάγοντος, για τις οποίες χρειάσθηκε να πραγματοποιήσει τρία ταξίδια στη ......., συμφωνήθηκε να μεταβιβάσει η σύζυγος του δανειολήπτη, Ειρηνοδίκης ........., το ανήκον σ' αυτή και ευρισκόμενο επί της οδού ....... διαμέρισμα, εμβαδού 83,52 τ.μ., εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 28.000.000 δρχ. Η μεταβίβαση έγινε αιτία πωλήσεως δυνάμει του υπ' αριθμ. .........συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς ........, ενώ προηγουμένως ο ενάγων είχε επιμεληθεί του ελέγχου των σχετικών τίτλων, της καταβολής του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως και της εξοφλήσεως δανείου, το οποίο είχε λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η πωλήτρια, όταν είχε αγοράσει το διαμέρισμα.

Παράλληλα ο ενάγων συνέταξε το από 17.9.1999 μισθωτήριο, δυνάμει του οποίου το ζεύγος ...... και ........ θα παρέμειναν επί τριετία στο πωλούμενο διαμέρισμα ως μισθωτές. Επίσης ο ενάγων συνέταξε σχέδιο συμφωνίας (συμφώνου εξωνήσεως) περί της δυνατότητας αναμεταβιβάσεως του εν λόγω διαμερίσματος στην πωλήτρια, εφόσον καταβαλλόταν το ποσό του δανείου μετά των τόκων και τα συναφή με την αναμεταβίβαση έξοδα.

Για την υπόθεση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να λάβει ο ενάγων, ως κατ' αποκοπή ορισθείσα αμοιβή, το ποσό των 2.000.000 δρχ, που θεωρείται δίκαιο και εύλογο εν όψει των παραπάνω ενεργειών του, οι οποίες μάλιστα απέβησαν επιτυχείς για τα συμφέροντα του εντολέα του. Από το ποσό αυτό ο ενάγων έλαβε μέρος εκ δραχμών 201.330 και απομένει υπόλοιπο εκ δραχμών 1.798.670 (ήτοι 5.278,56 ευρώ).

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 92 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την εντολή του εναγομένου προς τον ενάγοντα να διεξάγει την υπόθεση αυτή και τη συμφωνηθείσα δικηγορική του αμοιβή.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος, ποσού 2.000.000, που προέρχεται από συμβατικούς τόκους δύο ετών δανείου αυτού προς τον αναιρεσίβλητο ύψους 20.000.000 δρχ.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει, ότι ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), ούτε επαναφέρεται νομίμως στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο και την επίκληση της εξαίρεσης των άρθρων 269, 527 παρ. 3 ΚΠολΔ και 442 ΑΚ.

Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τους έκτο και έβδομο λόγους του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες του αναιρεσιβλήτου στην αγωγή, ότι την επίδικη εργολαβική σύμβαση για την υπόθεση των διαφορών με συγγενείς κατήρτισε σε μεταγενέστερο χρόνο από το έτος 1996, που αυτό δέχθηκε.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η ομολογία αυτή δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον ακριβή χρόνο κατάρτισης της επίδικης εργολαβικής συμβάσεως. Με τον όγδοο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την .......

απόδειξη παροχής υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, στην οποία δήλωσε πλήρη εξόφληση της αμοιβής και των εξόδων του στην υπόθεση ......, ως και τον πίνακα αμοιβών και εξόδων, συμβολαιογραφικών και δικηγορικών, που συνέταξε η συμβολαιογράφος - σύζυγός του, από τον οποίο προκύπτει ότι εισέπραξε το ποσό των 540.000 δρχ.

Ο λόγος αυτός, ως προς την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εξοφλήσεως της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι καταβλήθηκε σ' αυτόν μόνο το ποσό των 201.330 δρχ.

Ως προς την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ο λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της, ότι στον αναιρεσίβλητο έναντι της συμφωνηθείσας δικηγορικής του αμοιβής των 2.000.000 δρχ.

για την υπόθεση ...... κατεβλήθη μόνο το ποσό των 201.330 δρχ. και επιδικάστηκε ως υπόλοιπο 1.798.670 δρχ., καθίστανταν βέβαιο χωρίς αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα ανωτέρω έγγραφα. Με τον ένατο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ή από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι στην υπόθεση .......

το σχέδιο του συμφώνου εξωνήσεως δεν τον συνέταξε ο ίδιος, αλλά το χορήγησε ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η ομολογία αυτή δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το ύψος της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, η οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή σε 2.000.000 δρχ.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση. Με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ....... γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς ......... με το να δεχθεί ότι σ' αυτό διαλαμβάνεται η εντολή για την κατάρτιση της επίδικης εργολαβικής σύμβασης, ενώ με αυτό παρέχονταν στον αναιρεσίβλητο η γενική πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης του αναιρεσείοντος στις σχετικές δίκες. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εργολαβική σύμβαση καταρτίστηκε προφορικώς το έτος 1996 και επιβεβαιώθηκε μεταγενέστερα με την χορήγηση στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο του ανωτέρω γενικού πληρεξουσίου.

Συνεπώς, με τον ως άνω λόγο της αναιρέσεως δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, μη υποκείμενο σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και πρέπει ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο κατά τ' ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ