Supreme Court dismisses appeals in property division case where appellant failed to propose new ground for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed both appeals filed against the final appellate court decision regarding property division between spouses. The appellant failed to propose a new ground for appeal under Article 559, while the appellee's appeal was rejected because the lower court had already ruled the claim inadmissible. Consequently, the court ordered the appellant to pay the appellee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on a new ground of appeal; if the lower court has already ruled a claim inadmissible, a subsequent appeal on the same grounds is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 87 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 87/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Θ. Η. του Κ., κατοίκου … , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και διόρισε τον παρόντα δικηγόρο Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Ι. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μακρόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Γ. Ι. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μακρόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Η. του Κ., κατοίκου …`, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και διόρισε τον παρόντα δικηγόρο Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2015 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας και την από 26/6/2015 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1919/2016 μη οριστική και 3322/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3105/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 14/9/2018 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 11/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητος ζήτησε την παραδοχή της από 14/9/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 11/12/2018 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα και υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητη την παραδοχή της από 11/12/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 14/9/2018 αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις κρινόμενες από 14-9-2018 και 11-12-2018 αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η 3105/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 3-1-2018 και 28-10-2017 εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 3322/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη την από 26-6-2015 αγωγή του Θ.
Η. με την οποία ασκούσε αξίωση από τα αποκτήματα, ενώ είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 2-1-2015, όμοιου αντικειμένου, αγωγή της Γ. Ι.. Οι αιτήσεις αναίρεσης, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Α) Επί της από 14-9-2018 αίτησης αναίρεσης του Θ.
Η. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010).
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η ένορκη βεβαίωση, δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, εκτός αν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς και περί αυτού να γίνεται μνεία στην βεβαίωση.
Εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, το έγκυρο της ένορκης βεβαίωσης ως διαδικαστικής πράξης και το παραδεκτό αυτής ως οικείου αποδεικτικού μέσου, δεν παραβλάπτονται από μόνο το γεγονός ότι η κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στη βεβαίωση δόθηκε, όχι την ακριβή ώρα που αναγράφεται στη σχετική κλήση, αλλά σε μεταγενέστερη μετ' εύλογη καθυστέρηση ώρα της ίδιας ημέρας, γνώση της οποίας είχε τη δυνατότητα να λάβει ο αντίδικος εξαιτίας της ανωτέρω για συγκεκριμένο χρόνο κλητεύσεώς του.
Η διάρκεια της αναμονής πέραν της αναγραφόμενης στην κλήση ώρας, κρίνεται εύλογη, μέχρι 15' από την ορισθείσα ώρα έναρξης, χωρίς να παραβλάπτεται από την καθυστέρηση, το κύρος της ένορκης βεβαίωσης. Αν, ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυρας που πρότεινε, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του πιο πάνω χρόνου, η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος μετά από το χρόνο αυτό, δεν αποτελεί νόμιμο, κατά την έννοια του νόμου, αποδεικτικό μέσο και αυτεπαγγέλτως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον μη εμφανισθέντα αντίδικο (ΟλΑΠ 20/2004, ΑΠ 278/2017, ΑΠ 802/2010).
Τούτο σαφώς συνάγεται από το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου, που συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στον τελευταίο να παραστεί στην εξέταση, ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα σ' αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409, 411 και 413 ΚΠολΔ, δικαιώματα, όπως και να προβάλει ενστάσεις και αιτήσεις (λ.χ.
εξαίρεσης του μάρτυρα) που καταχωρίζονται στην ένορκη βεβαίωση και θα κριθούν από το δικαστήριο, αλλά, επίσης, γνωρίζοντας αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσης, να μπορεί να την αντικρούσει με νέες ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 422 ΚΠολΔ). Το ίδιο συνάγεται και από την υποχρέωση που καθιερώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις, επί ποινή ακυρότητας της ένορκης βεβαίωσης, για αναφορά στην κλήση, εκτός των άλλων στοιχείων, και της ώρας λήψης της ένορκης βεβαίωσης και τούτο, όχι μόνο για τη διαπίστωση της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου, αλλά και για την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού.
Συνεπώς, η αναγραφή της ώρας λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, είναι αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης, καθόσον μόνο με αυτήν μπορεί να αποδειχθεί η παροχή της δυνατότητας που προαναφέρθηκε στον αντίδικο εκείνου που επισπεύδει την κατάθεση. Η παράλειψη αναφοράς της ώρας λήψης αυτής συνεπάγεται το μη νόμιμο της ένορκης βεβαίωσης.
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017). Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προτιθέμενος, μετά την έκδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης και εν όψει της συζήτησης των εκατέρωθεν εφέσεων που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατ' αυτής, να εξετάσει τους αναγραφόμενους μάρτυρες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσάνθης Στυλογιάννη, κοινοποίησε στην αντίδικό του αναιρεσίβλητη την από 31-1-2018 κλήση με την οποία καλεί αυτήν να παρασταθεί κατά την εξέτασή τους στον αναφερόμενο τόπο, "την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018 και από ώρας 9.30 έως ώρας 11.30".
Την κλήση αυτή, που περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία, επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 2-2-2018 ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιά Γεώργιος Καλλιγέρης (βλ. την 2735/2-2-2018 έκθεση επιδόσεως αυτού). Από τις προσκομιζόμενες … ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν για την εξέταση των μαρτύρων Δ.
Λ., Δ. Β., Π. Χ., Σ. Β., Μ. Γ. και Μ. Ζ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι, οι ανωτέρω μάρτυρες εμφανίστηκαν στην αναφερόμενη συμβολαιογράφο στο γραφείο του δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, που είχε οριστεί για την εξέτασή τους και κατέθεσαν ένορκα όσα αναφέρονται στο περιεχόμενο των πράξεων που συντάχθηκαν "στις επτά (7) του μήνα Φεβρουαρίου του έτους δύο χιλιάδες δεκαοκτώ (2018) ημέρα της εβδομάδας Τετάρτη".
Οι μάρτυρες κατέθεσαν ερήμην της κληθείσας αναιρεσίβλητης, δοθέντος ότι δεν αναφέρεται στις ένορκες βεβαιώσεις εμφάνιση αυτής. Επίσης, στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που νόμιμα προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα, με επίκληση στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, δεν αναγράφεται η ώρα κατά την οποία κατέθεσε κάθε μάρτυρας και συντάχθηκε η αντίστοιχη ένορκη βεβαίωση.
Λόγω αυτής της έλλειψης και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν ήταν νόμιμες, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν, λόγω της μη αναγραφής της ώρας κατάθεσης των μαρτύρων, να διαπιστωθεί αν λήφθηκαν την οριζόμενη στην κλήση ώρα ή σε άλλη, που ενδεχομένως να απείχε από την ορισθείσα, καθώς και ο τυχόν χρόνος απόστασης, αν η διαφορετική ώρα λήψης οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος ή των μαρτύρων του ή σε λόγο που τη δικαιολογεί και τελικά, αν η μη εμφάνιση της αναιρεσίβλητης κατά την κατάθεση των μαρτύρων οφείλεται σε υπαιτιότητα της ιδίας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα του προσκομισθέντος αποδεικτικού αυτού μέσου, με τη μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν επρόκειτο για νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κύρια θετική και ουσιαστική προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αλλά και για κάθε λόγο αυτής (ΑΠ 1663/2010), είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του. Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 342/2009).
Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, είτε με το να γίνει δεκτή η αγωγή του κ.λπ. είτε με το να απορριφθεί αγωγή κ.λπ. του αντιδίκου του, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, και ειδικότερα αν δημιουργείται από αυτές δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφεαυτής προσόντα διατακτικού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της απόφασης μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. (ΑΠ 855/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014).
Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος, δε, χρόνος για την ύπαρξή του είναι κατ' αρχήν ο χρόνος άσκησης του ενδίκου μέσου, οπωσδήποτε όμως πρέπει να υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΑΠ 1268/2017, ΑΠ 909/2006). Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του νικήσαντος διαδίκου για την άσκηση της αναίρεσης, πρέπει, για το παραδεκτό αυτής ή του αντίστοιχου λόγου της, να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του (ΑΠ 533/2017, ΑΠ 41/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι με την 3322/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 2-1-2015 αγωγή της Γ. Ι. με την οποία ισχυριζόμενη συμβολή της στην, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, περιουσιακή αύξηση του συζύγου της Θ.
Η., ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην τεκμαιρόμενη συμβολή της στην αύξηση αυτή, με την αιτιολογία ότι, και αν είναι αληθινός ο ισχυρισμός της περί της αύξησης της περιουσίας εκείνου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ενάγουσα δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή.
Ο Θ. Η. με τον τρίτο λόγο της από 2-12-2017 έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, διατύπωσε, το παράπονο ότι η απόφαση αυτή έσφαλε καθόσον έκρινε το ζήτημα της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, και δεν ερεύνησε ιεραρχικά πρώτα, όπως έπρεπε, τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης αρχικής περιουσίας καταφανώς υπέρτερης της τελικής περιουσίας του και συνεπώς περί ανυπαρξίας αύξησης της περιουσίας αυτού, ώστε με τέτοια αιτιολογία να απορρίψει την αγωγή της.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο λόγος αυτός της έφεσης του ως άνω αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι, αφού δεν αποδείχθηκε καμία συμβολή με οποιοδήποτε τρόπο της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου αυτών, <<παρέλκει η αναφορά των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αποτελούσαν την αρχική περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου του με την ενάγουσα, καθώς και της συγκρίσεως των δύο αυτών περιουσιών.
Τούτο διότι ακόμη και αληθούς υποτιθέμενου ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε σε αυτή την επαύξηση με την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ. Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, καταρριπτομένου εντεύθεν του νομίμου τεκμηρίου περί συμβολής της ενάγουσας κατά το ποσοστό του ενός τρίτου (1/3) στην ίδια επαύξηση>>.
Ο αναιρεσείων, που είναι νικήσας διάδικος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού απορρίφθηκε η κατ' αυτού αγωγή της συζύγου του, μέμφεται, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ως άνω τρίτου λόγου της έφεσής του, με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έσφαλε με το να ερευνήσει πρώτα την ύπαρξη συμβολής της αντιδίκου του στην αύξηση της περιουσίας του, χωρίς να ερευνήσει και διαπιστώσει προηγουμένως αν αυξήθηκε η περιουσία αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον, ενώ ο αναιρεσείων είναι νικήσας διάδικος δεν επικαλείται στο αναιρετήριο την ύπαρξη συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος για την, με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, προσβολή της αιτιολογίας απόρριψης της σε βάρος του αγωγής της αντιδίκου του.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκείμενη περίπτωση ο άνω αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μνημονευόμενων στην απόφασή του αποδείξεων είσπραξης που είχε επικαλεστεί αυτός και είχε προσκομίσει για να αποδείξει ότι ο ίδιος είχε καταβάλει το σύνολο των χρημάτων για την αγορά του οικοπέδου στην Κηφισιά και την κατασκευή σ' αυτό της οικίας τους.
Ειδικότερα, διατείνεται προς τούτο ότι το Εφετείο, δεν αξιολόγησε την ανάλυση του περιεχομένου των αποδείξεων αυτών την οποία εξέθεσε εκτενώς στις προτάσεις του ενώπιον αυτού, με βάση την οποία αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που αφορούν οι αποδείξεις είσπραξης ήταν δικά του χρήματα και η αντίδικός του, απλά ως τρίτη, κατέθεσε αυτά στο λογαριασμό του, και ότι από την ανάλυση του περιεχομένου των επίμαχων αποδείξεων καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας συνάγεται ότι, αν η προσβαλλόμενη απόφαση την είχε εκτιμήσει με την αναλογούσα βαρύτητα και είχε αναγνώσει και αξιολογήσει τις επίμαχες αυτές αποδείξεις καταθέσεως, επισκοπώντας ορθά τις αναγραφές στα διάφορα πεδία που απέμειναν κενά και δεν συμπληρώθηκαν από την αντίδικό του κατά την πραγματοποίηση των καταθέσεων, θα είχε οδηγηθεί σε πόρισμα αντίθετο από εκείνο στο οποίο κατέληξε, δηλαδή θα είχε δεχθεί ότι επρόκειτο πράγματι για δικά του χρήματα που κατέθεσε αυτή για λογαριασμό του.
Επίσης, ισχυρίζεται στον άνω λόγο αναίρεσης, για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας, ότι εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είχε αναγνώσει, επισκοπήσει και αξιολογήσει ορθά, σύμφωνα με την πραγματική λειτουργία τους, τις πιο πάνω αναφερόμενες επίμαχες αποδείξεις κατάθεσης χρημάτων στο λογαριασμό του της Εθνικής Τράπεζας, δεν θα είχε οδηγηθεί στο διαγνωστικό λάθος να αποδώσει στις αποδείξεις αυτές περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο γι' αυτόν, ότι δηλαδή η αντίδικός του κατέθετε στο λογαριασμό του δήθεν δικά της χρήματα, που δαπανήθηκαν για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση της οικίας τους στην … και ότι συνεπώς δεν κατέβαλε αυτός το σύνολο των χρημάτων για την αγορά και κατασκευή, δεχόμενη (η απόφαση) ακολούθως ότι η συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της αντιδίκου του, αποτελούμενης από το εν λόγω οικόπεδο και οικία, ανέρχονταν στο ένα τρίτο και όχι στο 100% όπως είχε ισχυριστεί και αποδείξει.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται παραμόρφωση των επικαλούμενων αποδεικτικών εγγράφων, ήτοι των αποδείξεων είσπραξης (κατάθεσης χρημάτων) στον με αριθμό ... κοινό των διαδίκων λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, με την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ήτοι ότι το Εφετείο, συνεπεία εσφαλμένης ανάγνωσης του περιεχόμενου των αποδείξεων αυτών, δέχθηκε ότι σ' αυτές αναφέρεται διαφορετικό πρόσωπο που ήταν κύριος των χρημάτων που καταθέτονταν στο λογαριασμό, και συγκεκριμένα ότι, ενώ αναγράφονταν ότι τα χρήματα ανήκαν στον αναιρεσείοντα και απλώς η αντίδικός του κατέθετε αυτά, το Εφετείο δέχθηκε αντίθετα ότι αναγράφεται ότι κυρία τούτων είναι η καταθέτης των χρημάτων αντίδικος αυτού, αλλά μέμφεται το Εφετείο επειδή δεν επισκόπησε και δεν αξιολόγησε ορθά το περιεχόμενό τους, σύμφωνα και με την ανάλυση του περιεχομένου τούτων από τον ίδιο στις προτάσεις του και λόγω αυτής της, κατ' αυτόν, μη ορθής αξιολόγησης, κατέληξε ως προς το ζήτημα τούτο σε κρίση διαφορετική από εκείνη που ο ίδιος θεωρεί ορθή.
Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα, δεν ιδρύει την προβαλλόμενη παραμόρφωση των επίμαχων αποδείξεων και τον προβλέποντα αυτή αναιρετικό λόγο, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1696/2018).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014).
Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 492/2017).
Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του δικαιούχου ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου εναγομένου, μπορεί να συνίσταται στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή.
Ειδικότερα, ο ενάγων σύζυγος, ο οποίος ασκεί την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, μπορεί να μην περιοριστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά να θεμελιώσει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και να επικαλεστεί συμβολή αυτού στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με οποιοδήποτε τρόπο είτε στο σύνολο της αύξησης, είτε σε ποσοστό μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου, την οποία φέρει το βάρος να αποδείξει.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1071/2010, ΑΠ 413/1993).
Ουσιώδες στοιχείο του, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, σχετικά με τα "ζητήματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, σύμφωνα με το νόμο, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 793/2015).
Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις του νομικού συλλογισμού που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011), γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται πλήρως και σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 286/2016). Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του που αποτελεί τη βάση της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσής του, ότι αυτός συνέβαλε κατά ποσοστό 100% στην αγορά του οικοπέδου στην … και την κατασκευή της οικίας σ' αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τις ουσιώδεις για την εκτίμηση της συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, ουσιαστικές παραδοχές του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο οικοπέδου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, οι διάδικοι απέκτησαν, κατά ποσοστό ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την κυριότητα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, στη θέση "… " ή "… " της περιφέρειας του Δήμου …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου …, στο οικοδομικό τετράγωνο 392 και στη διασταύρωση των οδών … και …, εμβαδού 1005,93 τετραγωνικών μέτρων, στο οποίο ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
άδειας οικοδομής, ανήγειραν διώροφη κατοικία, η οποία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικής επιφάνειας 354,30 τετραγωνικών μέτρων. Η ίδια ιδιοκτησία περιλαμβάνει και εσωτερικό στεγασμένο χώρο στάθμευσης δύο (2) αυτοκινήτων, κήπο και εξωτερική πισίνα. Οι διάδικοι συνομολογούν ότι η συνολική αγοραία αξία της ίδιας κατοικίας μαζί με το οικόπεδο ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου τους (02.01.2015) στο χρηματικό ποσό των 4.500.000,00 ευρώ, ώστε η επαύξηση της περιουσίας της Γ.
Ι. κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 2.250.00,00 ευρώ (4.500.000,00 διά 2). Ο ενάγων της από 26.06.2915 αγωγής, Θ. Η., ισχυρίζεται ότι συνέβαλε κατά ποσοστό 100% στη συγκεκριμένη επαύξηση, επειδή η πρώην σύζυγός του αγόρασε το προαναφερθέν ποσοστό εξ αδιαιρέτου του συγκεκριμένου οικοπέδου με χρήματα, τα οποία εκείνος της δώρισε άτυπα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ενόψει και του ότι εργαζόταν ως δικηγόρος, καλύπτοντας αποκλειστικά ο ίδιος όλα τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς τους, πέρα από τη νόμιμη υποχρέωσή του με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, ενώ η σύζυγός του Γ.
Ι. δεν εργαζόταν και ακόμη ότι ο ίδιος κατέβαλε, αποκλειστικά με δικά του χρήματα, όλα τα έξοδα ανεγέρσεως της μονοκατοικίας στο οικόπεδο των διαδίκων, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό χρηματικό ποσό των 63.294.801 δραχμών, δωρίζοντας από τα χρήματα αυτά στην εναγομένη, εκείνα τα οποία αντιστοιχούσαν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του εν λόγω ακινήτου.
Ο ισχυρισμός αυτός, εν τούτοις, δεν ευρίσκει επαρκές έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του οποίου δεν δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την επικαλούμενη αποκλειστική συμβολή (σε ποσοστό 100%) του Θ. Η. στην επαύξηση της περιουσίας της Γ. Ι. ούτε για το ότι η εξόφληση του τιμήματος της αγοράς του οικοπέδου στην …, καθώς και η ανέγερση σε αυτό της κατοικίας των διαδίκων έγιναν αποκλειστικά με χρήματα του ίδιου ενάγοντος και μετά από σχετικές δωρεές χρηματικών ποσών στην τότε σύζυγό του.
Οι διάδικοι διατηρούσαν τον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, από τον οποίο κατ' έτος 1987 έγιναν αναλήψεις για την καταβολή μέρους του τιμήματος στην πωλήτρια του προαναφερθέντος ακινήτου στην …, Ι. Μ.-Μ., όπως και για την καταβολή του σχετικού φόρου μεταβίβασης και των συμβολαιογραφικών εξόδων.
Στον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε τμηματικά από τη Γ. Ι. το συνολικό χρηματικό ποσό των 18.982.000 δραχμών σε μετρητά και μέσω επιταγών, από τον Ιανουάριο του 1998 (σημ. εννοεί προφανώς 1988) μέχρι τον Ιανουάριο του 1990, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μερικών μηνών μετά τη σύνταξη του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη και κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής της κατοικίας των διαδίκων (βλ.
την από 13.01.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών, την από 20.01.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 348.000 δραχμών, την από 27.01.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, την από 29.02.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 600.000 δραχμών, την από 16.03.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 200.000 δραχμών, την από 11.10.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών, την από 13.10.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών, την από 25.10.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, την από 22.11.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 9.400.000 δραχμών, την από 01.12.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών, την από 22.12.1988 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 84.000 δραχμών, την από 16.05.1989 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών, την από 20.06.1989 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 2.000.000 δραχμών και την από 30.01.1990 απόδειξη είσπραξης για το χρηματικό ποσό των 250.000 δραχμών), ενώ την 11.03.1988 και την 05.11.1997 έχουν επίσης κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό από τη μητέρα της ίδιας διαδίκου, Δ.
Ι., τα χρηματικά ποσά των 140.000 δραχμών και των 2.000.000 δραχμών, αντίστοιχα. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του Θ. Η., που διατυπώθηκε με την από 29.10.2015 προσθήκη των αρχικών του προτάσεων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι τα παραπάνω χρήματα απλώς καταθέτονταν από τη Γ. Ι. για λογαριασμό του και αποτελούσαν απολαβές από τη δική του επαγγελματική δραστηριότητα και από επενδύσεις του, αφού μάλιστα στην αιτιολογία καταθέσεως των σχετικών χρηματικών ποσών δεν αναφέρεται ούτε το ονοματεπώνυμο του Θ.
Η. ούτε τα ονοματεπώνυμα τυχόν πελατών του ούτε από ποιές ειδικότερα προσδιορισμένες νομικές υπηρεσίες ή από ποιές άλλες συγκεκριμένες δραστηριότητες αυτά προέρχονταν (βλ. και την υπ' αριθμ. 3119/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα σε δίκη μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο την εικονικότητα της αγοράς του επίμαχου ποσοστού 50% οικοπέδου στην … από την Γ.
Ι., αλλιώς την αγορά τούτου σε εκτέλεση άτυπης εντολής του Θ. Η., στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι οι διάδικοι είχαν κοινό ταμείο και διατηρούσαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους κατέθεταν και οι δύο χρηματικά ποσά, τα οποία ως προς τη Γ. Ι. προέρχονταν από δωρεές των γονέων της). Επιπλέον, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του ιδίου, ως άνω, αποδεικτικού υλικού, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια και ασφάλεια το ποσοστό συμβολής του Θ.
Η. στην επαύξηση της περιουσίας της Γ. Ι., περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος, αφού δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια η έκταση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και τα εν γένει εισοδήματά του από αυτήν και από άλλες πηγές, ενόψει και του ότι ο ίδιος δεν προσκομίζει φορολογικές δηλώσεις ή εκκαθαριστικά σημειώματα αυτών για όλα τα έτη του γάμου των διαδίκων, παρά μόνο για το έτος 1983.
Συνεπώς, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και είναι εντεύθεν απορριπτέα η στηριζόμενη στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κύρια βάση της από 26.06.2015 αγωγής. Αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η επικουρική βάση της ίδιας αγωγής ως προς την τεκμαιρόμενη συμβολή του Θ.
Η. στην επαύξηση της περιουσίας της Γ. Ι., ενόψει δε του ότι η περιουσία της κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αυξήθηκε κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 2.250.000,00 ευρώ, η συμβολή του πρώην συζύγου της στην επαύξηση αυτή τεκμαίρεται στο ποσοστό του ενός τρίτου (1/3)>>. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ουσιώδες για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ζήτημα, ήτοι της ουσιαστικής ή μη βασιμότητας του, στηρίζοντος την αγωγική περί αποκτημάτων αξίωση, ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι αυτός συνέβαλε κατά ποσοστό 100% στην αγορά του περιγραφόμενου οικοπέδου στην … και την κατασκευή της οικίας σ' αυτό, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε, ύστερα από τη συνεκτίμηση των προσκομισθέντων νόμιμα από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, ότι το τίμημα αγοράς του οικοπέδου, τα συμβολαιογραφικά έξοδα και ο φόρος μεταβίβασης, καθώς και οι δαπάνες κατασκευής σ' αυτό της οικοδομής, καλύφθηκαν και από χρήματα τα οποία αναλήφθηκαν από κοινό των διαδίκων λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, ότι στο λογαριασμό αυτό κατέθετε χρήματα και η αναιρεσίβλητη Γ.
Ι., αλλά και η μητέρα αυτής για λογαριασμό της, καθώς επίσης και ότι δεν αποδείχθηκε με ακρίβεια και ασφάλεια το ποσοστό συμβολής του αναιρεσείοντος Θ. Η. στην επαύξηση της περιουσίας της άνω αναιρεσίβλητης, συνιστάμενης στο αποκτηθέν δικαίωμα κυριότητας κατά ποσοστό 50% του οικοπέδου και της οικίας. Με τις σαφείς αυτές παραδοχές του απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος που διώκονταν η αξίωση αποκτημάτων με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, αφού δέχεται σαφώς ότι και η αναιρεσίβλητη ήταν κυρία των χρημάτων τα οποία δαπανήθηκαν για την επαύξηση της περιουσίας της με την απόκτηση του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου και της οικίας.
Ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση των αιτιάσεων της επικαλούμενης διάταξης περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, προσβάλει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που προκύπτει από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενος σφάλμα αυτού ως προς την αξιολόγηση των στοιχείων των μνημονευόμενων αποδείξεων τραπεζικών καταθέσεων, ιδίως ως προς τα φερόμενα ασυμπλήρωτα στοιχεία αυτών, και για τη συναγωγή κρίσης ότι τα χρήματα που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ανήκαν σ' αυτήν, σφάλμα στο ότι δεν αξιολόγησε την πληθώρα αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και εισπράξεων από επενδύσεις του και τις φορολογικές του δηλώσεις, που αυτός προσκόμισε, καθώς και το ότι, δεν αιτιολόγησε, κρίνοντας με βάση τα εισοδήματά του από αμοιβές πελατών και από επενδύσεις, γιατί υπήρχε ανάγκη συμβολής στις αντίστοιχες δαπάνες της αποδεδειγμένα οικονομικά αδύνατης αναιρεσίβλητης, ενώ ο ίδιος, κατά τους κρίσιμους χρόνους (1987-1990) διέθετε όλα τα χρήματα για την κάλυψη του συνολικού τιμήματος αγοράς του οικοπέδου και της κατασκευής της οικοδομής σ' αυτό.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές, αφορούν σφάλματα που ανάγονται στην εκτίμηση, την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και τα συναγόμενα εξ αυτών επιχειρήματα, στη μη ιδιαίτερη και μη διεξοδική ανάλυση αυτών, ώστε να δικαιολογείται γιατί το Εφετείο πείστηκε για την κρίση που σχημάτισε και γιατί δεν σχημάτισε εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή, και, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον τέταρτο αναιρετικό, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, η από 14-9-2018 αίτηση αναίρεσης του Θ. Η. για αναίρεση της 3105/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Β) Επί της από 11-12-2018 αίτησης αναίρεσης της Γ. Ι. Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως διαμορφώθηκε με το ν.1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Όταν από το δικαιούχο σύζυγο ζητείται, κυρίως ή και επικουρικά σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ, η επιδίκαση του τεκμαιρομένου, κατά την παρ. 1 περ. β' του ίδιου άρθρου, ποσοστού των αποκτημάτων, δηλαδή η αγωγή του στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, θα δικαιούται αυτός το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή.
Σ' αυτή την περίπτωση, η αξίωσή του, μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον, οφείλει ο δικαιούχος σύζυγος να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική, κατά το χρόνο που η απόφαση για τη λύση ή ακύρωση του γάμου έγινε αμετάκλητη, και στην περίπτωση της τριετούς διάστασης κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής, περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία και των δύο κατά το χρόνο αυτό, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.
Εκτός από την ανωτέρω προϋπόθεση, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1173/2012, ΑΠ 411/2004).
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, με ένσταση, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή κεφαλαίων, είτε στην παροχή απ' αυτόν υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο (όπως για τη φροντίδα της λειτουργίας του συζυγικού οίκου, την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών της οικογένειας, την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων), μόνο, όμως, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο (μέτρο) ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης σχετικής υποχρέωσής του και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, ήτοι την αυτοπρόσωπη εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ως βάση τις δραστηριότητες της ομαλής λειτουργίας και οργάνωσης της οικογενειακής στέγης και των αναγκαίων προσωπικών βιοτικών αναγκών των μελών της οικογένειας και σχετίζονται με την κοινότητα βίου, τα εισοδήματά τους που προέρχονται από την παροχή εργασίας, εκμετάλλευση περιουσίας ή άλλη επικερδή δραστηριότητα και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1048/2009). Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας-του εναγομένου συζύγου του, δεν απαιτείται όταν η αγωγή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντίθετα απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.
Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, όπως και οποιαδήποτε υλική παροχή, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να εξέρχονται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και μόνο κατά το μέτρο αυτό της υπέρβασης οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1280/2014) και η συμβολή στηρίζει την αξίωση στα αποκτήματα.
Έτσι, αν η παροχή αυτών των υπηρεσιών, ανταποκρίνεται μόνο στην, από τις διατάξεις αυτές, υποχρέωση του δικαιούχου συζύγου για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, και δεν υπερβαίνει αυτό το μέτρο, δεν υπάρχει συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τον προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό της άνω αναιρεσείουσας συζύγου ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου συζύγου της, καθώς και την προταθείσα από τον τελευταίο ένσταση ότι η ενάγουσα σύζυγος δεν είχε καμία συμβολή στην επαύξηση αυτή, δέχθηκε και τα ακόλουθα: <<Ως προς το ζήτημα της συμβολής της διαδίκου (ενάγουσας της πρώτης αγωγής) Γ.
Ι. στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου πρώην συζύγου της, ενόψει της αποκτήσεως από αυτόν των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του γάμου τους, επισημαίνεται εν πρώτοις ότι, όπως η εν λόγω ενάγουσα συνομολογεί στην αγωγή της, η ίδια δεν εργαζόταν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, ενώ ο εναγόμενος εργαζόταν ως δικηγόρος με ειδίκευση στο πτωχευτικό δίκαιο, έχοντας αξιόλογη πελατεία, μεγάλο κύκλο εργασιών και πολύ αυξημένες απολαβές.
Επίσης, αποδεικνύεται ότι, η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του ίδιου γάμου παρείχε τις επικαλούμενες στην αγωγή της υπηρεσίες, δηλαδή αγορά αγαθών για την οικογενειακή κατοικία, παρασκευή φαγητού, καθαριότητα, καθαρισμό και σιδέρωμα του οικογενειακού ιματισμού, επίβλεψη και ανατροφή των δύο τέκνων των διαδίκων, χωρίς όμως οι υπηρεσίες αυτές να υπερβαίνουν το μέτρο της νόμιμης (κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ) υποχρεώσεώς της για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Μάλιστα ούτε η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι οι προαναφερθείσες υπηρεσίες υπερέβαιναν τη νόμιμη υποχρέωσή της ούτε εκθέτει κάποια ιδιάζοντα και εξαιρετικά περιστατικά ως προς την παροχή των υπηρεσιών αυτών ούτε περιγράφει κάποιες ιδιαίτερες φροντίδες ως προς τα τέκνα της, ώστε βάσιμα να εκτιμάται ότι πρόκειται περί ομολογίας, σύμφωνα με τον κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.
ερμηνευτικό κανόνα, ότι οι ίδιες υπηρεσίες παρέχονταν στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 Α.Κ.. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, για τις ανάγκες της οικογένειας των διαδίκων, οι τελευταίοι απασχολούσαν επιπρόσθετα κατά τη διάρκεια του γάμου τους και υπηρετικό προσωπικό (οικιακές βοηθούς και κηπουρό), όπως κατέθεσε ενόρκως και η Γ.
Σ., θεία της ενάγουσας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 16.11.2015 (<<...της έφερνε και γυναίκες... >>), αλλά και νταντά για την ανατροφή των τέκνων τους, όπως κατέθεσε κατά την ίδια ημερομηνία ο μάρτυρας του εναγομένου Κ. Κ.. Εξάλλου, στην από 22.01.2008 επιστολή των δύο τέκνων των διαδίκων προς τον εναγόμενο δια της πρώτης αγωγής πατέρα τους, εκείνα αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι <<ανατράφηκαν με υπηρέτριες>>, ενώ επίσης ο Κ.
Η. και Γ. Η. φοίτησαν στον παιδικό σταθμό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Σ. & Σ. Ε.Π.Ε." στην οδό …, ο πρώτος από το 1985 μέχρι το 1988 και ο δεύτερος από το 1989 μέχρι το 1991, συνεπώς κατά τις ώρες απασχόλησής τους εκεί δεν είχε τη φροντίδα τους η ενάγουσα και στη συνέχεια τα τέκνα των διαδίκων φοίτησαν, ο πρώτος από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού σχολείου και μέχρι το τέλος των σχολικών του σπουδών και ο δεύτερος από το νηπιαγωγείο μέχρι το τέλος των σχολικών του σπουδών, στο ιδιωτικό σχολείο "Σ.
Μ.". Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών της ενάγουσας ισοδυναμεί με τη χρηματική αξία ενός εισοδήματος, το οποίο εκείνη θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία δεν άσκησε λόγω της αφοσίωσής της στις ανάγκες της οικογένειας.
Ωστόσο, εν όψει της προαναφερθείσας συνομολόγησης από την ενάγουσα ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν υπερέβαιναν το μέτρο της νόμιμης υποχρέωσής της, παρέλκει η ακριβής χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών και η σχέση της με τη χρηματική αποτίμηση του συνόλου των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων. Σημειωτέον επιπρόσθετα ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται στην ιστορική βάση της από 02.01.2015 αγωγής της και άλλους τρόπους συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, όπως ότι ενδεχομένως τον βοηθούσε στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή ότι συνεισέφερε οικονομικά στις οικογενειακές ανάγκες.
Επομένως, αφού οι υπηρεσίες της ενάγουσας παρέχονταν στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 Α.Κ. , οπότε δεν αποτελούν "συμβολή" με την έννοια του άρθρου 1400 Α.Κ., παρέλκει και η αναφορά των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αποτελούσαν την αρχική περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου του με την ενάγουσα, καθώς και της συγκρίσεως των δύο αυτών περιουσιών.
Τούτο διότι ακόμη και αληθούς υποτιθέμενου ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε σε αυτή την επαύξηση με την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ. Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, καταρριπτομένου εντεύθεν του νομίμου τεκμηρίου περί συμβολής της ενάγουσας κατά το ποσοστό του ενός τρίτου (1/3) στην ίδια επαύξηση>>.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ. Τούτο διότι, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου αυτών, κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη αντίστοιχη ένσταση, περί μηδενικής συμβολής της, που είχε προβάλει εκείνος κατά της ένδικης αγωγής αυτής, που στηρίζονταν στην τεκμαρτή συμβολή της στην περιουσιακή του επαύξηση.
Ειδικότερα, δε, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι η συμβολή αυτή συνίσταται στην παροχή κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, των προσωπικών της υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, δέχθηκε ότι οι υπηρεσίες αυτές συνίσταντο στην αγορά των αγαθών για την οικογενειακή κατοικία, την παρασκευή φαγητού, την καθαριότητα της οικίας, τον καθαρισμό και σιδέρωμα του οικογενειακού ιματισμού, επίβλεψη και ανατροφή των δύο τέκνων των διαδίκων και ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από την, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, υποχρέωση αυτής, για συνεισφορά στη λειτουργία του κοινού οίκου, μέτρο, ώστε να θεμελιώσουν συμβολή της αναιρεσείουσας στην, κατά τη διάρκεια του μεταξύ των διαδίκων γάμου, επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου συζύγου της.
Αυτές οι παραδοχές δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι σύζυγοι απασχολούσαν για την εκτέλεση των απαιτούμενων λειτουργιών και εργασιών και υπηρετικό προσωπικό, όπως οικιακές βοηθούς και κηπουρό, αλλά και νταντά για την ανατροφή των τέκνων, τα οποία, από την προνηπιακή ηλικία και μέχρι το τέλος των σπουδών τους, πήγαιναν σε ιδιωτικό σχολείο.
Κατ' ακολουθία, και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες κρίνεται η τυχόν παραβίαση της εφαρμογής των διατάξεων, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που αποδίδεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος, συνεπώς, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, υπό τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στο συλλογισμό του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί παραδοχής της ένστασης που προέβαλε ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος, ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή της ενάγουσας συζύγου του στην επαύξηση της περιουσίας αυτού, καθώς και ότι οι παρεχόμενες από την αναιρεσείουσα προσωπικές υπηρεσίες στη λειτουργία του συζυγικού οίκου και τη φροντίδα των τέκνων, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο εκ των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς αυτής.
Ενόψει, δε, της τελευταίας αυτής κρίσης του, η οποία αποκλείει τη συμβολή της αναιρεσείουσας στην συμμετοχή της με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της και, συνεπώς, τη θεμελίωση αξίωσης στα αποκτήματα εκείνου, αφενός μεν δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογίες ως προς το εάν και ο σύζυγός της αναιρεσίβλητος παρείχε αντίστοιχες υπηρεσίες στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ή με τη μη παροχή τους παρέμεινε απερίσπαστος και εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση αυτή.
Άλλωστε, κάθε σύζυγος έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση συνεισφοράς και οι σχετικές αξιώσεις δεν συμψηφίζονται αλλά ασκούνται αθροιστικά ως κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, καθένας, όμως, εκπληρώνει την εκ των άρθρων αυτών υποχρέωσή του με τον τρόπο που μπορεί, άλλος με την παροχή των προσωπικών του υπηρεσιών και άλλος με την παροχή των απαιτούμενων για την αντιμετώπισή τους οικονομικών παροχών.
Στην προκείμενη, δε, περίπτωση, σαφώς δέχεται το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει και των παραδοχών του ότι ο ίδιος είχε μεγάλες οικονομικές απολαβές από την επαγγελματική του δραστηριότητα και ότι η αναιρεσείουσα δεν συνεισέφερε οικονομικά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθόσον δεν εργαζόταν ώστε να έχει εισοδήματα από τέτοια πηγή, ούτε αναφέρεται στην ύπαρξη εισοδημάτων αυτής από περιουσία ή άλλη δραστηριότητα, εκπλήρωνε, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, την αντίστοιχη υποχρέωση του ίδιου για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, με την καταβολή των απαιτούμενων οικονομικών πόρων για την αντιμετώπιση αυτών, ανάλογων με το επίπεδο διαβίωσης της οικογένειας, ήτοι της προμήθειας όλων των υλικών αγαθών διατροφής, ένδυσης αμφοτέρων και των τέκνων τους, την πληρωμή των δαπανών συντήρησης και λειτουργίας της κατοικίας τους, την πληρωμή των αμοιβών των οικιακών βοηθών, κηπουρού και νταντάς που φρόντιζε τα τέκνα, καθώς επίσης και την πληρωμή των απαραίτητων χρημάτων για τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (νηπιαγωγεία, δημοτικό σχολείο, γυμνάσιο και λύκειο) τούτων.
Ούτε είναι αντιφατική η αιτιολογία της απόφασης που, αφενός μεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια του γάμου είχε την επίβλεψη και ανατροφή των δύο τέκνων των διαδίκων και αφετέρου ότι, κατά το χρονικό διάστημα που ειδικά για το κάθε τέκνο αναφέρεται, φοίτησε σε ιδιωτικό σχολείο και κατά το χρονικό διάστημα που απασχολούνταν στα σχολεία τους, δεν είχε η αναιρεσείουσα μητέρα τους τη φροντίδα αυτών, αφού σαφώς αναφέρεται στο χρόνο απουσίας τους από το σπίτι, κατά τον οποίο αντικειμενικά δεν είχε τη φροντίδα τους.
Επομένως, και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο πρώτο μέρος του, που αποδίδει ως προς τα ζητήματα αυτά έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ήτοι πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης (ΑΠ 189/2017, ΑΠ 927/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποβληθέντα, δε, καθ' υποφορά με την αγωγή της, αυτοτελή ισχυρισμό αυτής, που συνίσταται στο ότι λόγω της αποκλειστικής δικής της συμβολής στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, απάλλαξε τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της από την προσφορά αντίστοιχων υπηρεσιών, παρείχε σ' αυτόν την ηθική και ψυχική συμπαράσταση και έτσι εκείνος εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις και παρέμεινε απερίσπαστος, εργαζόμενος επί πολλές ώρες στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως δικηγόρος, από την οποία αποκόμιζε τα αναφερόμενα οικονομικά οφέλη που συνέβαλαν στην αύξηση της περιουσίας του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, εκ του αρ. 8 (και όχι 9 όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέραν του ότι δεν αναφέρεται σε παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ήτοι πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που έχει αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, αλλά σε πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα έχει τη δυνατότητα να αποδείξει προς αντίκρουση της ένστασης του αντιδίκου της περί του ότι αυτή δεν είχε καμία συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του, ενόψει της μη πληττόμενης επιτυχώς παραδοχής του Εφετείου, ότι οι παρεχόμενες από την αναιρεσείουσα προσωπικές υπηρεσίες στη λειτουργία του συζυγικού οίκου και την επίβλεψη και φροντίδα των τέκνων, δεν υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, οπότε υπάρχει κατά το μέτρο μόνο της υπέρβασης συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, και συνεπώς της μη γέννησης αξίωσης στα αποκτήματα, παρίσταται αλυσιτελής.
Τούτο διότι και σε περίπτωση βασιμότητας αυτού δεν αναιρείται η απόφαση, αφού δεν επιδρά στο διατακτικό της, καθόσον η εξοικονόμηση δαπανών και δυνάμεων από τον υπόχρεο σε συνεισφορά σύζυγο, λόγω της απασχόλησης της συζύγου με την επιβαλλόμενη εκ των άνω διατάξεων υποχρέωση αυτής, ακόμη και αν καταλήγει στην επαύξηση της περιουσίας, δεν είναι δημιουργική αξίωσης στα αποκτήματα αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' και β' ΚΠολΔ, ιδρύεται ο αναιρετικός προβλεπόμενος από αυτή λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που στοιχειοθετούν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, αν παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, περιλαμβάνεται και η ομολογία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ειδικά η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής και του δικαιώματος που ασκείται με αυτή ή της ένστασης που προβάλει ο αντίδικος, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία η άρνηση.
Η ομολογία πρέπει να αφορά σε αμφισβητούμενα και επιβλαβή για τον ομολογούντα γεγονότα, συνάγεται δε από το δικαστήριο, υπό την ανωτέρω προϋπόθεση, χωρίς να είναι απαραίτητο να επικαλεστεί την έμμεση αυτή ομολογία ο αντίδικος του ομολογούντος. Εξάλλου, σε περίπτωση που το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και επαλλήλως ή επικουρικώς σε ομολογία που δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 11 περ.
α' και β' του 559 ΚΠολΔ η πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψη υπόψη της ομολογίας (ΑΠ 894/2011, ΑΠ 1176/2009). Η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται και το οποίο δεν είχε προσκομιστεί και συγκεκριμένα δήθεν ομολογία της ίδιας, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, ότι οι παρεχόμενες από αυτήν προσωπικές υπηρεσίες στη λειτουργία του οικογενειακού οίκου δεν υπερβαίνουν το μέτρο της αντίστοιχης κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωσής της συμμετοχής σ' αυτές.
Ισχυρίζεται, δε, ότι, αφενός μεν δεν υπήρχε τέτοια ομολογία, αφού δεν έγινε σε απάντηση ισχυρισμού του αντιδίκου της, αφετέρου η συναγόμενη έμμεση ομολογία αφορά σε αόριστη νομική έννοια, όπως είναι και το επιβαλλόμενο κατά τις ανωτέρω προαναφερόμενες διατάξεις μέτρο συμβολής και όχι σε πραγματικά περιστατικά.
Αποδίδει έτσι πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα 1919/2015 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τις ειδικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, την ... "έκθεση εκτίμησης ακινήτων" του διορισθέντα με την προδικαστική απόφαση στον πρώτο βαθμό πραγματογνώμονα και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν και όσα ειδικά παρατίθενται ανωτέρω κατά την έρευνα του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ήτοι ότι η αναιρεσείουσα παρείχε τις συγκεκριμένες προσωπικές της υπηρεσίες στη λειτουργία του οικογενειακού οίκου και τη φροντίδα των ανήλικων τέκνων και ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν υπερβαίνουν το νόμιμο μέτρο της οφειλόμενης κατά το νόμο υποχρέωσης αυτής για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Ακολούθως, το Εφετείο, δέχεται ειδικότερα και τα εξής: <<Μάλιστα ούτε η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι οι προαναφερθείσες υπηρεσίες υπερέβαιναν τη νόμιμη υποχρέωσή της ούτε εκθέτει κάποια ιδιάζοντα και εξαιρετικά περιστατικά ως προς την παροχή των υπηρεσιών αυτών ούτε περιγράφει κάποιες ιδιαίτερες φροντίδες ως προς τα τέκνα της, ώστε βάσιμα να εκτιμάται ότι πρόκειται περί ομολογίας, σύμφωνα με τον κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.
ερμηνευτικό κανόνα, ότι οι ίδιες υπηρεσίες παρέχονταν στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 Α.Κ..... Ωστόσο, εν όψει της προαναφερθείσας συνομολόγησης από την ενάγουσα ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν υπερέβαιναν το μέτρο της νόμιμης υποχρέωσής της, παρέλκει η ακριβής χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών και η σχέση της με τη χρηματική αποτίμηση του συνόλου των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων>>.
Ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, διότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τη μη υπέρβαση από τις παρεχόμενες προσωπικές υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στη λειτουργία του συζυγικού οίκου και τη φροντίδα των τέκνων των διαδίκων, του μέτρου που επιβάλλεται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωσή της για συνεισφορά, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, και μνημονεύονται στην απόφαση, η αναφορά του, δε, στην ομολογία της αναιρεσείουσας, είναι επάλληλη και επικουρική, και λαμβάνεται υπόψη για να καταδειχθεί ότι η σχηματισθείσα ήδη σχετική κρίση του, επιβεβαιώνεται και από το ότι η ίδια η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι οι παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες εξέρχονται από τα άνω επιβαλλόμενα όρια.
Τούτο σαφώς προκύπτει από το ότι ενώ το Εφετείο καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο μέτρο της νόμιμης υποχρέωσής της για συνεισφορά, ακολούθως εκφράζει ως επιχείρημα για την ορθότητα της κρίσης του, ότι το ίδιο συνάγεται και από το ότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλει σχετικό ισχυρισμό, παράλειψη από την οποία σχηματίζει την κρίση της περί ομολογίας, με τη διατύπωση "μάλιστα ούτε η ίδια εκθέτει στην αγωγή της...".
Επομένως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη του πρώτου μέρους του λόγου τούτου (η αιτίαση του δεύτερου μέρους είναι απαράδεκτη αφού δεν ήταν αναγκαία η επίκληση της ομολογίας από τον αναιρεσίβλητο), το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επηρεάζεται από την παραδοχή αυτού η οποία δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεσή της, αφού το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου στηρίχθηκε στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι στην συναχθείσα ομολογία της αναιρεσείουσας.
Ο εναγόμενος στην αγωγή αποκτημάτων, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Tο καθιερούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' ΑΚ, μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Έτσι, ο προβαλλόμενος προς απόκρουση του τεκμηρίου ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου, συνιστά ένσταση (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1169/2015). Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρομένου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).
Στην περίπτωση αυτή, που ο εναγόμενος σύζυγος υποβάλει την ως άνω ένσταση, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ' επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3, ώστε να γίνει δεκτή η αξίωσή του (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1978/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Επίσης, στον αναιρετικό λόγο, πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 367/2009) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ? έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός, του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 354/2011).
Η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχείο Β' λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα από αυτήν ένσταση ότι, ο αντίδικός της είχε μηδενική συμβολή στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με εκείνον, για το οποίο ως απόκτημα ασκεί ο αναιρεσίβλητος την ένδικη αξίωσή του και η οποία (ένσταση) έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού λαμβάνοντας αυτήν υπόψη θα απέρριπτε την αγωγή του αντιδίκου της και κατά το τεκμήριο της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της με την απόκτηση αυτού του ακινήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την από 14-9-2018 αγωγή του Θ. Η., δέχθηκε και τα ακόλουθα, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω στην αντίκρουση του τέταρτου λόγου της αναίρεσης αυτού: <<Σημειωτέον ότι η Γ. Ι. δεν έχει υποβάλει τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι ο Θ.
Η. δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να συμβάλει στην επαύξηση αυτή της περιουσίας της, αλλά απλώς ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα για την αγορά του οικοπέδου στην … και για την κατασκευή της κατοικίας τους εκεί καταβλήθηκαν, ως προς την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς της, από δικές της αποταμιεύσεις και από δωρεές των γονέων της>>.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της από 28-10-2017 έφεσης την οποία άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της 3322/2017 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο της, η ήδη αναιρεσείουσα παραπονείται για τη διάταξη αυτής με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνει ότι είναι βάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, για συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό 1/3, δεχόμενο, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλει ισχυρισμό ότι ο σύζυγός της ενάγων <<δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να συμβάλει στην επαύξηση της περιουσίας της, αλλά απλώς ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα για την αγορά του οικοπέδου στην … και για την κατασκευή της κατοικίας τους εκεί καταβλήθηκαν ως προς την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς της από δικές της αποταμιεύσεις και από δωρεές των γονέων της>>.
Ακολούθως, στον ίδιο λόγο, η αναιρεσείουσα αναλύει και εστιάζει στην αοριστία της αγωγής του αντιδίκου της, σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι το ποσό που φέρεται να κατέβαλε εκείνη για την αγορά του οικοπέδου προήλθε από δωρεές εκείνου προς αυτήν, ως προς το επικαλούμενο από αυτόν κόστος κατασκευής της κατοικίας και την αξία του όλου ακινήτου, καθώς επίσης και για τα επικαλούμενα εισοδήματά του, στη συνέχεια, δε, μέμφεται την απόφαση διότι, ενώ απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του περί αποκλειστικής συμβολής (100%) στην επαύξηση της περιουσίας της με την απόκτηση του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, δέχεται την επικουρική βάση της αγωγής του περί της τεκμαιρόμενης συμβολής του στην επαύξηση του μεριδίου της στο ακίνητο, κρίνοντας ότι δεν έχει προτείνει την άνω ένσταση, και διατείνεται ότι, <<στο σύνολο σχεδόν της από 2-1-2015 αγωγής μου, όχι μόνο ισχυρίζομαι αλλά και αναλύω συγκεκριμένα (καθώς και στα δικόγραφα των από 29-10-2015 και 25-3-2017 εγγράφων προτάσεών μου), πότε και ποια ποσά κατέβαλα σε κοινούς μας τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ έχει γίνει δεκτό αμετακλήτως ότι συμμετείχα και κατέθεσα χρηματικά ποσά για τις ανάγκες της οικογενείας μας..
Εξάλλου όπως σαφέστατα προκύπτει από την ανάγνωση της από 2-1-2015 αγωγής μου, αλλά και από τα δικόγραφα των ανωτέρω σχετικών έγγραφων προτάσεών μου, υφίσταται ο ισχυρισμός μου (ένσταση) ότι ο αντίδικος όχι μόνο αποδέχθηκε την συνεισφορά μου σε χρήματα τόσο για την αγορά του οικοπέδου της …, όσο και για την ανέγερση της κατοικίας μας, αλλά την επιδίωκε μάλιστα, δεδομένου ότι γίνεται δεκτό ότι ουδέποτε αρνήθηκε τις καταβολές αυτές και καθ' οιονδήποτε τρόπο>>.
Από τις ως άνω σχετικές αναφορές στην έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι, αυτή δεν είχε προτείνει ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης, επαναφέροντας σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό που τυχόν είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό, ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή στην απόκτηση από αυτήν του ιδανικού μεριδίου του περιγραφόμενου περιουσιακού στοιχείου, το οποίο αποτελεί κατά την αγωγή το απόκτημα, ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση κατά της επικουρικής βάσης της αγωγής αξίωσης στα αποκτήματα που στηρίζεται στην τεκμαιρόμενη συμβολή του κατά ποσοστό 1/3 στην αύξηση κατά τη διάρκεια του γάμου της περιουσίας της με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού δεν αποτελεί η χρηματική συνεισφορά της ιδίας στην αγορά του οικοπέδου και τις δαπάνες κατασκευής της οικίας και η αποδοχή από τον αναιρεσίβλητο της συμμετοχής της με τις καταβολές των χρημάτων αυτών, αφού ως περιεχόμενο της αντίστοιχης ένστασης απαιτείται η μηδενική συμβολή του συζύγου της στην απόκτηση του δικού της ιδανικού μεριδίου, για οποιοδήποτε λόγο, είτε γιατί αυτός δεν ήθελε, είτε γιατί δεν μπορούσε να συμβάλει είτε γιατί μόνο η ίδια κάλυψε με τα εισοδήματά της την απόκτησή του και όχι ότι απλά και αυτή συνέβαλε με χρήματα στην απόκτηση του όλου ακινήτου.
Επομένως, αφού δεν είχε προτείνει την ένσταση αυτή, ο λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, όπως, επίσης, είναι απαράδεκτη και η, στηριζόμενη στο ίδιο περιεχόμενο, επικουρικά δε προβαλλόμενη, αιτίαση εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, καθόσον στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και δεν απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο.
Κατ' ακολουθία, η από 11-12-2018 αίτηση αναίρεσης της Γ. Ι. του Κ. για αναίρεση της 3105/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2018 αίτηση του Θ. Η. του Κ. και την από 11-12-2018 αίτηση της Γ. Ι. του Κ., για αναίρεση της 3105/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση κάθε αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε κάθε αίτηση αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου αυτής, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ