Legislator Case Law & Legislation
87/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding public land expropriation and procedural requirements.

Case Number 87/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding the expropriation of public land. The State argued the claim was inadmissible due to missing administrative procedures and statute of limitations, but the Court found the disputed property was public agricultural land, not exchangeable assets. Consequently, the Court ruled that the State's procedural arguments were based on a false premise regarding the nature of the property.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 226 §4 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the appellant's arguments rely on a false premise regarding the nature of the property, thereby invalidating their procedural objections.

Keywords

AI generated
public land expropriation statute of limitations administrative procedure exchangeable assets public agricultural land inadmissibility statutory preconditions

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 §4 of the Code of Civil Procedure
Article 279 of the Civil Code
Law 2909/1939
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 87 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 87/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ... χλμ δημοσίας οδού ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ αριθμ εκθ. Κατάθεσης 40108/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την υπ αριθμ εκθ. Κατάθεσης 32008/1995 προσεπίκληση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την υπ αριθμ εκθ. Κατάθεσης 11879/1996 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16385/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1672/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ'άρθρ. 576 ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατ'άρθρ. 226§4 εδ.γ,δ ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει απ'τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, κατά την 9-1-2019, αρχική δικάσιμο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όταν η τελευταία είχε εκφωνηθεί προς συζήτηση με τη σειρά του πινακίου, ο δικηγόρος του ΔΣΑ Κ. Γ. είχε παραστεί ως συνεργάτης του ασθενήσαντος τότε δικηγόρου του ΔΣΘ Ελευθ. Μυλωνά, πληρεξουσίου της αναιρεσίβλητης και είχε ζητήσει την (γι'αυτό το λόγο) αναβολή συζητήσεως της αίτησης αυτής. Ο 'Αρειος Πάγος, κατά παραδοχή του αιτήματος, είχε αναβάλει τη συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο. Κατ' αυτήν, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, νέα κλήτευση της ήδη απολειπόμενης αναιρεσίβλητης δεν απαιτείται, αφού η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.

ΙΙ. Συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-6-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" και άρθρ. 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το Ν. 793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος, που ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και την εγκατέλειψαν από 28-10-1912 ή πρόκειται να την εγκαταλείψουν εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών, περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων.

Ανταλλάξιμοι δε μουσουλμάνοι θεωρούνται οι Τούρκοι υπήκοοι και όχι οι μουσουλμάνοι που δεν έχουν την υπηκοότητα αυτή οι οποίοι και δεν θεωρούνται ανταλλάξιμοι (ΑΠ 1392/1990 ΕΕΝ 1991.580). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Π.δ/τος 3-9-1924, που κυρώθηκε με το Ν. 3250/1924, "προκειμένου περί μεταβιβάσεως κυριότητος επί κτημάτων ανηκόντων εις μουσουλμάνους αδιακρίτως υπηκοότητος, απαιτείται και η ενώπιον του συμβολαιογράφου κατάθεσις βεβαιώσεως της Γεν.

Διευθύνσεως Ανταλλαγής περί του ότι ο πωλητής μουσουλμάνος δεν είναι ανταλλάξιμος. Η προσαγωγή της βεβαιώσεως ταύτης αποτελεί κύριον στοιχείον εγκυρότητος της δικαιοπραξίας". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 53 του άρθρου 1 του ΒΔ της 13-5/10-7-1939 "Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΕΤΕ συμβάσεως περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαξίμων μουσουλμάνων", το δικαίωμα της κυριότητας, κάθε εμπράγματο δικαίωμα και αυτό της υποθήκης, καθώς και τα δικαιώματα από την κατάσχεση και προσημείωση, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο κάτοχο ή όχι επί των κτημάτων που παραδόθηκαν στην τράπεζα προ της 6-2-1936 (ημερομηνία ισχύος της από 6-7-1935 σύμβασης που εγκρίθηκε με τον αν.

ν. 25-1/8-2-1936), πρέπει να έχουν γνωστοποιηθεί στην ΕΤΕ με δήλωση, που έπρεπε να επιδοθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από της 8-2-1936 που ίσχυε η σύμβαση της 6-7-1935, μαζί με τα νόμιμα δικαιολογητικά, εφόσον τα πρωτόκολλα κατάληψης κοινοποιήθηκαν ή ζητήθηκαν από την ΕΤΕ ενοίκια από τρίτους, διαφορετικά η παραπάνω ετήσια προθεσμία αρχίζει από την κοινοποίηση των πρωτοκόλλων, σε κάθε άλλη δε περίπτωση παραγράφονται τα δικαιώματα αυτά, ανεξάρτητα του δικαιοστασίου.

Προκειμένου όμως για κτήματα που παραδόθηκαν στην ΕΤΕ ή ανακαλύφθηκαν από αυτήν μετά την 8-2-1936, η ετήσια αυτή ανατρεπτική προθεσμία αρχίζει από την παράδοση των κτημάτων αυτών στη διαχείριση της Τράπεζας, που συντελείται με την υπογραφή των πρωτοκόλλων παράδοσης του κτήματος, σε όλες δε τις περιπτώσεις η ένσταση της παραγραφής αυτής προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης.

Οι σχετικές δίκες για την διεκδίκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, για μεν τα ακίνητα που παραδόθηκαν στην ΕΤΕ πριν από την 8-2-1936 πρέπει να έχουν εγερθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία αυτή, για δε τα ακίνητα που παραδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή μέσα σε ένα έτος από την παράδοση αυτών στην Τράπεζα.

Η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης προς τους κατόχους ή η ζήτηση από αυτούς ενοικίων τεκμαίρεται ότι έγινε και ως προς τους τρίτους που αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας. Η μη εμπρόθεσμη, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, έγερση των σχετικών δικών για τη διεκδίκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, συνεπάγεται την παραγραφή αυτών και την κατά τις διατάξεις της σύμβασης αυτής διαχείριση από την ΕΤΕ και ρευστοποίηση των κτημάτων αυτών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αξιώσεις για δικαιώματα κυριότητας κλπ, τόσο στα ακίνητα που καταλαμβάνονται από την Εθνική Τράπεζα ως ανταλλάξιμα, όσο και εκείνων που παραδίδονται σ' αυτήν ως ανταλλάξιμα, υπόκεινται στη θεσπιζόμενη ετήσια παραγραφή, η οποία όμως αρχίζει πάντοτε από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης προς τους κατόχους των κτημάτων αυτών ή της ζητήσεως από αυτούς ενοικίων, ανεξάρτητα από το χρόνο που έγινε η κατάληψη, δεν αρκεί δε για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γνώση από τους ενδιαφερόμενους της γενομένης κατάληψης του κτήματος ή της σύνταξης του σχετικού με αυτήν πρωτοκόλλου.

Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαιτήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.

Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.

Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η εν λόγω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.930/1943 ορίστηκε ότι " η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ" αυτού προβλεπόμεναι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικό δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, κατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ.

προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από της υποβολής της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ.4 του ΝΔ.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ.3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24.10.1940 Β.Δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Β.Δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των κτημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελόμενες όμως κυρώσεις της αποσβεστικής προθεσμίας του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια ( ΑΠ 168/2014, ΑΠ 1723/2013, ΑΠ 1354/2010).

ΙΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Ακόμη, από τον αρ. 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" λήφθηκε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα έστω και χωρίς επιμέρους συγκεκριμενοποίησή τους, εκτός εάν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο λόγος είναι βάσιμος. 'Ετι περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ...

απαράδεκτο, περίπτωση της οποίας η συνδρομή πρέπει να αφορά σε παράβαση κανόνος του δικονομικού δικαίου. Ακόμη, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Τέλος, ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται από τον αρ. 8 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ'αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος, τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).

IV. Η αναιρεσιβαλλόμενη, 1672/2014, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσ/κης διαλαμβάνει τις ακόλουθες παραδοχές: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του Εισηγητή δικαστή και περιέχονται στην με αριθμό .../2001 έκθεση εξέτασης μαρτύρων, οι οποίες (καταθέσεις) εκτιμώνται (άρθρο 340 ΚΠολΔ) καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, την από 18-10-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Α.

Κ. και Θ. Β., τοπογράφων μηχανικών, που αντικατέστησαν νόμιμα, δυνάμει της υπ' αριθμό 53293/2005 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τους διορισθέντες με την ανωτέρω υπ' αριθμό 17252/1997 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονες Ε. Μ. και Γ. Κ. και η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, καθώς και την από 10-11-2008 έκθεση σχολιασμού των τεχνικών συμβούλων του εναγόμενου Σ.

Σ. και Κ. Τ., τοπογράφων μηχανικών, αναπληρωτών καθηγητών της Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ, οι οποίοι διορίστηκαν με την με αριθμό κατάθεσης .../26-09-2008 δήλωση διορισμού του εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 10-11-2008 έκθεση σχολιασμού των

τεχνικών συμβούλων του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου Δ. Τ., πολιτικού μηχανικού και Π. Μ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, μετά των επ' αυτού κτισμάτων λιθοτριβείου, έχει έκταση 2.394,11 τ.μ., εντός των περιγραφόμενων στην αγωγή ορίων του, βρίσκεται επί της επαρχιακής οδού ..., όπως αυτό ειδικότερα ορίζεται με στοιχεία ...

στο (σχ. 2) τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη και ειδικότερα συνορεύει κατά το ανωτέρω σχεδιάγραμμα βόρεια με δημόσια οδό ..., ανατολικά με αγρό κληρονόμων Α. Κ. και Κ. Π., δυτικά με αγρό κληρονόμων Χ. Λ. Χ. και νότια με οδό φορολογικών εγγραφών και πέραν αυτής με αγρό Π. και Ν.

Χ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν στην αγωγή το εν λόγω ακίνητο φέρεται ως έχον έκταση 2.200 τ.μ. περίπου, όμως η πραγματική αυτού έκταση, όπως διακριβώθηκε από τους πραγματογνώμονες μετά από εμβαδομέτρηση ανέρχεται σε 2.394,11 τ.μ., η δε έκταση αυτή βρίσκεται εντός των περιγραφόμενων στην αγωγή ορίων του ακινήτου και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα για τα επί πλέον των αναφερόμενων στην αγωγή 194,11 τ.μ., ούτε απαιτείτο ειδική αιτιολόγηση από την εκκαλούμενη απόφαση για τον τρόπο κτήσεως κυριότητας επ' αυτών, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες με τον κοινό εν μέρει ένατο λόγο των εφέσεών τους, αφού ρητά η εν λόγω απόφαση προσδιορίζει την πραγματική έκταση του επιδίκου ακινήτου με αναφορά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει.

Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται εντός της κτηματικής περιοχής του Χορτιάτη Θεσσαλονίκης στη θέση ... (οι πραγματογνώμονες αναφέρουν την τελευταία ως ...), η οποία μάλιστα αργότερα έλαβε την ονομασία "..." και εκτός της κτηματικής περιοχής του ..., καθώς και εκτός του κτήματος "...", καθόσον οι εν λόγω περιοχές διαχωρίζονται μεταξύ τους, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας από την πλευρά της ενάγουσας και βεβαιώνουν οι πραγματογνώμονες στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης [σελ. 50 παρ. 2 των συμπερασμάτων της εν λόγω έκθεσης].

Βέβαια οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται εντός του ακινήτου "..." και της παραχωρηθείσας στο ΑΠΘ δυνάμει του .../1983 τίτλου κυριότητας από το Δημόσιο έκτασης των 500 στρεμμάτων, προβάλλοντας συγχρόνως αιτιάσεις τόσο ως προς το ταχθέν θέμα απόδειξης, όσο και κατά της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.

Με την μη οριστική απόδειξη τέθηκε το θέμα πραγματογνωμοσύνης και ορίσθηκε ότι οι πραγματογνώμονες, "...να γνωμοδοτήσουν, μετά από επιτόπια μετάβαση στο επίδικο ακίνητο και εφαρμογή των τίτλων κυριότητας και άλλων εγγράφων που τυχόν θα παραδώσουν τα διάδικα μέρη α) εάν το επίδικο ακίνητο βρίσκεται μέσα στα όρια της κτηματικής περιοχής Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στη θέση "...", ή μέσα στα όρια της κτηματικής περιοχής των Κοινοτήτων ...

Ν. Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στη θέση "..."... Δηλαδή, ορθά τέθηκε το θέμα στους πραγματογνώμονες ώστε αυτοί να προβούν σε εφαρμογή των τίτλων κυριότητας των διαδίκων προκειμένου να προσδιοριστεί η θέση του επιδίκου σε ποια κτηματική περιοχή των ως άνω Κοινοτήτων βρίσκεται, ενόψει των αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον 10° και 11° λόγο αντίστοιχα των εφέσεών τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Σημειώνεται ότι η περιλαμβανόμενη στους ίδιους λόγους αιτίαση ότι η άνω προδικαστική απόφαση παρέκαμψε το ζήτημα κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο και ότι η τελευταία όφειλε να αποδείξει ότι το ακίνητο δεν είναι ανταλλάξιμο και ότι συνεπώς είναι δυνατή η κτήση κυριότητας σε αυτό, είναι αβάσιμη καθόσον βάση της αγωγής, κατά τα προεκτεθέντα, είναι η κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο και με χρησικτησία επί ακινήτου, που ανήκε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων αγρών, ενώ η ανταλλαξιμότητα αυτού προβάλλεται από το εναγόμενο και το υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνον προκειμένου να στηριχθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας του ΑΠΘ και του δικαιοπαρόχου του Ελληνικού Δημοσίου.

Οι διορισθέντες πραγματογνώμονες με την ως άνω έκθεσή τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση, που περιήλθε στο ΑΠΘ και ότι αυτό βρίσκεται μέσα στα όρια της κτηματικής περιοχής Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, προβαίνοντας σε εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως (ενδεικτικά) το τοπογραφικό διάγραμμα των ετών 1928-1929 της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας με τίτλο "...)", το τοπογραφικό διάγραμμα της οριστικής διανομής έτους 1931 του αγροκτήματος ..., το υπ' αριθμ. .../28-2-1932 πρωτόκολλο κατάληψης του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής και με εκτενή αναφορά τόσο στα γειτονικά του επιδίκου ακίνητα, όσο και στις αναφερόμενες στην έκθεση φορολογικές εγγραφές της περιοχής "...", τόσο του Χορτιάτη όσο και του ....

Μάλιστα στις σελίδες 43 έως 48 της άνω έκθεσης γίνεται εξειδικευμένος σχολιασμός σχετικά με τα όρια της καταληφθείσας βακουφικής έκτασης "...)" στην τοποθεσία "..." και καταλήγουν οι πραγματογνώμονες στο συμπέρασμα ότι στην εν λόγω θέση τα όρια του ... παραμένουν και σήμερα ασαφή και ότι στην περιοχή του επιδίκου υπάρχουν επιφυλάξεις για την ακριβή θέση αρκετών διοικητικών ορίων των κτηματικών περιοχών των τέως Κοινοτήτων Χορτιάτη, ...

και ... και κρίνεται ότι μόνο η προσφυγή στην εφαρμογή της θέσης των ακινήτων, που περιγράφονται στο Γ' Πρόχειρο Φορολογικό Βιβλίο (Μουσφετέ) του χωριού Χορτιάτη του τούρκικου έτους 1323 (1907) στην τοποθεσία "..." αποτελεί τη μοναδική λύση για τον εντοπισμό των εδαφικών εκτάσεων, που ανήκουν στην εν λόγω Κοινότητα, στην οποία και προβαίνουν.

Επίσης στην έκθεση σαφώς αναφέρεται ότι στην περιοχή ... συναντώνται δύο τοποθεσίες με την ίδια ονομασία "...", τη θέση των οποίων προσδιορίζουν της μεν πρώτης νότια και σε επαφή με τον οικισμό ..., της δε δεύτερης βορειοανατολικά του οικισμού, σε μέση απόσταση 1300 μ. και ότι αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με την ομώνυμη τοποθεσία του οικισμού Χορτιάτη, ενώ τοποθεσία "..." δεν συναντάται στο αγρόκτημα ... (βλ.

σελ. 47 και 48 της έκθεσης) και συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι το ακίνητο της ενάγουσας και η επικαλούμενη φορολογική εγγραφή (12 για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) εφαρμόζουν στην κτηματική περιοχή του ..., που περιέχονται στους 11° και 6° λόγους των εφέσεων, είναι αβάσιμοι. Αντίθετη από τα παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και στις προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, καθώς και στην από 7-7-1988 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Π.

Χ., υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας, κατά τις οποίες το επίδικο περιλαμβάνεται στην έκταση που περιήλθε στο ΑΠΘ και προηγούμενα είχε καταληφθεί ως ανταλλάξιμο κτήμα και δη έκταση 5.000 στρεμ. περίπου του "..." στην θέση "...", αφού τόσο η κατάθεση του μάρτυρα όσο και τα συμπεράσματα των εν λόγω εκθέσεων αντικρούονται πλήρως από την διενεργηθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Το ακίνητο αυτό ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και ειδικότερα ήταν καλλιεργήσιμος αγρός, τον οποίο κατείχε και εξουσίαζε τουλάχιστον από το έτος 1907 μέχρι και το έτος 1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και καλλιεργούσε με δημητριακά, ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. Ζ. Κ. Γ. μετά και από άτυπη διανομή που έλαβε χώρα μεταξύ των τέκνων του Ζ.

Κ. Γ. Π., Γ., Δ., Ζ., Α., Μ. και Π. Γ.]. Ειδικότερα, ο Π. Ζ. Κ. Γ. κατείχε κατά τα παραπάνω στην εν λόγω περιοχή και στη θέση ..., μαζί με τα αδέλφια του, έναν αγρό τρίτης κατηγορίας έκτασης 6 στρεμμάτων και 3 αυλακιών [σημερινών 6.205,28 τ.μ. (δεδομένου ότι όταν το τουρκικό στρέμμα αναφέρεται στις φορολογικές καταστάσεις είναι ίσο με 919,30 τ.μ.], το οποίο μετά το 1915 διαχωρίστηκε από το δρόμο ...

σε δυο τμήματα, βόρειο και νότιο, εκατέρωθεν αυτού, τμήμα δε του τελευταίου αποτελεί και το επίδικο. Για την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος συνεχούς εξουσίασης κατέβαλε ο Π. Ζ. Κ. Γ., μαζί με τα αδέρφια του Γ., Δ., Ζ., Α., Μ. και Π. στο Τουρκικό Δημόσιο τους προβλεπόμενους φόρους, όπως προκύπτει από τα επίσημα μεταφρασμένα αντίγραφα του Γ' Πρόχειρου Φορολογικού Βιβλίου (Μουσφετέ), έτους 1323 (καθ' ημάς 1907), του χωρίου Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, με αριθμό μετώπου … (βλ.

σελ. 5 και 53 της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), ενώ, μετά από άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών του συνέχισε να νέμεται και να κατέχει το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και να το καλλιεργεί με δημητριακά, διαρκώς μέχρι το έτος 1962, όπως σαφώς καταθέτει ο μάρτυρας από την πλευρά της ενάγουσας.

Το ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των παραπάνω αδελφών του περιγραφόμενου στην ως άνω φορολογική εγγραφή ευρύτερου αγρού προκύπτει και από το γεγονός ότι, όπως περιγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (κεφ. η, σελ. 40-42), μετά το διαχωρισμό του αρχικού αγρού των 6.205,28 τ.μ. από την οδό ..., το νότιο αποκοπέν τμήμα τοποθετείται με στοιχεία ..., με εμβαδόν 3.994,11 τ.μ., εκ του οποίου το τμήμα με στοιχεία ... 800 τ.μ., κατείχε από τα προαναφερθέντα αδέλφια ο Ζ.

Κ. [ο οποίος το μεταβίβασε στον Ά. Κ. και ακολούθως αυτό περιήλθε στην ιδιοκτησία του Β. Κ.], το τμήμα με στοιχεία ... 800 τ.μ., κατείχε επίσης ο Ζ. Κ. [ο οποίος το μεταβίβασε στον Κ. Π. και ακολούθως αυτό περιήλθε στην ιδιοκτησία των Γ. Π. και Ε. Μ.] και το έτερο τμήμα με στοιχεία ... 2.394,11 τ.μ. κατείχε ο Π. Κ. [απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας].

Έτσι, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. Ζ. Κ. Γ. επί μία συνεχή δεκαετία πριν από την 20-5-1917 κατείχε και καλλιεργούσε το εν λόγω ακίνητο χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγινε κύριος αυτού βάσει των διατάξεων των άρθρων 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών", 8 των οδηγιών της 7 Σαμπάν 1276, άρθρο 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929 όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του Ν.1540/1938 (ΑΠ 446/1992 Δνη 34, 1343, ΑΠ 422/1989 Δνη 31.1431), έκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθόσον πρόκειται για ακίνητο στο οποίο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, οπότε αυτό μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούσε να χρησιδεσποθεί, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο

ΙΙΙα νομική σκέψη. Επίσης, απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ., αλλά και του ΑΚ καθόσον νεμόταν το επίδικο ακίνητο κατά τα άνω με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι έχοντας την άδολη πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού και δεν προσβάλλει κανένα δικαίωμα τρίτου, μέχρι και το 1946 και στη συνέχεια μέχρι και το χρόνο θανάτου του το 1962, καλλιεργώντας το με σιτηρά και επιβλέποντάς το. Μετά το θάνατο του ανωτέρω το επίδικο περιήλθε στον Β. Κ. του Π. εκ κληρονομίας και ειδικότερα δυνάμει της με αριθμό .../22-5-1962 δημόσιας διαθήκης του Π. Ζ. Κ. Γ., η οποία συντάχθηκε

ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Ρ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 679/1962 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε ο Β. Κ. με την υπ' αριθμ. ...17-7-1974 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ίσιο ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό…. Εν συνεχεία, ο Β. Κ. μετά το 1962 συνέχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό, ήτοι το καλλιεργούσε με σιτηρά και στη συνέχεια το επέβλεπε από καταπατήσεις τρίτων μέχρι και το 1974, οπότε με το με αριθμό .../17-7-1974 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο

του παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό …, πώλησε και μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα. Έτσι η τελευταία έγινε αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο αποκτήσασα την κυριότητα από τον προηγούμενο κύριο, δεδομένου ότι, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος της ενάγουσας, από το έτος 1962 συνέχισε κατά τα άνω να νέμεται και κατέχει με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο, ενεργώντας επ' αυτού πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε και το επέβλεπε, μέχρι την πώλησή του στην ενάγουσα, ενώ καθ' όλο το προγενέστερο χρονικό διάστημα νεμόταν αυτό με καλή πίστη κατά τα άνω ο δικαιοπάροχος πατέρας του, αποκτήσας έτσι την κυριότητα [ο πρώτος] και με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής του πατέρα του (βλ.

σαφή περί τούτου κατάθεση μάρτυρα της ενάγουσας). Με βάση •τα ως άνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, ήτοι αγορά από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού. Η έκτακτη δε αυτή χρησικτησία των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας δεν προσκρούει στο απαράγραπτο του άρθρου 21 του νδ.

της 22-4/16-5-1926, διότι αυτό αφορά τα κτήματα του Δημοσίου, ενώ ο επίδικος αγρός ξέφυγε της κυριότητος του Δημοσίου, κατά την εκτεθείσα Ελληνική νομοθεσία, εξαιτίας της απόκτησης επ' αυτού δικαιώματος εξουσίασης από τον ποαναφερθέντα αρχικό εξουσιαστή Π. Ζ. Κ. Γ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενόψει της φύσης του ακινήτου ως καλλιεργήσιμου αγρού δεν απαιτείτο για την εξουσίαση αυτού η έκδοση ταπί, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο

ΙΙΙα νομική σκέψη, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται oι εκκαλούντες με τους υπό στοιχεία 4α και 5° λόγους των εφέσεών τους και κατά το αντίστοιχο σκέλος τους είναι αβάσιμα. Επίσης, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από τους ενάγοντες τίτλο κυριότητας, ήτοι το με αριθμό .../17-7-1974 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ.

Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα κατά τα ανωτέρω και όπως προεκτέθηκε δεν περιλαμβάνεται στο τίτλο κυριότητας του εναγομένου. Συνακόλουθα είναι άνευ εννόμου επιρροής το γεγονός ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν φέρονται μεταξύ των κατόχων του καταληφθέντος το έτος 1932 ανταλλάξιμου κτήματος με το υπ' αριθμ.

πρωτ . .../1932 πρωτόκολλο κατάληψης, αφού προϋπόθεση για την έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού είναι ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο εν λόγω ανταλλάξιμο ακίνητο, γεγονός όμως που κατά τα προδιαληφθέντα δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου όλες οι αναφορές και αιτιάσεις των εκκαλούντων για τη μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ισχυρισμού αυτού αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση." Μετά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις του μη εν προκειμένω διαδίκου εναχθέντος ΝΠΔΔ "Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/κης" και του νυν αναιρεσείοντος (προσθέτως υπέρ αυτού κατά την πρωτοβάθμια δίκη παρεμβάντος), αμφότερες κατά της (-νυν αναιρεσίβλητης-) ενάγουσας στραφείσες, απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατ'ουσία την αναγνωστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε απορρίψει την πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος.

V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με πλημμελή αιτιολογία, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αρκούμενο στην πιθανολόγηση των διορισθέντων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνωμόνων με συνέπεια να έχει υποπέσει στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αρ. 10, 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πλήρεις αιτιολογίες, μετά από ελεύθερη εκτίμηση της έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και συνεκτίμησης αυτής μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, διατύπωσε την δικανική του κρίση, καθόσον αφορά στην τοποθεσία του επιδίκου ακινήτου.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον ψέγει το Εφετείο, ότι υπέπεσε (κατ' εκτίμηση) στην υπ'αρ. 8 του άνω άρθρου πλημμέλεια, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το λόγο έφεσής του, με τον οποίο προέβαλε ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο ισχυρισμός του, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης δεν φέρονται μεταξύ των κατόχων του ανταλλαξίμου ακινήτου που καταλήφθηκε το 1932 με το .../1932 πρωτόκολλο κατάληψης, ως αλυσιτελή, αφού, (κατά την παραδοχή του Εφετείου), προϋπόθεση για την έρευνά του είναι ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στα ανταλλάξιμα, γεγονός όμως που δεν αποδείχθηκε.

Συνεπεία δε της απόρριψης του ανωτέρω λόγου έφεσης, το αναιρεσείον, όπως περαιτέρω υποστηρίζει με τον προαναφερόμενο λόγο (δεύτερο) αναίρεσης, κατά το β' σκέλος αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αρ. 11γ'ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη α) την από 6-3-1932 έκθεση επίδοσης του .../28-2-1932 πρωτοκόλλου κατάληψης του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, που κοινοποιήθηκε σε όλους τους τότε (φερόμενους 41) κατόχους, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης δικαιοπάροχοί της και β) τον από του έτους 1936 Κτηματολογικό Πίνακα των καλλιεργουμένων αγρών εντός του αγροκτήματος ...

και την αποτύπωση του έτους 1937 του τοπογράφου Ν. Φ. για λογαριασμό της ΕΤΕ, ως διαχειρίστριας της ανταλλάξιμης περιουσίας, κατά την οποία συντάχθηκαν διαγράμματα και αντίστοιχοι κληματολογικοί πίνακες για τις υπάρχουσες καλλιέργειες εντός του κτήματος ..., σε σύνολο 208 κατόχων, μεταξύ των οποίων δεν αναφέρονταν και οι φερόμενοι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, ενώ μόνο στην αποτύπωση του 1962 από την Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, η επίδικη έκταση, η οποία εμπίπτει σε τμήματα των τεμαχίων ..., πλην της έκτασης του … τεμαχίου που είναι χέρσα, εμφαίνεται διεκδικούμενη από το Δημόσιο από τους Α.

Χ., κληρονόμους Γ. και Α. Χ., αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός (δεύτερος) αναίρεσης, κατά το α' σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το ίδιο το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι ο σχετικό λόγος έφεσης (ληφθείς υπόψη), απορρίφθηκε ως αλυσιτελής. Προσέτι, ο λόγος αυτός (2ος) αναίρεσης, κατά το β' σκέλος του είναι αβάσιμος, αφού από την προαναφερόμενη βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, ως μη αποτελούντα ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο δηλαδή των "εγγράφων", δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφασή του.

Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις κατ' άρθρ. 559 αρ. 1, 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες. 'Ητοι, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία) τις ουσιαστικές διατάξεις και δη: α) Του άρθρ. 1§53 του ΒΔ της 13-5/10-7-1939 (περί κωδικοποιήσεως της μεταξύ του Ελλ.

Δημοσίου και της ΕΤΕ συμβάσεως περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαξίμων μουσουλμάνων, που προβλέπει ετήσια προθεσμία έγερσης των σχετικών δικών διεκδίκησης ακινήτων, καταληφθέντων ως ανταλλαξίμων ή παραδοθέντων ως τοιούτων στην Ε.Τ.Ε., κατά τα ειδικότερα στους συμβατικούς όρους εκτιθέμενα).

β) Των άρθρων 6 του από 29-9/4-10-1939 Β.Δ. (που οργάνωσε την Υπηρεσία Διαχειρίσεως των Ανταλλαξίμων), 1§1, 3§2 εδ. α, β, §3 του από 24-10-/31-10-1940 Β.Δ. (που τροποποίησε και συμπλήρωσε το προηγούμενο), διατάξεις (οι οποίες ενδελεχώς αναπτύσσονται εννοιολογικώς στην ανωτέρω νομική σκέψη και) από τις οποίες σαφώς συνάγεται, ότι απαιτήσεις που απορρέουν από τη διαχείριση της ανταλλάξιμης περιουσίας που δεν έτυχαν διοικητικής ικανοποιήσεως πρέπει πριν απ'την δικαστική επιδίωξη, να υποβάλλονται μέσω της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού με σχετική αίτηση στο αρμόδιο γνωμοδοτικό συμβούλιο, που υποχρεούται σε απάντηση εντός εξαμήνου με δυνατότητα κατ' εξαίρεση παράτασης έως ένα έτος, ο δε Υπουργός Οικονομικών αποφασίζει εντός διμήνου από την υποβολή σε αυτόν της γνωμοδότησης του άνω συμβουλίου, ενώ οι αγωγές που εγείρονται πριν από την εξάντληση της προπεριγραφείσας διαδικασίας απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες και γ) του άρθρ. 279 Α.Κ.

που ορίζει, ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τάσσεται (αποσβεστική) προθεσμία από το νόμο ή τα μέρη, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με την παραγραφή διατάξεις, εφόσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία στη συγκεκριμένη περίπτωση υπηρετεί.

Περαιτέρω, κατά το αναιρεσείον, με την παραδοχή του Εφετείου ότι "ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, για το λόγο ότι αυτή δεν ασκήθηκε εντός της κατά άνω εκτιθέμενα βραχείας παραγραφής, (ήτοι εντός έτους από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, το οποίο κοινοποιήθηκε σε όλους τους τότε φερομένους (41) κατόχους, ούτε σχετικό δικαίωμα γνωστοποιήθηκε προς την ΕΤΕ εντός έτους από την 6-2-1936 κατ'άρθρ. 1§53 ΒΔ 13-5/10-7-1939 και ούτε, όλως επικουρικώς, εντός έτους μετά την κοινοποίηση στις 13-2-1989 της από 29-11-1988 απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών επί της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο), είναι κατά το πρώτο σκέλος αόριστος, καθόσον δεν επικαλείται ότι στους φερόμενους κατόχους δεν περιλαμβανόταν και ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και κατά το δεύτερο σκέλος του μη νόμιμος, δεδομένου ότι η πιο πάνω κύρωση παραμέλησης της ετήσιας προθεσμίας θεσπίσθηκε χωρίς νομοθετική (α.ν. 2909/2939) εξουσιοδότηση, εσφαλμένα, κατά τα ως άνω, ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις κατ' ορθή ερμηνεία των οποίων όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανταλλάξιμο, ενώ δεν είναι τέτοιο, (δηλαδή ακίνητο της ανταλλάξιμης περιουσίας), καθόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επίδικο ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων γαιών και, ειδικότερα, ότι ήταν καλλιεργήσιμος αγρός, τον οποίο κατείχε και εξουσίαζε τουλάχιστον από το έτος 1907 μέχρι και ο έτος 1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π.

Ζ. Κ. Γ.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, συμφώνως προς το διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος του ηττώμενου αναιρεσείοντος λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 1672/2014 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ