Supreme Court dismisses appeal on alimony case due to insufficient reasoning regarding the appellant's financial capacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a widow and her husband against a first-instance court ruling denying her alimony. The appellant argued the lower court failed to assess her specific income, expenses, and the husband's ability to pay, rendering the reasoning inadequate. The court found the first-instance judgment sufficient because it explicitly detailed the deceased son's assets, the husband's income and support obligations, and the wife's health and age, thereby establishing her lack of entitlement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 of the Civil Code; Article 176 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews lower court decisions for legal errors, finding an appeal inadmissible if the first-instance judgment provides complete and clear factual findings regarding the parties' financial status and support obligations, thus satisfying the requirement for adequate reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 87 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 87/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ν. (A. D.) του Π., 2) Μ. συζ. Α. Ν. (M. D.), το γένος Μ. Κ. και 3) Μ. Κ. (M. K.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1489/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ναυσικά Φράγκου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την αγωγική αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-2-2013 και περί ώρα 03:10 στον Πειραιά Αττικής και στη λεωφόρο ..., ο Α.
Κ. οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΕΧΕ αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, κινείτο επί της λεωφόρου στο ρεύμα κυκλοφορίας από Πειραιά προς την ... Όταν ο ως άνω έφθασε στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου … της λεωφόρου, όπου υπάρχει κατωφέρεια στο ρεύμα κυκλοφορίας του, επιχείρησε με μεγάλη ταχύτητα πάνω από το επιτρεπόμενο όριο των 50χλμ/ω λόγω κατοικημένης περιοχής, να προσπεράσει το επί της δεξιάς λωρίδας προπορευόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ζ.
Μ. και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να προσκρούσει επί τριών σταθμευμένων οχημάτων στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος της λεωφόρου στο ρεύμα ανόδου της λεωφόρου. Λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει το ζημιογόνο όχημα εξετράπη της πορείας του και μετά από συνεχείς προσκρούσεις επί των σταθμευμένων οχημάτων, το όχημά του έκανε στροφή 180 μοίρες, σταμάτησε και επέπεσε με το οπίσθιο τμήμα του στο με αριθ.
κυκλ. ... δίκυκλο που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων Ν. Ι. - Ρ. με συνεπιβάτη τον Α. Γ. που κινείτο στο ρεύμα ανόδου της λεωφόρου με κανονική ταχύτητα με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός αμφοτέρων των επιβαινόντων στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα. Αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών αυτού είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου Α.
Κ., όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας... Ο αποβιώσας Ν. Ρ. - Ι. ήταν γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός της τετάρτης τούτων (βλ. τα από 5-9-2012 και 25-4-2015 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του πρώτου και της πέμπτης των εναγόντων του ...).
Ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 24 ετών και κατοικούσε μόνιμα στην Ελλάδα όπως επίσης κατοικούσαν και οι γονείς του (πρώτος και δεύτερη των εναγόντων), η αδελφή του (τρίτη ενάγουσα) και η γιαγιά του (τέταρτη των εναγόντων). Περαιτέρω η συγγενική ιδιότητα αποτελεί στοιχείο που συναρτάται με τη νομιμότητα του γάμου από τον οποίο προέρχεται η επικαλούμενη συγγένεια, το στοιχείο δε τούτο, ενόψει του ότι ο θανών ήταν αλλοδαπός (Αλβανός υπήκοος) το Δικαστήριο αρύεται από το αλβανικό δίκαιο.
Εφόσον, λοιπόν, αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των εναγόντων και του θανόντος σχέση γονέων, αδελφών και γιαγιάς όπως άλλωστε και η αρμόδια Αλβανική Αρχή βεβαιώνει στα προαναφερόμενα σε μετάφραση έγγραφά της, κάνοντας μνεία ότι οι παραπάνω αποτελούν την πραγματική οικογένεια του αποβιώσαντος, αυτοί δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του γιου, αδελφού και εγγονού των, θέμα που κρίνεται, ως εκ του τόπου του ατυχήματος κατά το Ελληνικό Δίκαιο (άρθρ. 26, 932 ΑΚ).
Ενόψει λοιπόν, των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, της ηλικίας του θανατωθέντος, του ψυχικού δεσμού, που αυτός είχε αναπτύξει με τους ενάγοντες συγγενείς του, της κοινωνικής θέσεως και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων φυσικών προσώπων εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας, (της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν πράγματι ψυχική οδύνη από τον αιφνίδιο θάνατό του και προς εξισορρόπηση της δυσμενούς καταστάσεως που δημιουργήθηκε σε βάρος τους και ως προσωπική τους ικανοποίηση, πρέπει να τους επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 60.000 ευρώ σε καθένα από τον πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς), αφού έχει αφαιρεθεί ποσό των 44 ευρώ για τη νομιμοποίηση αυτών ως πολιτικώς εναγόντων στην ποινική δίκη, το ποσό των 40.000 στην τρίτη ενάγουσα και το ποσό των 25.000 ευρώ στην τέταρτη των εναγόντων (γιαγιά).
Τα ποσά αυτά είναι εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 παρ. 2 και 10 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ.
ΑΠ 6/2009). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, έσφαλε που επιδίκασε με την εκκαλουμένη μεγαλύτερα ποσά για την παραπάνω αιτία και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αντέφεσης της τέταρτης ενάγουσας αντεκκαλούσας. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να απορριφθεί η αντέφεση της τέταρτης ενάγουσας αντεκκαλούσας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις ως άνω διατάξεις της, στο σύνολό της όμως και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος της για την ενότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 748/84 ΕλΔ 26.642, Σ.
Σαμουήλ "Η έφεση", έκδοση 2009, σ. 447). Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή κατά τις παραπάνω διατάξεις της, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 5.069,00 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (πατέρα του θανόντος) το ποσό των 60.200 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα του θανόντος) το ποσό των 60.200 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα (αδελφή του θανόντος) το ποσό των 40.200 ευρώ και στην τέταρτη ενάγουσα (γιαγιά του θανόντος) το ποσό των 25.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο όλα τα ως άνω ποσά από την επόμενη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στα ποσά των 60.000 ευρώ για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων και για την τρίτη αναιρεσείουσα στο ποσό των 25.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, και καθ’ υπέρβαση, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ επεδίκασε σ’ αυτούς τα ποσά των 60.000 ευρώ σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη και το ποσό των 25.000 ευρώ στην τρίτη ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από, τον θανάσιμο τραυματισμό του γιου τους και εγγονού της, τα οποία δεν είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω από τον αριθμό 11 περίπτωση γ’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και τα ποία ήσαν κρίσιμα για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και δη την απολογία του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α. Κ., καθώς και το έγγραφο της Τροχαίας σχετικώς με το αποτέλεσμα του τεστ αλκοόλ στο οποίο αυτός υποβλήθηκε λόγω του ατυχήματος, από τα οποία προέκυπτε ότι ο εν λόγω οδηγός προκάλεσε το ένδικο ατύχημα επιστρέφοντας από νυκτερινό κέντρο, όπου είχε περιέλθει σε κατάσταση μέθης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, μπορεί δε να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προσβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, διαφορετικά, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β’ του ΑΚ, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό. Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ. και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε, το αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 1489/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσείουσα) ως αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής από το θάνατο του γιου της στο ένδικο τροχαίο ατύχημα το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 928 εδ.
β’ ΑΚ. Το Εφετείο, σε σχέση με το παραπάνω θέμα δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι "ο θανών εργαζόταν ως μάγειρας και είχε απασχοληθεί στην επιχείρηση "... ΟΕ" με αποδοχές 486,86 ευρώ και τους καλοκαιρινούς μήνες εργαζόταν σε νησί αποκερδαίνοντας 1.200 περίπου ευρώ μηνιαίως και δεν αποδείχθηκε ότι είχε υποχρέωση να διατρέφει τη μητέρα του δεύτερη ενάγουσα.
Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος ήταν άπορη και δεν μπορούσε να καλύψει τις προσωπικές ανάγκες διατροφής της, καθόσον καλύπτονταν αυτές από τον σύζυγό της, πρώτο ενάγοντα, ο οποίος εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στο ... με καθαρές αποδοχές 668 ευρώ και είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος στην Αλβανία.
Ούτε δε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εργαστεί λόγω της κατάστασης της υγείας της ή της ηλικίας της. Ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της δεύτερης ενάγουσας. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε στην δεύτερη ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης ως βάσιμος κατ’ ουσίαν".
Οι εν λόγω αιτιολογίες, είναι, κατά τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ανεπαρκείς, γιατί ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν είναι άπορη, δεν προσδιορίζει τα εισοδήματά της εκ της περιουσίας της ή εκ της εργασίας της, καθώς επίσης και τις μηνιαίες δαπάνες της διατροφής της, β) ότι οι ανάγκες διατροφής εκαλύπτοντο από τον σύζυγό της υπάλληλο, δεν προσδιορίζει τις δαπάνες διατροφής, του ιδίου, της ανήλικης θυγατέρας τους, και τη δαπάνη καταβολής του μισθώματος της οικογενειακής στέγης ώστε να προκύψει εάν το εναπομένον τμήμα του μισθού του επαρκούσε και για την κάλυψη των δαπανών της δικής της διατροφής, γ) ότι ο σύζυγός της είναι κύριος διαμερίσματος στην Αλβανία, δεν προσδιορίζει εάν αυτό είναι μισθωμένο και ποιό το ύψος του μισθώματος, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων.
Όμως κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίον εμφανίζεται η προσβαλλόμενη ανεπάρκεια, καθώς και ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον οι παραπάνω αιτιολογίες, είναι πλήρεις και επαρκείς με την έννοια ότι τα ανελέγκτως κριθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά είναι πλήρη και σαφή, αφού διαλαμβάνονται όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο διατροφής από το θανόντα υιό της.
Ειδικότερα προσδιορίζονται η οικονομική κατάσταση του θανόντα, η οικονομική κατάσταση του πρώτου αναιρεσείοντα, συζύγου της δεύτερης, ο οποίος είχε υποχρέωση διατροφής της και η δυνατότητά της να εργαστεί, λόγω της κατάστασης της υγείας της και της ηλικίας της.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει κατ’ άρθρ. 1, άρθρο ένατο, παρ. 1 και 4 αυτού για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2016) αίτηση για αναίρεση της 73/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ