Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding examination of subsidiary claims in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court decision, remanding the case for retrial. The lower court had examined a subsidiary claim regarding unpaid wages that the first-instance court had not addressed, despite the appellant's request to focus on the primary claim. The court ruled that since the appeal transformed the proceedings into a new trial on the merits, the appellate court was obligated to examine all claims, including the subsidiary one, regardless of the original procedural posture. Consequently, the appeal was rejected on procedural grounds, but the case was remanded to a newly constituted panel for further adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(9) para. a; Art. 580(3) KPolD: When an appeal converts the proceedings into a trial on the merits, the appellate court must examine all claims presented, including subsidiary ones not previously adjudicated, and a procedural defect regarding the examination of such claims is not grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 87 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 87/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 3) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Σ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Θ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 6) Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Α. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Α. Σ. του Φ., 9) Γ. Κ. του Π., κατοίκων ..., 10) Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Σ. Χ. του Ι., 12) Α. Λ. του Ν., 13) Ε. Λ. του Ν., 14) Σ. Τ. του Γ., 15) Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., 16) Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 17) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 18) Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 19) Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 20) Σ. Ν. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γκώνια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΑΛΟΥΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΙΟΥΛΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κορκοβέλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2736/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6087/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/4/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 8/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέμπτου και έκτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα οι αναιρεσείοντες είχαν ζητήσει με την ένδικη αγωγή τους να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας ενός (1) έτους άλλως τη διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης μεταξύ εργάτη και υπαλλήλου άλλως μεταξύ καταβληθείσης και νόμιμης αποζημίωσης εργάτη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι ενάγοντες στην αγωγή τους αναφέρουν μεν το συνολικό ύψος των τελευταίων μηνιαίων αποδοχών τους, πλην όμως δεν διευκρινίζουν πως προέρχεται αυτό και απέρριψε κατά τούτη την αγωγή ως αόριστη. Επομένως, οι αντίθετοι, δεύτερος και τρίτος (κατά τα οικεία μέρη) λόγοι αναιρέσεως, αληθώς μόνο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη τη βάση αυτή της αγωγής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η τυχόν ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφό της των πραγματικών περιστατικών στα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση κατά το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντιστοίχως ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, εάν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε το Δικαστήριο επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα ιδρύεται η παράβαση του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 95/2009). Περαιτέρω, αναγκαία στοιχεία, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, για την επάρκεια αγωγής μισθωτού, που διώκει, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας αυτής συνεπεία μη καταβολής ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης, είναι η σύμβαση εργασίας, η καταγγελία της σύμβασης και οι λόγοι για τους οποίους αυτή είναι άκυρη, η μη αποδοχή των συμφωνημένων υπηρεσιών του μισθωτού από τον εναγόμενο εργοδότη και το ύψος του μισθού, που περιλαμβάνει ποσοτικά και ποιοτικά ότι ο μισθωτός θα ελάμβανε εάν ο εργοδότης δεχόταν την εργασία του (ΑΠ 341/2008 Εργ.Εργ.Δ. 2009,573).
Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία, κατά την κύρια νομική βάση της ζητείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτό όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στο δικόγραφο της αγωγής ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το συνολικό ύψος των τελευταίων μηνιαίων αποδοχών των αναιρεσειόντων ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά από που προέρχονται αυτές και δη τα χρονοεπιδόματα ή άλλου είδους επιδόματα (γάμου, οικογενειακών βαρών κλπ), τα οποία εισέπραττε ο καθένας από τους αναιρεσείοντες, αλλά ήταν αρκετό ότι στο δικόγραφο αναφερόταν ο μισθός που ελάμβανε ο καθένας από τους τελευταίους, αφού αυτοί ως μισθούς υπερημερίας εδικαιούντο ότι ελάμβαναν κατά την καταγγελία της σύμβασής τους.
Επομένως, οι σχετικοί πέμπτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και κατά τα οικεία μέρη τους), με τους οποίους προβάλλεται ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε η αγωγή και δη κατά την ως άνω βάση αυτής ως αόριστη, λόγω έλλειψης (και ειδικότερα μη διευκρίνησης) των πιο πάνω στοιχείων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Από τα άρθρο 669 παρ.2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προκληθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, όπως προκύπτει από τον έλεγχο του δικογράφου αυτής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην ανωτέρω καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων στα πλαίσια περιορισμού του προσωπικού της για οικονομικοτεχνικούς λόγους και ότι κατά τη διαδικασία επιλογής των απολύσεων δεν ελήφθησαν υπόψη αντικειμενικά κριτήρια, αφού όπως αναφέρουν "...
προέβη μονομερώς και αυθαιρέτως στην επιλογή των απολυτέων και παρουσιάζοντας πίνακα εργαζομένων που επιθυμούσε την παραμονή τους στην εργασία, τον οποίο και συνέταξε μονομερώς προέβη στις απολύσεις μας". Ότι οι καταγγελίες αυτές, όμως, είναι άκυρες, διότι η αναιρεσίβλητη προέβη σ' αυτές κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός της, αφού η οικονομική πορεία της ήταν κερδοφόρος, χωρίς να αναζητήσει ηπιότερα μέσα πριν καταγγείλει τις συμβάσεις τους.
Κατόπιν αυτών, ζήτησαν οι ενάγοντες να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεών τους ως καταχρηστικών και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση, όμως, τα εκτιθέμενα στην αγωγή (κατά την επικουρική βάση της) τα οποία συνοψίζονται στο ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, χωρίς να υπάρχει πράγματι κανένας λόγος, οι καταγγελίες αυτές δεν υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τη σχετική βάση αυτής ως αόριστη για το λόγο ότι δεν αναφέρουν σ' αυτήν τα ονόματα των συναδέλφων τους που παρέμειναν στην επιχείρηση της εναγόμενης, καθώς και την αρχαιότητα, την οικογενειακή και οικονομικής τους κατάσταση.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το κεφάλαιο αυτό δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού στο αγωγικό δικόγραφο δεν περιέχονται τα παραγωγικά του προαναφερομένου δικαιώματος των εναγόντων περιστατικά, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο έλεγχος της διαδικασίας επιλογής των μισθωτών που θα παρέμεναν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ως εργαζόμενοι και των απολυτέων, όπως οι ενάγοντες, σύμφωνα με τα ανωτέρω, με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι δυνατή και η κρίση εάν οι γενόμενες ένδικες απολύσεις έγιναν κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης. Επομένως, οι αντίθετοι, πρώτος δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (κατά τα οικεία μέρη τους), λόγοι αναιρέσεως αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το κεφάλαιό της περί καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξεταστεί πρωτόδικα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση του εναγόμενου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την υπό δίκη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας 12 μηνών λόγω ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, καθόσον η εναγόμενη τους κατέβαλε μειωμένη και όχι πλήρη αποζημίωση απολύσεως, επικουρικά δε ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω καταγγελία των συμβάσεών τους ασκήθηκε καταχρηστικά εκ μέρους της εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας, άλλως διαφορά νόμιμης αποζημίωσης μεταξύ εργάτη και υπαλλήλου, άλλως διαφορά μεταξύ καταβληθείσης και νόμιμης αποζημίωσης εργάτη, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ στον κάθε ένα λόγω χρηματικής αποζημίωσης συνεπεία της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την απόλυσή τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την πρώτη βάση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής. Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της ηττηθείσης πρωτοδίκως εναγόμενης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής, που είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την εν λόγω απόφαση.
Στη συνέχεια το Εφετείο ερεύνησε την επικουρική βάση της ίδιας αγωγής, που δεν είχε εξετασθεί πρωτοδίκως, και την οποία τελικά την απέρριψε ως αόριστη. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, ορθά το Εφετείο ερεύνησε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής ως είχε υποχρέωση, έστω και χωρίς ειδικό παράπονο, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες, αληθώς, υπό την επίκληση του αριθμ. 9 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά το οικείο μέρος, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με το να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής τους, επιδίκασε κάτι που δεν του ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω οι λοιπές αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους λόγους αναιρέσεως (κατά τα οικεία μέρη αυτών) και υπό την επίκληση των αριθμ. 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, αφού προϋπόθεση της εξετάσεως αυτών είναι, να εισήλθε το δικαστήριο στην κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ως συνέβη στην ένδικη περίπτωση.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6087/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ