Legislator Case Law & Legislation
87/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments were not new facts but reiteration of the lower court's findings.

Case Number 87/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court ignored evidence proving the lawyer continued working until January 2005, but the Court found these claims were merely reiterations of the original lawsuit's arguments rather than new facts. Consequently, the Court ruled that the lower court had properly considered all submitted evidence, including the specific document cited by the appellant, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 63 § 5 no. 4 of the Code of Lawyers; Art. 94 § 1 of the Code of Lawyers; Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it consists of a reasoned denial of the claim rather than new facts, and is inadmissible if the lower court has already verified it considered all relevant evidence submitted by the parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new facts requirement reiteration of arguments evidence consideration legal professional services contract termination procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 63 § 5 no. 4 of the Code of Lawyers
Art. 94 § 1 of the Code of Lawyers
Art. 1 of the Code of Lawyers
Art. 2 § 1 of the Code of Lawyers
Art. 38 of the Code of Lawyers
Art. 44 of the Code of Lawyers
Art. 648 of the Civil Code
Art. 713 of the Civil Code
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 87 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 87/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Χολαργού Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2866/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 § 5 περ. 4 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο για αόριστο χρόνο λύεται με καταγγελία του εντολέα ή του εντολοδόχου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ίδιου Κώδικα, ο δικηγόρος, του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση και σε περίπτωση μη καταβολής αυτής δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 38, 44 ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς και περί εντολής κανόνες του ΑΚ, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσης αυτής.

Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Η διάταξη αυτή, που ισχύει στις εργασιακές συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχει ανάλογη εφαρμογή, συνδυαζόμενη και προσαρμοζόμενη προς τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου - εντολέα, αφού πλήρως εναρμονίζεται προς τις άνω περί καταγγελίας της συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών διατάξεις του Κώδικα αυτού, οι οποίες δεν περιέχουν όμοια ρύθμιση, παρέχει δε στους παρέχοντας εργασία με οποιαδήποτε σχέση μείζονα προστασία των σχετικών δικαιωμάτων τους έναντι του πάντοτε ισχυρότερου εργοδότη τους και δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα αυτής.

Επομένως, στη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σχέσης αυτής, που επιχειρείται, από τον εντολέα, δεν επέρχεται αφ' εαυτής η λύση της σχέσης, αλλά παρέχει στον εντολοδόχο δικηγόρο το δικαίωμα να τη θεωρήσει ως καταγγελία της σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και τη μέχρι καταβολής αυτής συμφωνημένη αμοιβή (Ολομ.ΑΠ 25/2002).

Ως μονομερής βλαπτική μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της σύμβασης έμμισθης εντολής από τον εντολέα, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, κατά τρόπο που να επέρχεται στον εντολοδόχο δικηγόρο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη. Αλλά και αν ακόμη η σύμβαση ή ο νόμος παρέχουν στον εργοδότη εντολέα δικαίωμα ανάθεσης στον δικηγόρο και άλλων καθηκόντων, το διευθυντικό του αυτό δικαίωμα υπόκειται στους περιορισμούς που θέτουν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ.

Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση του, κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Επομένως, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εντολέας, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης και όχι άλλες άσχετες με αυτούς επιδιώξεις, όπως από λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής σ' αυτόν, γιατί τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του δικαιώματος και ελέγχεται κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914, 932 ΑΚ, 5§1 και 22§1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του άνω δικαιώματος του εργοδότη εντολέα, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εντολοδόχου-δικηγόρου, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο πλην των άλλων και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τυχόν υποβιβασμό ή ανεπίτρεπτη ηθική ή επαγγελματική του μείωση.

Κατά το άρθρο 94 § 1 του Κώδικα των Δικηγόρων, η αποζημίωση, την οποία δικαιούται να λάβει ο δικηγόρος που προσφέρει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα, υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν "σταθερώς υφ' οιανδήποτε μορφή", κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση του μήνα.

Ως τακτικές αποδοχές, κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ, θεωρούνται ο συμφωνημένος μισθός (πάγια μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών -ενάγων, (αναιρεσείων), που είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στο μητρώο μελών του ΔΣΑ, με σύμβαση έμμισθης εντολής, που συνήψε με την εφεσίβλητη -εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ΟΤΕ ΑΕ στις 17-4-1978, προσλήφθηκε με πάγια μηνιαία αντιμισθία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως δικηγόρος.

Στις 20-5-1994 με απόφαση του ΔΣ της εφεσίβλητης τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Προϊστάμενος του τότε υπάρχοντος Τμήματος Διεξαγωγής Δικών και ακολούθως στις 17-1-1996 με απόφαση του ίδιου οργάνου τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του ίδιου τμήματος. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 2642/21-11-2000 απόφαση του ΔΣ της εφεσίβλητης περί αναδιοργανώσεως των νομικών υπηρεσιών της, εκτός των άλλων αποφασίστηκαν η κατάργηση των θέσεων του Νομικού Συμβούλου του Οργανισμού και του Αναπληρωτή αυτού και η σύσταση υπηρεσίας με τίτλο Νομικές Υπηρεσίες Ομίλου ΟΤΕ, η σύσταση θέσεως Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ και η σύσταση θέσεως Εντεταλμένου Αναπληρωτή του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ -Συντονιστή Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ Στάθμης Διοίκησης, ο οποίος θα οριζόταν με απόφαση του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ.

Στο παράρτημα 1 της άνω απόφασης καθορίσθηκαν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ καθώς και του Εντεταλμένου Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ -Συντονιστή Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ. Έτσι, ο πρώτος εκτός των άλλων, είχε καθήκον να εποπτεύει και ελέγχει τη λειτουργία των Νομικών Τμημάτων της ΟΤΕ ΑΕ, να παρέχει γενικές οδηγίες και κατευθύνσεις για το χειρισμό των υποθέσεων, να ορίζει Εντεταλμένο Αναπληρωτή του ο οποίος είναι και υπεύθυνος έναντι του Νομικού Συμβούλου για το συντονισμό των Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ, τα οποία ήταν καθ' ύλην αρμόδια για εταιρικά, επιχειρησιακά και εργασιακά θέματα του ΟΤΕ, ποινικά θέματα και θέματα αποζημιώσεων, πλην των θεμάτων τα οποία υπάγονται ρητώς στα Νομικά Τμήματα Θεμάτων Ομίλου ΟΤΕ.

Ενώ ο Εντεταλμένος Αναπληρωτής Νομικού Συμβούλου και Συντονιστής των Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ κατανέμει τις υποθέσεις και διεκπεραίωνει τα έγγραφα στα Τμήματα αυτά και μεταξύ των δικηγόρων των επαρχιών, υπογράφει τα απαντητικά και άλλα σημειώματα κατά περίπτωση, ενώ κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνεργάζεται με το Νομικό Σύμβουλο του Ομίλου, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία του τελευταίου.

Σε εφαρμογή της ως άνω 2624/21-11-2000 απόφασης του ΔΣ της εφεσίβλητης εκδόθηκε η με αριθμό 1/Δ2937/12-12-2000 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορικών Θεμάτων της εφεσίβλητης, με την οποία συστάθηκαν έξι Νομικά Τμήματα Θεμάτων Ομίλου, τέσσερα Νομικά Τμήματα Θεμάτων ΟΤΕ, παρασχέθηκε στο Νομικό Σύμβουλο Ομίλου ΟΤΕ η δυνατότητα να ορίζει Εντεταλμένο Αναπληρωτή του στάθμης Διεύθυνσης με έργο το συντονισμό των Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ και προσδιορίσθηκαν στο παράρτημα 3 της απόφασης αυτής τα καθήκοντα του τελευταίου, τα οποία αφορούσαν τη δεσπόζουσα εταιρεία ΟΤΕ, ήτοι τα τμήματα εταιρικής λειτουργίας, επιχειρησιακής δραστηριότητας, εργασιακών σχέσεων, αποζημιώσεων και ποινικών υποθέσεων και ειδικότερα την κατανομή υποθέσεων, τη διεκπεραίωση εγγράφων, την.

υπογραφή απαντήσεων κατά περίπτωση κλπ. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 423/626813/11-12-2000 απόφαση του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ ..., ορίσθηκε ως Εντεταλμένος Αναπληρωτής Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ στάθμης Διεύθυνσης - Συντονιστής Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ, ο εκκαλών ο οποίος από τις 22-12-2000 ανέλαβε τα καθήκοντα αυτά με την έκδοση της με αριθμό 423/Δ.3040/22-12-2000 διεκπεραιωτικής φύσεως απόφασης του Γενικού Διευθυντού της Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού.

Στη συνέχεια ο βασικός μισθός του εκκαλούντος αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 2347,7.6 € από 1-11-2001 και στο ποσό των 2500 € μηνιαίως από 1-1-2004, προστέθηκαν δε και άλλες οικειοθελείς παροχές που χορηγούντο αποκλειστικά και συνδέονταν υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των συγκεκριμένων υπηρεσιακών του καθηκόντων (έξοδα κίνησης και παράστασης).

Όμως κατά την άσκηση των καθηκόντων του αυτών ο εκκαλών ήρθε επανειλημμένα σε ρήξη με τον άνω Νομικό Σύμβουλο Ομίλου ΟΤΕ ... ως προς την έκταση των αρμοδιοτήτων του, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εχθρότητας μεταξύ τους. Έτσι ο άνω Νομικός Σύμβουλος με του υπ' αριθμ. 569579/7-3-2003 έγγραφό του προς τον εκκαλούντα έπαυσε αυτόν από τα άνω καθήκοντα του και του ζήτησε να επιλέξει το Τμήμα των Νομικών Υπηρεσιών που επιθυμούσε, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η με αριθμ. 423/Δ361/14-3-2003 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εφεσίβλητης με την οποία ο εκκαλών τοποθετήθηκε στο Γενικό Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών Ομίλου ΟΤΕ και στο Γενικό Διευθυντή Θεμάτων Ανθρωπίνου Δυναμικού Ομίλου, προκειμένου να επικουρεί νομικά αυτούς στο έργο τους.

Για την ενέργεια αυτή ο εκκαλών προσέφυγε στα δικαστήρια, αιτούμενος με την από 19-3-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εφεσίβλητης, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στην άνω θέση την οποία κατείχε και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ.

πρωτοκ. .../18-4-2003 επιστολή του προς τον Νομικό Σύμβουλο, ζήτησε την ανάκληση της απόφασης αυτού (περί παύσεως του) διαβεβαιώνοντάς τον "για την αμέριστη συμπαράσταση του στο, έργο της αναμόρφωσης των Νομικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ την οποία επιχειρούσε (ο Νομικός Σύμβουλος), ως και την αποδοχή και ακριβή εκτέλεση από μέρους του όσων καθηκόντων του είχε αναθέσει και θα του ανέθετε στο μέλλον" και μετά απ' αυτά ο Νομικός Σύμβουλος με την υπ' αριθμ.

πρωτοκ. 19/20-5-2003 απόφαση του ανακάλεσε την προηγηθείσα απόφαση του περί παύσεως των καθηκόντων του εκκαλούντος και επανατοποθέτησε αυτόν στην ίδια θέση, ενώ ο τελευταίος παραιτήθηκε της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που είχε ασκήσει. Στη συνέχεια, λόγω της προκαλούμενης σύγχυσης εκ της λειτουργίας του υφιστάμενου οργανογράμματος των νομικών υπηρεσιών, το ΔΣ-ΟΤΕ αποφάσισε την αναδιοργάνωση αυτών και με την υπ' αριθμ.

Ι/Δ878/9-7-2004 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του αποφασίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: 1) η σύσταση θέσεως Γενικού Διευθυντού Ρυθμιστικών Θεμάτων και Γενικού Διευθυντού Νομικών Υπηρεσιών, 2) η κατάργηση της θέσεως του Γενικού Διευθυντού Νομικών Υπηρεσιών Ομίλου ΟΤΕ, Γενικού Διευθυντού Νομικών Υπηρεσιών ΟΤΕ της Επιχειρησιακής Μονάδας Σταθερής Τηλεφωνίας και του Γενικού Διευθυντού Ρυθμιστικών Θεμάτων Ομίλου και 3) η υπαγωγή στο Γενικό Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών όλων των Υπηρεσιακών Λειτουργιών των υπαγομένων στον καταργούμενο Γενικό Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών Ομίλου ΟΤΕ.

Ακολούθησε δε η με αριθμό 2710/9-7-2004 απόφαση του ΔΣ-ΟΤΕ με την οποία ορίσθηκε ο ... ως Νομικός Σύμβουλος του ΟΤΕ και τοποθετήθηκε στη θέση του Γενικού Διευθυντού Νομικών Υπηρεσιών, ο ... ως Ειδικός Νομικός Σύμβουλος Ρυθμιστικών Θεμάτων και τοποθετήθηκε στη θέση του Γενικού Διευθυντού Ρυθμιστικών Θεμάτων και καταργήθηκε η θέση του Αναπληρωτή του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ -Συντονιστή Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ.

Σε εφαρμογή δε της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε η με αριθμ. Ι/Δ893/13-7-2004 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου ΟΤΕ, με την οποία καταργήθηκε η θέση που κατείχε μέχρι τότε ο εκκαλών, ανακλήθηκαν εν μέρει η με αριθμό Ι/Δ2937/12-12-2000 απόφαση, που αφορούσε τη σύσταση της ως άνω θέσεως και οι με αριθμούς 261/Δ2144/19-11-2001 και 261/Δ364/4-3-2004 αποφάσεις που αφορούσαν τη χορήγηση στον ενάγοντα προσθέτων παροχών για τα πρόσθετα καθήκοντα που αυτός ασκούσε και ορίσθηκε η ισχύς της παρούσας από 9-7-2004.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 423/4899/13-7-2004 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου τοποθετήθηκε ο εκκαλών στο Γενικό Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών και με την υπ' αριθμ. 491576/4-8-2004 απόφαση του Νομικού Συμβούλου- ο τελευταίος, ενεργώντας εκδικητικά στο πρόσωπο του εκκαλούντος, λόγω των προηγούμενων τεταμένων σχέσεων που είχαν, υπήγαγε και τοποθέτησε αυτόν, από 2-8-2004 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ως απλό δικηγόρο υφιστάμενο του από 10ετίας υφισταμένου του ..., μειώνοντας και το βασικό μισθό του από το ποσό των 2500 € μηνιαίως στο ποσό των 1810,55 €.

Την ενέργεια αυτή της εφεσίβλητης δεν αποδέχτηκε ο εκκαλών και με την από 6-9-2004 εξώδικη διαμαρτυρία -δήλωση του, η οποία επιδόθηκε νομίμως στην εφεσίβλητη στις 8-9-2004, αναφέρει ότι η κατάργηση της θέσεως του Εντεταλμένου Αναπληρωτή του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ -Συντονιστή Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ, που μέχρι τότε κατείχε και η τοποθέτησή του σε θέση απλού δικηγόρου, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του, διότι έτσι συντελείται υποβιβασμός του, τη βλαπτική δε αυτή μεταβολή δεν την αποδέχεται αλλά θεωρεί ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από την εφεσίβλητη και λόγω της καταγγελίας και της συνακόλουθης λύσεως της σύμβασης η εφεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και κάθε άλλη αξίωσή του.

Έκτοτε δε αποχώρησε από την υπηρεσία της εφεσίβλητης. Υπό τα ως άνω περιστατικά που αποδείχτηκαν, ναι μεν η μεταβολή του οργανογράμματος των νομικών υπηρεσιών της εφεσίβλητης έγινε μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της και για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών, λόγω της σύγχυσης που δημιουργείτο εκ της λειτουργίας του υφιστάμενου οργανογράμματος, όμως η τοποθέτηση του εκκαλούντος μονομερώς από την εφεσίβλητη σε θέση απλού δικηγόρου και όχι στη θέση τουλάχιστον που κατείχε πριν την τοποθέτηση του στην καταργηθείσα θέση του Εντεταλμένου Αναπληρωτή του Νομικού Συμβούλου Ομίλου ΟΤΕ -Συντονιστή Νομικών Τμημάτων Θεμάτων ΟΤΕ Στάθμης Διοίκησης, ήτοι στη θέση του Προϊσταμένου Τμήματος και μάλιστα υφιστάμενου του μέχρι τότε υφισταμένου του ...

και η μείωση των αποδοχών του, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, γιατί πρόκειται για υποβιβασμό του ο οποίος δεν έγινε προς εξυπηρέτηση του διευθυντικού δικαιώματος της εφεσίβλητης, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του, και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης, αλλά για άλλο άσχετο σκοπό και ειδικότερα από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης του Νομικού Συμβούλου της εφεσίβλητης ...

συνεπεία της προηγούμενης μη αρεστής σ' αυτόν συμπεριφοράς του εκκαλούντος, η οποία δεν προέκυψε ότι ήταν αντισυμβατική ή παράνομη ούτε άλλωστε ο εκκαλών για τη συμπεριφορά του αυτή κλήθηκε ή τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας του εκκαλούντος από την εφεσίβλητη προκαλούσε σ' αυτόν ζημία όχι μόνο ηθική, αφού του ανατίθεντο αποκλειστικά καθήκοντα απλού δικηγόρου, τα οποία ήταν υποδεέστερα των ασκουμένων του προϊσταμένου αυτών και έτσι υποβιβαζόταν επαγγελματικά στους συναδέλφους του, αλλά και υλική αφού του μειώθηκε σημαντικά ο βασικός μισθός του.

Ειδικότερα ο βασικός μισθός του εκκαλούντος (πάγια αντιμισθία) μειώθηκε από το ποσό των 2500 € μηνιαίως στο ποσό των 1810,55 € από 1-8-2004 και στο ποσό των 1559,84 € από 1-10-2004 με ανάλογη μείωση του χρονοεπιδόματος (84%). Επομένως, επρόκειτο για μονομερή βλαπτική για το εκκαλούντα μεταβολή των όρων εργασίας του από την εφεσίβλητη, αντίθετη και προς τη σύμβαση έμμισθης εντολής που είχε συνάψει με την εφεσίβλητη λόγω της μείωσης του μισθού του, αφού σχετικός όρος που να επιτρέπει τούτο (μείωση παγίας αντιμισθίας) δεν υπήρχε, αλλά και ως αντικείμενη στο άρθρο 281 ΑΚ διότι υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και νομίμως ο εκκαλών δεν την αποδέχθηκε και θεώρησε αυτή ως καταγγελία της σύμβασης και δικαιούται να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και την, μέχρι την καταβολή της, συμφωνημένη αμοιβή του.

Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος γιατί μετά την από 6-9-2004 καταγγελία της σύμβασης του ο εκκαλών συμπεριφέρθηκε ως εάν η σύμβαση ήταν ενεργή και ισχυρή αιτούμενος άδειες ασθένειας και αιτιολογώντας την απουσία του από την εργασία του, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι με την καταγγελία, της οποίας τα έννομα αποτελέσματα επέρχονται από τη στιγμή που θα περιέλθει σε γνώση του αντισυμβληθέντος και δεν χρειάζεται αποδοχή της από αυτόν, λύεται η σύμβαση και δεν μπορεί να ανακληθεί (ΑΚ 167).

Σύμφωνα με το άρθρο 94 § 1 του Κώδικα των Δικηγόρων αποζημίωση καταγγελίας την οποία δικαιούται ο εκκαλών με βάση το χρόνο υπηρεσίας του στην εφεσίβλητη, δηλαδή για 26 έτη και 8 μήνες προϋπηρεσίας, ανέρχεται σε 30 πάγιες αμοιβές και επομένως στο ποσό των 2500 Ε βασικός μισθός + 2100 Ε χρονοεπίδομα 84% + 77, 04 Ε οικογενειακό επίδομα (770,44Χ 10%) = 4677,04Χ 30 = 140311,20 Ε με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 9-7-2004.

Επίσης, ενόψει του ότι η εφεσίβλητη δεν κατέβαλε στον εκκαλούντα την άνω αποζημίωση μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτός δικαιούται τη μέχρι το χρόνο αυτό (19-4-2005) συμφωνημένη αμοιβή του, συνολικού ποσού 4677,04€ Χ 9 μήνες = 42093/36 €. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό 33794,19 € που η εφεσίβλητη του κατέβαλε ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές, κατά τη νόμιμη ένσταση αυτής (ΑΚ 416, 440) και επομένως εξακολουθεί να του οφείλει τη διαφορά ποσού 8299,17 € με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 19-4-2005.

Τέλος, από την ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης έμμισθης εντολής του εκκαλούντος, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρήθηκε από την εφεσίβλητη, ο εκκαλών υπέστη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, ήτοι ανεπίτρεπτη ηθική και επαγγελματική του μείωση, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3000 Ε, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, και δέχθηκε την τελευταία αυτή εν μέρει, ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του, για συμφωνημένες αμοιβές του από το χρόνο της καταγγελίας (9-7-2004) έως το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (19-4-2005) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνολικό ποσό 151.610,37 ευρώ.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες του άρθρου 167 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και ο εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτου λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι, παρά το νόμο, αγνόησε τους προβληθέντες ισχυρισμούς της: α) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή από 9-7-2004, αλλά συνέχισε εργαζόμενος και αδειοδοτούμενος και πέραν της κρίσιμης αυτής ημεροχρονολογίας και β) ότι ο αναιρεσίβλητος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτή μέχρι την 27-1-2005, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς, διότι, και αν συνέβη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του, αυτή η μεταβολή, κατά τη διαζευκτική δυνατότητα που είχε ο ίδιος, δεν θεωρήθηκε από τον αναιρεσίβλητο ως καταγγελία.

Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια του νόμου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και πραγματικά επιχειρήματα που κατατείνουν προς ενδυνάμωση των απόψεων της αναιρεσείουσας περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική ουσιαστική βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το αναφερόμενο από την αναιρεσείουσα έγγραφο και συγκεκριμένα την, μεταγενέστερη της ένδικης, από 12-4-2006 εναντίον της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, περί του αντιθέτου, έκτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμος. -

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ) ΑΕ" περί αναιρέσεως της 2866/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ