Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the appeal on procedural grounds. The appellant argued the lower court erred in rejecting the appeal on substantive grounds, claiming it benefited from the dismissal. The court held that since the lower court's decision did not disadvantage the appellant, the requirement of legal interest was met, allowing the appeal to proceed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556(2) C.P.D.; Art. 559(1), (19) C.P.D.: An appeal by the appellant against a decision rejecting the respondent's appeal is admissible if the appellant claims the lower court's decision creates a binding precedent or other disadvantage, as the appellant must demonstrate personal and direct legal interest harmed by the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 87 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 87/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" (πρώην Αγροτική Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αλέξιος Παπασταύρου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Κοπανάς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.09. 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4340/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29.11.2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1.11.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., προϋπόθεση, η οποία ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, για το παραδεκτό της αναιρέσεως, όπως και κάθε ενδίκου μέσου, είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και 'αμεσο του διαδίκου, που υφίσταται βλάβη από αυτήν. Αν την αναίρεση ασκήσει ο νικήσας διάδικος, η βλάβη του εξαρτάται από το εάν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες. Τούτο συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού. Συγκεκριμένα, όταν την αναίρεση ασκεί ο εκκαλών κατά της αποφάσεως, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αντέφεση του αντιδίκου του και ζητεί να απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη , δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, διότι η κριση αυτή του Εφετείου όχι μόνο δεν αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν, αλλά, αντίθετα, τον ωφελεί.
Συνεπώς ο τρίτος από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης, που αναφερόταν στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης αντί να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη, ως μη συνεχόμενη με τα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ.3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190|1920, "περί ανωνύμων εταιρειών", 31 του Εμπ. Ν. και 713, 648, 652 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με σχέση εντολής με την εταιρεία. Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση χαρακτηρίζεται, ως μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ως άνω ιδιότητός του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική, με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η σχετική σύμβαση μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε, με καταγγελία και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Όμως δεν αποκλείεται το εν λόγω πρόσωπο να συνδέεται με την εταιρεία και με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως στην περίπτωση που, μετά από έγκριση της γενικής συνέλευσης, απασχολείται για τις υποθέσεις της εταιρείας, πέρα από τα συνηθισμένα και από το νόμο ή το καταστατικό καθορισμένα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου και η εργασία του παρέχεται σύμφωνα με τις οδηγίες και κάτω από τον έλεγχο της διοικήσεως της εταιρείας (Δ.Σ.), χωρίς βέβαια να αποκλείεται η εξάρτηση από την πρωτοβουλία που αναπτύσσει στην εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765|1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324|1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό της εργασίας, ως εξαρτημένης, ο οποίος γίνεται από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα, που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, απαιτείται όπως, αυτός που την παρέχει, τελεί κατά την εκτέλεσή της, κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής, μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη (Ολ.Α.Π. 19|1987).
Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν αυτός που παρέχει την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, όταν ο δικαστής α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι προς τούτο πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του.
Κατά την έννοια της περ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, εξάλλου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στο αιτιολογικό αυτής, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με ην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά: Ότι, με την από 9-1-2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας "VOTTAS INTERNAΤIONAL Α.Ε.Π.Υ", αφενός μεν τροποποιήθηκε το καταστατικό αυτής καθώς και η επωνυμία της σε "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Π.Ε.Υ.", λόγω της εισόδου της στον όμιλο των εταιρειών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου εκλέχθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μέλος του Δ.Σ.
της εν λόγω εταιρεία, σε αντικατάσταση άλλου μέλους. Ότι, στη συνέχεια, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αυτής, κατά τη συνεδρίασή του στις 10-1-2001 προχώρησε σε ανασυγκρότηση και κατανομή των αξιωμάτων και όρισε την αναιρεσίβλητη ως νέα διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας. Ειδικότερα παρασχέθηκε σ' αυτήν η ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα, να ασκεί το σύνολο των προβλεπομένων από το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρείας εξουσιών και δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η εξουσία αυτής να διοικεί την εταιρεία, να διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις, να προσλαμβάνει και απολύει το προσωπικό της, να συνάπτει παντός είδους συμβάσεις, να προβαίνει σε διαχειριστικές πράξεις, που αφορούν τις εταιρικές επενδύσεις και να αποφασίζει επί παντός ζητήματος, που αφορούσε τους εταιρικούς σκοπούς και μάλιστα χωρίς τη σύμπραξη άλλου, με εξαίρεση τα ζητήματα εκείνα, για τα οποία, κατά το νόμο και το καταστατικό της εταιρείας, απαιτείτο κοινή δράση όλων των μελών του Δ.Σ.
ή υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου ή υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης. Όμως, ενώ είχε εκλεγεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της προαναφερομένης εταιρίας και δεν είχε στην πραγματικότητα αναλάβει τα εμπίπτοντα στις αρμοδιότητές της, ως διευθύνουσας συμβούλου, ως άνω καθήκοντά της, η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, αφού συνήλθε εκτάκτως την 28-2-21001, μετά από πρόταση του Δ.Σ., απεφάσισε και ενέκρινε την σύναψη με την ενάγουσα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, διάρκειας αναδρομικά από 1-2-2001 μέχρι 31-1-2006 και με περιεχόμενο την παροχή από μέρους της προς την εταιρεία υπηρεσιών διευθύνουσας συμβούλου, αντί μηνιαίας μικτής αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό των 2.100.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενης κάθε έτος, με συμφωνία των μερών, με διοικητική υπαγωγή αυτής στο Δ.Σ.
της εταιρείας και με πρόσθετη πρόβλεψη, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της συμβάσεως, την καταβολή σ' αυτήν αποζημιώσεως ίσης με το ποσόν που αντιστοιχεί στις εναπομένουσες μέχρι τη λήξη της συμβάσεως αμοιβές και αποδοχές της. Ότι σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής της Γ.Σ. της αναιρεσείουσας και της ομοίου περιεχομένου αποφάσεως του Δ.Σ., που περιέχεται στο υπ' αριθμ. 69|28-2-2001 πρακτικό συνεδριάσεως αυτού, καταρτίσθηκε αυθημερόν μεταξύ των διαδίκων η ταυτόχρονη "σύμβαση στελέχους", η οποία είχε ως περιεχόμενο τους όρους, που περιείχε η ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως.
Ειδικά, με την ως άνω σύμβαση, ορίσθηκαν εκτός των άλλων και τα εξής, σε σχέση με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της ενάγουσας, την φύση των υπηρεσιών της, τις αποδοχές και τα δικαιώματα της εταιρείας: 1) ότι προσλαμβάνεται προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της, ως διευθύνουσας συμβούλου και να ασκεί τα καθήκοντα, τα οποία τα οποία θα της ανετίθεντο κάθε φορά από την εταιρεία, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς της αυτής, 2) ότι κατά την άσκηση των ανατιθεμένων σ' αυτήν καθηκόντων και την παροχή εν γένει των υπηρεσιών της, υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες των αρμοδίων οργάνων της εταιρείας, 3) ότι δεν υποχρεούται μεν αυτή στην τήρηση ωραρίου, αλλά υποχρεούται όπως παρέχει τις υπηρεσίες της, κατά τις ώρες και ημέρες, που θα απαιτείται, για την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, 4) ότι, πέραν του μηνιαίου μισθού της, που είχε συμφωνηθεί, κατά τα άνω, εκ 2.100.000 δραχμών, που θα αναπροσαρμοζόταν σε ποσοστό κατ' ελάχιστο ίσο με τον πληθωρισμό του αμέσως προηγούμενου έτους, θα εδικαιούτο των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, καθώς επίσης και άδεια, διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων το χρόνο, 5) ότι το σύνολο των καταβαλλομένων σ' αυτήν αποδοχών θα υπέκειτο στις νόμιμες κρατήσεις και εισφορές, 6) ότι οποιεσδήποτε προς αυτήν παροχές της εταιρείας, με εξαίρεση τις αποδοχές της, ανεξαρτήτως της φύσεως και της εφάπαξ ή επανειλημμένης χορηγήσεώς τους, θα εθεωρούντο ως οικειοθελείς παροχές, μη συνιστώσες νόμιμη η συμβατική υποχρέωσή της, υποκείμενες πάντοτε σε διακοπή ή ανάκληση οποτεδήποτε, 7) ότι κατά την διάρκεια της συμβάσεως θα παρεχόταν στην ενάγουσα προς χρήση αυτοκίνητο της επιλογής της, με ανάληψη από την εταιρεία όλων των δαπανών και 8) ότι η τελευταία εδικαιούτο να καταγγείλει οποτεδήποτε την ως άνω σύμβαση, σε περίπτωση δε καταγγελίας χωρίς σπουδαίο λόγο, θα είχε την υποχρέωση να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσόν, που αντιστοιχεί στις εναπομένουσες, μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, αποδοχές και αμοιβές της.
Ότι, παρά την εκλογή της, ως διευθύνουσας συμβούλου, εντούτοις η συμμετοχή της με την τελευταία αυτή ιδιότητα, μέχρι την απόλυσή της, στη χάραξη της επιχειρησιακής πολιτικής και στον καθορισμό των στόχων της εταιρείας στην εποπτεία και στον έλεγχο της επενδυτικής της δραστηριότητας και των εν γένει εργασιών της, ήταν αρκετά περιορισμένη και οπωσδήποτε όχι πάντοτε αυτόνομη και απαλλαγμένη των οδηγιών και υποδείξεων του Δ.Σ.
της εταιρείας. Ειδικότερα, ότι όλες οι σχετικές με τα ανωτέρω θέματα αρμοδιότητες ήταν κατά το πλείστον στα χέρια του Προέδρου του Δ.Σ της εναγομένης, το οποίο ασκούσε στην πραγματικότητα τη διοίκηση και διαχείριση της και απεφάσιζε για κάθε ζήτημα, σχετικό με την πορεία της και την πραγματοποίηση των στόχων της, ενώ οι αρμοδιότητες της αναιρεσίβλητης περιορίζονταν στη διεκπεραίωση των τρεχόντων ζητημάτων, πάντοτε, όμως, μετά προηγουμένη συνεννόηση με τον πρόεδρο του Δ.Σ.
και σε συμμόρφωση προς τις υποδείξεις και τις οδηγίες του, χωρίς να μπορεί να αναπτύξει, κατά την αντιμετώπισή τους, ιδιαίτερη δική της πρωτοβουλία, ενώ παράλληλα με την άσκηση των προσιδιαζόντων στην ιδιότητά της ως άνω διευθυνούσης συμβούλου καθηκόντων, ασκούσε αυτή και όσα άλλα της ανέθετε εκάστοτε η γενική συνέλευση ή το Δ.Σ.
της εταιρείας και αφορούσαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου των πελατών της εταιρείας ή την ορθή λειτουργία των εσωτερικών υπηρεσιών της και την εποπτεία των απασχολουμένων σ' αυτήν υπαλλήλων της. Ότι η κατά την παροχή των υπηρεσιών της αυτών άμεση εξάρτηση της ενάγουσας από τα καταστατικά όργανα της εναγομένης, η περιορισμένη πρωτοβουλία αυτής, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και η ανάγκη συμμορφώσεώς προς τις οδηγίες και υποδείξεις αυτών, κατέστη περισσότερο έκδηλη, μετά την 26-5-2003, οπότε της χορηγήθηκε, μετά προηγουμένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2836|2000 τίτλος επαγγελματικής επάρκειας σε θέματα διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου πελατών, το οποίο μέχρι τότε δεν διέθετε κανείς από τους υπαλλήλους της αναιρεσείουσας εταιρείας, ήταν δε οπωσδήποτε αναγκαίος, για την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων της, δεδομένου ότι με απόφαση του Δ.Σ.
της εταιρείας, που ελήφθη κατά την συνεδρίασή του της 25-9-2002, είχε αποφασισθεί η σύμφωνα με το οργανόγραμμα αυτής, ενεργοποίηση του Τμήματος Διαχειρίσεως πελατών και είχε ορισθεί ως υπεύθυνη η ενάγουσα, συνεπικουρούμενη κατά τούτο από τον πρόεδρο του Δ.Σ. 'Ετσι, μετά την χορήγηση σ' αυτήν και του ως άνω τίτλου και την γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του ορισμού της , ως υπεύθυνης της Μονάδος Διαχειρίσεως Χαρτοφυλακίου πελατών της εναγομένης, η ενάγουσα, παράλληλα με τα καθήκοντά της ως διευθύνουσας συμβούλου, στα πλαίσια της ως άνω από 28-2-2001 "συμβάσεως στελέχους", ανέλαβε έκτοτε και την εκτέλεση του έργου της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου των πελατών της αναιρεσείουσας, υποκείμενη, κατά την παροχή των σχετικών με αυτή υπηρεσιών της, στις εντολές του Δ.Σ.
και συνεργαζόμενη για την προώθηση του του με την Αγροτική Τράπεζα καθώς και με τις άλλες εταιρίες του ομίλου της, του οποίου, στη συνέχεια, η προαναφερόμενη εταιρεία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ASSET MANAGEMENT ΑΕΠΕΥ", κατέστη επίσης μέλος, συνεπεία συγχωνεύσεώς της στις 8-6-2004, με την ενταύθα εδρεύουσα εταρεία, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" και ειδικότερα λόγω απορροφήσεώς της από την τελευταία, που εγκρίθηκε νόμιμα και η οποία την διαδέχθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και, επομένως, και στις έναντι της ενάγουσας σχέσεις της.
Ότι η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στη διαδεχθείσα από την εναγομένη, ως άνω εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΠΕΥ", τόσο ως διευθύνουσα σύμβουλος αυτής, όσο παράλληλα και ως υπεύθυνη του τμήματος διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου των πελατών της μέχρι την 7-6-2004, οπότε, ενόψει της ως άνω συγχωνεύσεως, συνεκλήθη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της, η οποία προέβη στην εκλογή νέου Δ.Σ., το οποίο συγκροτήθηκε αυθημερόν σε σώμα, δίχως να εκλεγεί σ' αυτό η ενάγουσα.
Στη συνέχεια, η ως άνω εταιρεία, με την αυθημερόν επιδοθείσα στην ενάγουσα από 7-6-2004 εξώδικη δήλωσή της, αφού ενημέρωσε αυτήν περί της εκλογής νέου Δ.Σ. και της μη εκλογής της, της γνωστοποίησε, στη συνέχεια, τη λύση κάθε με την εταιρεία συμβατικής σχέσεως καθώς και την έλλειψη, κατά νόμο, υποχρεώσεώς της, προς καταβολή σ' αυτήν οποιασδήποτε αμοιβής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 του Εμπορ.
Ν. και 18 παρ. 4 του Ν. 2190|1920, εκάλεσε δε αυτή να παραδώσει τους φακέλους εκκρεμών υποθέσεων και να επιστρέψει το αυτοκίνητο, που της είχε παραχωρηθεί. Ενόψει αυτών, δέχθηκε το Εφετείο, ότι "η συνδέουσα την ενάγουσα με την εναγομένη σχέση, καθόσον αφορά την από μέρους της άσκηση των καθηκόντων της, ως διευθύνουσας συμβούλου, ήταν εκείνη της συμβάσεως εντολής, ενώ, καθόσον αφορά την από μέρους της άσκηση καθηκόντων υπευθύνου του τμήματος διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου πελατών, ενόψει της φύσεως των παρεχομένων από αυτή υπηρεσιών, που ήταν διαφορετικές από εκείνες της διευθύνουσας συμβούλου, έφερε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, αναγνώρισε ως άκυρη την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου και απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα μισθοί υπερημερίας, για το μέχρι τη συμφωνηθείσα, κατά τα άνω, λήξη της ως άνω συμβάσεως. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παρεβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες προβλέπουν τα σχετικά με σχέση, που συνδέει την ανώνυμη εταιρεία και τον διευθύνοντα αυτής σύμβουλο διατάξεις, αφού, με βάση τις εν λόγω παραδοχές της, φέρονται να καταρτίσθηκαν δύο συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα, η από 28-2-2001 σύμβαση, που χαρακτηρίζεται ως "σύμβαση στελέχους", με βάση την οποία ανατέθηκαν, μετά από έγκριση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, στην αναιρεσίβλητη αποκλειστικά και μόνο καθήκοντα διευθύνουσας συμβούλου, διάρκειας από 1-2-2001 μέχρι 31-1-2006 και με μηνιαία αμοιβή 2.100.000 δραχμών, η οποία, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό, που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, φέρει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τον χαρακτήρα της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και η μεταγενέστερη,από 25-9-2002, με την οποία ανατέθηκε στην αναιρεσίβλητη, το πρώτον και μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της αρχικής συμβάσεως, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου των πελατών της αναιρεσείουσας, η οποία, ως μη αναγόμενη στα καθήκοντά της, ως διευθύνουσας συμβούλου και παρεχομένη υπό τις ως άνω αναφερόμενες στην απόφαση συνθήκες, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για την οποία και μόνο ήταν αναγκαίο, για το έγκυρο της καταγγελίας, η συνδρομή σπουδαίου λόγου.
Αλλά, περαιτέρω, τις ως άνω διατάξεις, το Εφετείο παρεβίασε και εκ πλαγίου, κατ' άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιέλαβε το μεν αντιφατικές το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τον χαρακτήρα των εν λόγω συμβάσεων. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η συνδέουσα την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με την ως άνω εταιρεία σχέση είναι αυτή της εντολής, κατά το μέρος που αφορά στην άσκηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των καθηκόντων της διευθύνουσας συμβούλου και της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατά το μέρος που αφορά στην άσκηση καθηκόντων υπευθύνου του τμήματος διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου πελατών, την κατάρτιση της τελευταίας τοποθετεί στις 28-2-2001, όταν καταρτίσθηκε και η "σύμβαση στελέχους", για την οποία προβλέφθηκε αμοιβή για την ενάγουσα, εκ 2.100.000 δραχμών μηνιαίως, μολονότι, παράλληλα, δέχεται, αντιφατικά, ότι η ενεργοποίηση του σχετικού τμήματος διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου πελατών έγινε στις 25-9-2002 και ότι, έκτοτε, η αναιρεσίβλητη ανέλαβε, παράλληλα με τα καθήκοντά της, ως διευθύνουσας συμβούλου και καθήκοντα υπευθύνου του τμήματος αυτού και β) δέχεται ότι η ανωτέρω "σύμβαση στελέχους" αποτελεί εξ ολοκλήρου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν και από την περιγραφή των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στην αναιρεσίβλητη με τη σύμβαση αυτή, αναφέρει συγκεκριμένα μόνο την ανάθεση καθηκόντων διευθύνουσας συμβούλου και δεν αναφέρει άλλα καθήκοντα, άσχετα με αυτά της διευθύνουσας συμβούλου, η άσκηση των οποίων, με αμοιβή και υπό τις οδηγίες και εντολές των οργάνων της εταιρείας, θα προσέδιδε στην εν λόγω σχέση τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.
Εξάλλου, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να επιβεβαιώνεται η παραδοχή ότι "οι σχετικές με τα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου αρμοδιότητες, ήσαν επί το πλείστον στα χέρια του προέδρου και του Δ.Σ. της εταιρείας, το οποίο ασκούσε, στην πραγματικότητα, την διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας".
Συνεπώς και κατ' αποδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 559 περ 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, σύμφωνα με το άρθρου 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, λόγω ήττας, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4340|2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ