Supreme Court dismisses appeal against final judgment on exclusive distribution contract dispute regarding witness testimony evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal in a contract dispute. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate witness testimony regarding payment obligations, but the court found no evidence of error. The court ruled that the appellate court had considered all evidence and that witness evaluations are non-reviewable, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the evaluation of witness testimony as it is non-reviewable, and an appeal based on such evaluation is inadmissible unless the lower court ignored evidence it was obligated to consider.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 879 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 879/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τουλούπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Κωνσταντινίδη και Εμμανουήλ Ζωγραφάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη από 18-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 512/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 2224/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί κατά ένα μέρος την από 28-12-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας, για αξιώσεις της από επικαλούμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δέχθηκε την έφεση και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016, ΑΠ 24/2015).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή, υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.
ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 1393/2010, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1549/1997, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1069/1983), καθώς και το περιεχόμενό της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.
ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998,ΑΠ 1353/2001).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1353/2001, ΑΠ 1036/2000). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
3. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 επ., 382 επ. και 904 επ. του ΑΚ, διότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας ως προς το κονδύλιο των 151.941,63 ευρώ, που αφορούσε παροχές προς λιανοπωλητές βάσει των ενσωματωμένων στην αγωγή πιστωτικών τιμολογίων, στα πλαίσια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που είχε συνάψει με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επίδικη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, στον οποίο συμφωνήθηκε ότι είχαν δικαίωμα να δραστηριοποιούνται και άλλοι συνεργάτες της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα δεν δεσμευόταν από την αναιρεσίβλητη για την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων της τελευταίας και από τη μεταξύ τους σύμβαση είχε τη δυνατότητα να εξυπηρετεί και άλλους προμηθευτές, τα επίδικα τιμολόγια δεν αφορούν σε παροχές της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα που προβλέπονται από την επίδικη σύμβαση και οι παροχές που δικαιούται η αναιρεσείουσα έχουν αποτυπωθεί στα "κλεισόχαρτα" και έχουν αποδοθεί σ'αυτήν, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις θα δεχόταν ότι η αναιρεσείουσα, στα πλαίσια της επίδικης συμβάσεως, δραστηριοποιήθηκε στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας αποκλειστικά και μόνο για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, ότι αποκλειστικός προμηθευτής των προϊόντων που διέθετε η αναιρεσείουσα στα σημεία πωλήσεως του ως άνω Νομού ήταν η αναιρεσίβλητη, ότι όλες οι προωθητικές ενέργειες έγιναν με βάση τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσίβλητης, ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδόθηκαν και εξοφλήθηκαν από την αναιρεσείουσα, στο πλασίο παροχής εκπτώσεων προς τους πελάτες, προκειμένου να προωθούν και πωλούν προϊόντα της αναιρεσίβλητης, ότι το ποσό των επιδίκων τιμολογίων εξ 151.941,63 ευρώ, δεν θα το κατέβαλε η αναιρεσείουσα αν δεν υπήρχε η προσδοκία εξοφλήσεώς του από την αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της επίδικης συμβάσεως, κατά το οποίο ποσό η τελευταία κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
4.Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ` όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017).
5.Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η επίδικη σύμβαση ήταν αποκλειστικής συνεργασίας, αφού η αναιρεσείουσα δεν εκπροσώπησε άλλη εταιρεία πλην της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από άλλη πλην της αναιρεσείουσας στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, ότι η τελευταία προέβη σε εξόφληση των επίδικων πιστωτικών τιμολογίων, ότι η μη αναγραφή αυτών στην οικεία στήλη του έγγραφου κλεισίματος ("κλεισόχαρτο") ήταν αποτέλεσμα "απειλών" για διακοπή της συνεργασίας τους, ότι αν και οι παροχές προς τους λιανοπωλητές βάρυναν την αναιρεσίβλητη, αυτή δεν έχει καταβάλει το ποσό των 151.941,63 ευρώ, ότι η ένδικη σχέση μέχρι και τουλάχιστον την 19η Φεβρουάριου 2015 δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη, αλλά παρέμεινε καθόλα ενεργή.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους απέρριψε ως αβάσιμους κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν ήταν αποκλειστικής διανομής, η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να εξυπηρετεί και άλλους προμηθευτές ανταγωνιστικών προϊόντων και η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα να δραστηριοποιείται στην ίδια περιοχή χωρίς τη διαμεσολάβηση της αναιρεσείουσας και ότι οι παροχές προς το εμπόριο που χαρακτηρίζονται εγγυημένες, έχουν αποτυπωθεί στα οικεία "κλεισόχαρτα" και έχουν αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν δικαιούται να ζητά την απόδοσή τους.
6. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
7. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για την εξόφληση των πιστωτικών τιμολογίων: α) δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Δ.
Μ., β)άλλως δεν αξιολόγησε σωστά την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα και γ) δεν στάθμισε την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, ο οποίος τελεί σε άμεση επαγγελματική και οικονομική εξάρτηση απ'αυτήν. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθη υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Δ.
Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, η οποία είναι κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
10. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 18-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 512/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183,189, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 18-7-2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 512/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ