Supreme Court dismisses appeal on public law costs calculation, ruling Article 22 of Law 3693/1957 applies to compensation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision awarding compensation to heirs for land requisition. The heirs argued that the state failed to pay compensation for parts of their property deemed self-compensated, while the state contended the appeal was based on an incorrect calculation of legal costs. The court ruled that the appeal was unfounded because the lower court correctly applied Article 22 of Law 3693/1957 to reduce costs, ensuring full compensation for the public interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure and Article 18 of Law 2882/2001; The court established that in cases involving compensation for compulsory requisition, the legal costs must be calculated according to the provisions applicable to the requisition trial, specifically Article 22 of Law 3693/1957, to ensure full compensation and avoid violating constitutional rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 879 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 879/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Απόστολο Ψάρρη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Σ. θυγ. Γ. Σ., χας Γ. Ρ., β. Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου ... γ. Μ. Ρ. του Γ., κατοίκου ... ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Ρ. του Κ. και 2) Α. θυγ. Α. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1β, 1γ και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Σ. θυγ. Γ. Σ., χα Γ. Ρ. (1η ως άνω), απεβίωσε στις 15-4-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι της Γ. Σ. του Κ. και Σ. Σ. του Κ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2008 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων Γ. Ρ. του Κ. και Α. χας Δ. Κ., το γένος Β. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2011 μη οριστική και 286/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-7-2008 (αριθμ. κατάθ. 2955/ΤΜ 194/29-7-2008) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας οι ενάγοντες Γ. Ρ. (ο οποίος απεβίωσε στις 19-5-2013 και κληρονομήθηκε από τους Σ. θυγ. Γ. Σ., Ε. Ρ. και Μ. Ρ., οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη στο ως άνω Δικαστήριο) και Α. χήρα Δ. Κ. (η οποία απεβίωσε στις 18-3-2012 και κληρονομήθηκε από την ήδη αναιρεσίβλητη Α.
θυγ. Α. Κ., που συνέχισε τη δίκη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου) ζήτησαν να αποζημιωθούν για τα εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για τη διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο τμήμα από κόμβο ..., τα οποία εσφαλμένως θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα και δεν καταβλήθηκε γι' αυτά η καθορισθείσα αποζημίωση, επικαλούμενοι ότι από το έργο αυτό ουδόλως ωφελήθηκαν τα τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για την αιτία αυτή τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ 286/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και καταδικάσθηκε το εναγόμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων αυτών, που υπολογίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επ.
του Κώδικα Δικηγόρων. Επί της από 6-5-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 66/29-5-2015) εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία η υπ' αριθμ. 66/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδικάσθηκε το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, που καθόρισε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η υπό στοιχεία 1α αναιρεσίβλητη Σ. θυγ. Γ. Σ., χήρα Γ. Ρ. απεβίωσε στις 15-4-2016 και άφησε κληρονόμους της, με την από 7-2-2016 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 944/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τους Γ.
και Σ. Σ. του Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...-8-2016 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν προκύπτει ότι γνώριζε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης το γεγονός του θανάτου της ως άνω αναιρεσίβλητης, οι ως άνω δε κληρονόμοι αυτής με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αργυρόπουλου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσε ότι αυτοί συνεχίζουν με την ιδιότητα των κληρονόμων της ως άνω αναιρεσίβλητης την παρούσα αναιρετική δίκη.
Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ανωτέρω αποβιώσασας δεν είναι άκυρη (Ολ.ΑΠ 27/1987) και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τους προαναφερόμενους κληρονόμους της, οι οποίοι, με την ιδιότητα αυτή, συνεχίζουν τη δίκη (άρθρα 286 επ., 558 εδ. α', 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων αυτών, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτος της οδού, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτρίωσης των καταλαμβανομένων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε, ότι ως παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου και επομένως και της, ως άνω, διάταξης του ν. 653/1977.
Κατά συνέπεια, το ανωτέρω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.
Με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ορίσθηκε, ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (ΑΠ 287/2017, ΑΠ 410/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό 1052805/3414/0010/19-05-1996 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, νόμιμα δημοσιευθείσα στο υπ' αριθμ. 563/27-05-1996 τεύχος Δ' ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο τμήμα κόμβος ..., υποτμήμα κόμβος ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 106.863,57 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας....
Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων συμπεριλαμβάνονται και οι με ΑΚΠ ... ιδιοκτησίες, για τις οποίες καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 408/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 2798/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ συγχρόνως προσδιορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971, η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων.
Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία είναι ένας αγρός, ο οποίος βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της τοπικής κοινότητας ... του Δήμου ... στη θέση "...", έχει έκταση 2.500 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως και 1.833,20 τ.μ. κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση, είναι εκτός ορίου οικισμού, μη άρτιος και μη οικοδομήσιμος, εκτός ορίων αιγιαλού και παραλίας, από την οποία απέχει 290 μέτρα.
Ο αγρός αυτός περιήλθε στην κυριότητα των τριών πρώτων εναγουσών, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εξ αυτών και κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 19-5-2013 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, Γ. Ρ. του Κ. και της Ε., ο οποίος φέρεται ως ιδιοκτήτης αυτής στον οικείο κτηματολογικό πίνακα...
Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία είναι ένας εκτός σχεδίου πόλης και ορίων οικισμού αγρός, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου Στυλίδας Φθιώτιδας, έκτασης αρχικώς 3.086,50 τ.μ. και μετά την ως άνω συντελεσθείσα απαλλοτρίωση έκτασης 2.200 τ.μ. ο οποίος έχει περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην δεύτερη των εναγουσών από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 18-3-2012 Α.
Κ. χήρας Δ., το γένος Β. και Α. Τ.... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ... απαλλοτριώθηκε τμήμα συνολικού εμβαδού 896,25 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., εκ του οποίου τμήμα εμβαδού 581,4 τ.μ. κρίθηκε ότι δεν πρέπει να αποζημιωθεί κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου ωφελείας που προβλέπεται στο άρθρο 1 του Ν. 653/1977 λόγω απόκτησης προσώπου του ακινήτου επί της εθνικής οδού.
Από την ΑΚΠ ... ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε τμήμα συνολικού εμβαδού 886,50 τ.μ. εμφαινόμενο στο κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., το οποίο δεν αποζημιώθηκε για τον ίδιο ως άνω λόγο... Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία εμβαδού 896,25 τ.μ. αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου έκτασης 2.500 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως και 1.833,20 τ.μ.
κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση, βρίσκεται εκτός ζώνης οικισμού ... σε απόσταση άνω των 100 μέτρων και έως 500 μέτρων από τη θάλασσα και είναι μη άρτια και οικοδομήσιμη έκταση, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις ως έχουσα εμβαδόν μικρότερο των 4.000 τ.μ. και ως μη έχουσα πρόσωπο σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ.
της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) που αφορά τους όρους δόμησής της. Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του οικοπέδου ανέρχεται σε 986,95 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρη οδό της Εθνικής Οδού, πλην όμως εξακολουθεί να είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, με αποτέλεσμα η απαλλοτρίωση να μην έχει καμία επίδραση (ευεργετική ή μειωτική) στην αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του εναπομένοντος.
Η απαλλοτριούμενη με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία εμβαδού 886,50 τ.μ. η οποία αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 3.086,50 τ.μ., είναι εκτός ζώνης οικισμού ... άνω των 50 μ. και έως 200 μ. από την Εθνική Οδό, μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις ως έχουσα εμβαδόν μικρότερο των 4.000 τ.μ.
και ως μη έχουσα πρόσωπο σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ. της 24-5-1985, που αφορά τους όρους δόμησής της. Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του οικοπέδου ανέρχεται σε 2.200 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρη οδό της Εθνικής Οδού, πλην όμως εξακολουθεί να είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, με αποτέλεσμα η απαλλοτρίωση να μην έχει καμία επίδραση (ευεργετική ή μειωτική) στην αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του εναπομένοντος.
Συνεπώς, αμφότερες οι ανωτέρω ιδιοκτησίες ζημιώνονται αφού το εναπομένον τμήμα εκάστης μειώθηκε σημαντικά κατά το εμβαδόν του. Εξάλλου, αναφορικά με την πρώτη ιδιοκτησία το εναπομένον τμήμα της, μετά την κατασκευή του παράπλευρου δρόμου της εθνικής οδού σε ψηλότερο από αυτό επίπεδο, βρέθηκε να έχει υψομετρική διαφορά, δηλαδή να είναι χαμηλότερα από τον παράπλευρο δρόμο δύο μέτρα και ενώ αποκτά πρόσωπο σε αυτόν δεν έχει άμεση πρόσβαση σε αυτόν.
Αναφορικά με τη δεύτερη ιδιοκτησία το εναπομένον τμήμα της, μετά την κατασκευή του παράπλευρου δρόμου της εθνικής οδού σε χαμηλότερο από αυτό επίπεδο, βρέθηκε να έχει υψομετρική διαφορά, δηλαδή να είναι ψηλότερα από τον παράπλευρο δρόμο από 2 μέχρι 5 μέτρα και ενώ αποκτά πρόσωπο σε αυτόν δεν έχει άμεση πρόσβαση σε αυτόν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν από την επίδικη απαλλοτρίωση σε σχέση με την προϋφιστάμενη κατάσταση και ως εκ τούτου οι ιδιοκτήτες αυτών δεν μπορούν, σύμφωνα με την έννοια του προαναφερόμενου Ν. 653/1977, να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση.
Επομένως, καθεμιά από τις παραπάνω ενάγουσες δικαιούται, βάσει των οριστικών κτηματολογικών πινάκων και των προαναφερομένων αποφάσεων περί καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας, να λάβει ως αποζημίωση τα κάτωθι ποσά...". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας.
Ειδικότερα, εκθέτει κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας για τις επίδικες ιδιοκτησίες (με ΑΚΠ ... και ...), ούτε υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ως προς τα τμήματά τους των 581,40 τ.μ. και 886,50 τ.μ., αντίστοιχα, που απαλλοτριώθηκαν, καθόσον με κριτήρια που αφορούν κυρίως τον χαρακτήρα των ακινήτων ως αγρών που εξακολουθούν και μετά την απαλλοτρίωση να είναι ακίνητα μη άρτια και οικοδομήσιμα, την αδυναμία πρόσβασης των ως άνω ιδιοκτησιών στην παράπλευρη οδό της Εθνικής Οδού, αφού το εναπομένον τμήμα της ...
ιδιοκτησίας είναι χαμηλότερα από αυτήν κατά δύο μέτρα και το εναπομένον τμήμα της ... ιδιοκτησίας είναι ψηλότερα από την παράπλευρη οδό κατά δύο έως πέντε μέτρα και τη σημαντική μείωση των εναπομενόντων τμημάτων κατά το εμβαδόν τους, που μειώνει την αξία τους ως αγρών, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι απαλλοτριούμενες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διαπλάτυνση της ως άνω Εθνικής Οδού και δεν υφίσταται για αυτές τεκμήριο ωφελείας από την απαλλοτρίωση.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και για αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και ήδη άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.
Λόγω της προβλεπόμενης από το άρθρο 17 του Συντάγματος αρχής ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σε αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.
Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.
Εξάλλου, όταν αντικείμενο της απαλλοτριωτικής δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των καθών η απαλλοτρίωση από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενα, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και οι σχετικές με την αμοιβή των δικηγόρων διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει (ΑΠ 212/2017, ΑΠ 287/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της ως άνω δίκης ήταν η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης στην ουσία, δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοσθούν οι παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης.
Πλην, όμως, στην προκειμένη υπόθεση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και την επιδίκαση της αιτούμενης αποζημίωσης για τα τμήματα απάλλοτριωθέντων ακινήτων αυτών, που εσφαλμένα θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα και δεν καταβλήθηκε γι' αυτά η καθορισθείσα αποζημίωση, καταδικάσθηκε δε το εκκαλούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων της κατ' έφεση δίκης, τα οποία καθορίσθηκαν στο ποσό των 300 ευρώ.
Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης στο ποσό αυτό έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο, αφού ο σκοπός της πλήρους αποζημίωσης με την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις δικαστική δαπάνη (άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001 κλπ), πληρώθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο με το να καθορίσει την δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων στο παραπάνω ποσό, ορθά εφάρμοσε, ως προς τον υπολογισμό της, τη διάταξη του άρθρου 22 του v. 3693/1957 και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, για εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2018 και με αριθμό 18/2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 66/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ