Appeal dismissed for non-appearance; appeal against second appellant dismissed as groundless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the first appellant due to her non-appearance and lack of legal representation, rendering the hearing inadmissible. The appeal against the second appellant was rejected as the court found the cited documents had already been properly considered by the lower court. Consequently, the appeal was partially dismissed, with the second appellant ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines matters ex officio when a party fails to appear or participate properly, and dismisses appeals where the lower court has already considered all evidence adduced by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 879 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 879/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 26-11-2014 κύρια παρέμβαση - αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η των αναιρεσειουσών και ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 39/2005, Ολ.ΑΠ 9/2003, Ολ.ΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει από αλλού κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 31-10-2017 και με αριθμ. καταθ. 17/2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου για την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (15-2-2019) έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειουσών, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …81Γ'/12-9-2018 έκθεση επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς τον αναιρεσίβλητο, την οποία συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Β.
Δ., που επικαλείται και προσκομίζει η κατά τη συζήτηση παρισταμένη δεύτερη αναιρεσείουσα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο της 15ης Φεβρουαρίου 2019, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η πρώτη αναιρεσείουσα Α. Κ. δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Καραγκούνης, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από την απολιπομένη πρώτη των αναιρεσειουσών, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και κατά συνέπεια ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κλήτευση της ως άνω πρώτης αναιρεσείουσας προκειμένου να παραστεί αυτή κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η απολιπομένη πρώτη αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τη δεύτερη των αναιρεσειουσών, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν, ενώ για την παρισταμένη δεύτερη αναιρεσείουσα πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 8-10-2013 και ώρα 07.30' ο ενάγων-εφεσίβλητος, οδηγώντας την υπ' αριθμ. ...06 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του υιού του Γ. Π., εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από το κέντρο της ... προς ....
Την ίδια χρονική στιγμή η πρώτη εναγομένη-δεύτερη εκκαλούσα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...36 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη-πρώτη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΑΕ", εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από το Αεροδρόμιο προς το κέντρο της πόλης της ....
Η οδός ... είναι κεντρική οδός διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7,30 μέτρων, μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διπλή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και συμβάλλεται με την οδό ..., η οποία είναι μονόδρομος, με πορεία από ... προς ... και πλάτος οδοστρώματος 6,30 μέτρων. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή, οι καιρικές συνθήκες καλές και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Όταν η πρώτη εναγομένη έφθασε στο σημείο της συμβολής της οδού ... με την οδό ..., από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεδομένου ότι στο σημείο υπάρχει ευθεία για μεγάλη απόσταση και η ορατότητα δεν περιορίζεται από φυσικά ή άλλα εμπόδια, ενώ ο φωτισμός ήταν επαρκής, καθώς ήταν ημέρα, επιχείρησε αιφνίδιο αριστερό ελιγμό, προκειμένου να εισέλθει επί της οδού ...
και να κατευθυνθεί προς το Γενικό Νοσοκομείο ... "...", όπου και η εργασία της. Αποτέλεσμα του χωρίς προειδοποίηση, αιφνίδιου και ανέλεγκτου προς τα αριστερά ελιγμού της, ήτοι της μη πλήρους ακινητοποίησης του οχήματός της προ της διπλής διαχωριστικής γραμμής, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία επί του αντιθέτου ρεύματος της οδού ..., δηλαδή επί αυτού με κατεύθυνση από το κέντρο της πόλης προς το Αεροδρόμιο, προκειμένου να παραχωρήσει την προτεραιότητα στα εκεί κινούμενα και έχοντα προτεραιότητα διέλευσης οχήματα και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει τον προς τα αριστερά ελιγμό με ασφάλεια, ήταν να εισέλθει στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος διαγώνια, ανακόπτοντας την πορεία του και να συγκρουσθεί με το πλάγιο δεξιό τμήμα του οχήματός της (πόρτα συνοδηγού, πίσω δεξιό φτερό, σασί) με την κανονικά επί της οδού ..., στο ρεύμα αυτής προς το Αεροδρόμιο, κινούμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος, ο οποίος λόγω της αιφνίδιας εισόδου του οχήματος της πρώτης εναγομένης στην πορεία του, δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει, ήτοι να τροχοπεδήσει ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Σημειωτέον ότι ο ενάγων εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες και τις περιστάσεις ταχύτητα, εντός του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, καθώς πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, και τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα του ακινητοποιήθηκε σε μικρή απόσταση, μόλις 1,50 μέτρο περίπου.
Εξάλλου, η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ενάγοντος, όπου άλλωστε εντοπίζονται τα θραύσματα και τα λάδια και υπάρχουν τέσσερις χαραγές μήκους 0,15 μ., 0,15 μ., 0,15 μ. και 0,20 μ., αντίστοιχα. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης - δεύτερης εκκαλούσας οδηγού του αυτοκινήτου, η οποία συνίσταται στην έλλειψη επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να επιδείξει ως μέση συνετή οδηγός, καθόσον δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και δεν ασκούσε την εποπτεία του οχήματός της ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους και ενδεδειγμένους χειρισμούς και ειδικότερα, ενήργησε αριστερό ελιγμό, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο, χωρίς ηχητική ή φωτεινή (φλας) προειδοποίηση και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης επί της κεντρικής οδού ..., στο ρεύμα αυτής προς αεροδρόμιο, στον ενάγοντα-εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα να εισέλθει διαγώνια στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, ανακόπτοντας βίαια την πορεία του.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι έχει οποιαδήποτε ευθύνη ο ενάγων-εφεσίβλητος οδηγός της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που εκινείτο στην έχουσα προτεραιότητα διέλευσης οδό με κανονική ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, η παραπάνω δε αιφνίδια και ανέλεγκτη κίνηση της εναγομένης οδηγού του αυτοκινήτου διέκοψε αιφνιδίως την πορεία του και δεν μπορούσε να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, απορριπτομένης συνεπώς της ενστάσεως των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος (οδηγού της μοτοσυκλέτας) στην επέλευση του ατυχήματος, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία της σύγκρουσης ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο ......".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, περιέχει δε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και του επελθόντος αποτελέσματος.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία των δύο οχημάτων πριν το ατύχημα, η οδηγητική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η οδηγούμενη από τον ενάγοντα δίκυκλη μοτοσυκλέτα, καθώς και ο αιφνιδιασμός του οδηγού της μοτοσυκλέτας, που, φθάνοντας στην ως άνω διασταύρωση, είδε το οδηγούμενο από την β' εναγομένη όχημα να παρεμβάλλεται ξαφνικά και απροειδοποίητα στην πορεία του.
Σωστά εξήγαγε από την ως άνω οδηγητική συμπεριφορά της εν λόγω οδηγού το συμπέρασμα, ότι αυτή ήταν αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, καθόσον, όταν έφθασε στη συμβολή της οδού ... με την οδό ... και σκοπεύοντας με ελιγμό προς τα αριστερά να διασχίσει το αντίθετο (προς το κέντρο της ...) ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
και να εισέλθει στην οδό ..., δεν έκανε γνωστή την πρόθεσή της αυτή με τη χρήση των δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), ούτε ακινητοποίησε το όχημά της για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να παραχωρήσει σ' αυτά την οφειλόμενη προτεραιότητα, αλλά, συνεχίζοντας την πορεία της, πραγματοποίησε απότομο και αιφνίδιο προς τα αριστερά ελιγμό και εισήλθε διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την κανονικά κινούμενη στο ρεύμα αυτό μοτοσυκλέτα του ενάγοντος.
Η οδηγητική αυτή συμπεριφορά της β' εναγομένης, δέχθηκε το Εφετείο, συνετέλεσε αποκλειστικά στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης των δύο οχημάτων και στον τραυματισμό του ενάγοντος. Δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η β' εναγομένη κατά τον πριν τον ελιγμό χρόνο και με ποια ταχύτητα πραγματοποίησε τον προς τα αριστερά ελιγμό, όπως αβάσιμα διατείνεται η β' αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αφού την κατά τα ανωτέρω αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος αποδίδει στην χωρίς επιμέλεια και προσοχή οδήγηση και στο ότι πραγματοποίησε τον προς τα αριστερά ελιγμό και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., στο οποίο εκινείτο με κανονική ταχύτητα η οδηγούμενη από τον ενάγοντα δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εντελώς αιφνιδιαστικά, χωρίς να προειδοποιήσει με τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης τους οδηγούς που εκινούντο στην οδό, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε και μπορούσε, στον κανονικά κινούμενο και έχοντα προτεραιότητα διέλευσης ενάγοντα, ανακόπτοντας βίαια την πορεία του.
Επίσης, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λόγω της αιφνίδιας και απροειδοποίητης εισόδου του αυτοκινήτου της β' εναγομένης στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει, ήτοι να τροχοπεδήσει ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, με τις παραδοχές δε αυτές γίνεται σαφές ότι ο ενάγων δεν είχε ούτε το χώρο ούτε το χρόνο για να αντιδράσει και να αποφύγει την πρόσκρουση στο επιβατικό αυτοκίνητο, που του είχε αποκόψει απότομα και απροειδοποίητα την πορεία, τη στιγμή που έφθανε στην ανωτέρω διασταύρωση.
Επομένως ουδεμία ασάφεια υπάρχει ως προς το παραπάνω θέμα. Οι επικαλούμενες με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης ελλείψεις, όπως ότι δεν αναφέρονται: α) αν η δεύτερη εναγομένη αντιλήφθηκε και από ποια απόσταση τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, πριν πραγματοποιήσει την προς αριστερά στροφή, β) αν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε και από ποια απόσταση το όχημα της δεύτερης εναγομένης και γ) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει καμιά κρίση για τις υλικές ζημιές των δύο οχημάτων, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της, προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι η οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου (β' εναγομένη) είναι αποκλειστική υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της και ότι δεν υφίσταται συνυπαιτιότητα του ενάγοντος.
Επίσης αναφέρεται στην απόφαση και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της β' εναγομένης και της επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος.
Συνεπώς όλοι οι ισχυρισμοί της δεύτερης των αναιρεσειουσών περί ανεπαρκών αιτιολογιών, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα , είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση από το διάδικο.
Είναι δε σαφή και ορισμένη η επίκληση όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.
Μόνο αν από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 523/2016). Στην προκειμένη περίπτωση η β' αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του α) την από 19-12-2013 βεβαίωση ακινησίας οχήματος της ΔΟΥ ..., από την οποία προκύπτει ότι συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης, το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης καταστράφηκε και τέθηκε εκτός κυκλοφορίας και β) την από 21-1-2014 προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος Ι.
Κ. ενώπιον της Τροχαίας, στην οποία αναφέρεται ότι η μοτοσυκλέτα κινήθηκε πολύ γρήγορα και ότι η πρόσκρουση ήταν εκκωφαντική. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, ως προς μεν το πρώτο από τα παραπάνω έγγραφα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, αυτή (αναιρεσείουσα) δεν επικαλέσθηκε, όπως όφειλε, στο Εφετείο το εν λόγω έγγραφο και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.
Ως προς δε το δεύτερο από τα παραπάνω έγγραφα (η από 21-1-2014 προανακριτική κατάθεση), από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο και το συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν θα διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης, παρόλο που η αναίρεση απορρίπτεται ως προς την δεύτερη των αναιρεσειουσών, καθόσον το εν λόγω παράβολο αφορά τις δύο αναιρεσείουσες και ως προς την πρώτη από αυτές η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη και επομένως ως προς αυτήν η εν λόγω αίτηση παραμένει εκκρεμής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσειουσών Α. Κ. του Γ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν.
Δικάζει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Απορρίπτει την από 31-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 17/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 93/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...". Και
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις19 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ