Legislator Case Law & Legislation
879/2014 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling on fixed-term contract validity due to constitutional and statutory violations.

Case Number 879/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Regional Court of Crete's decision regarding the validity of successive employment contracts. The appellant argued that the contracts were actually indefinite-term fixed-term contracts violating constitutional protections and EU directives, while the lower court incorrectly applied substantive law. The court found the lower court erred in law by misapplying provisions on indefinite-term contracts and constitutional rights, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Articles 103(7), 103(8) of the Constitution; Article 21 of Law 2190/1994; Article 8(3) of Law 2112/1922; Article 281 of the Civil Code; Article 25(1), 25(3) of the Constitution; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: When successive employment contracts are characterized as fixed-term despite covering permanent needs, they may constitute an indefinite-term contract, and a lower court's failure to apply relevant constitutional and statutory provisions constitutes grounds for cassation.

Keywords

AI generated
successive employment contracts indefinite term contract fixed term contract constitutional protection Code of Civil Procedure Labor Law cassation appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 103(7) and 103(8) of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 281, 648, 669, 671 of the Civil Code
Article 25(1) and 25(3) of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 879 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 879/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ", που εδρεύει στη θέση Μύτη Γρύντα Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μιχελάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 564/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/6/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ή μισθώσεως έργου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του εν λόγω Π.Δ. , καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθρ. 2 του ίδιου Π.Δ.), η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19-7-2004.

Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους‚ με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις (ή σχέσεις) εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κοινής ωφέλειας, πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων στην από 26-4-2006 αγωγή του (που άσκησε μαζί με άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), κατά της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου Ρεθύμνου, εξέθεσε ότι εργάστηκε στην τελευταία από 3-2-2000 μέχρι 31-4-2004 με σχέση εργασίας, ως τεχνίτης υδραυλικός και έκτοτε από 1-5-2004 μέχρι την κατάθεση της αγωγής (26-4-2006) ανελλιπώς με συνεχείς, ετησίως ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας, με πλήρες ωράριο, ότι εξαρχής κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και επομένως οι ανανεούμενες συμβάσεις του ορισμένου χρόνου αποτελούν στην πραγματικότητα μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα και με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη εφαρμοζομένης ως αντίθετης προς αυτήν της διάταξης του άρθ. 21 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 περί απαγόρευσης της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στο Δημόσια και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε αορίστου χρόνου.

Με βάση τα προεκτεθέντα, ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι η από 3-2-2000 ως άνω σχέση εργασίας του και οι μετέπειτα συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με την εναγόμενη Δημοτική Επιχείρηση συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με βάση τέτοια σύμβαση με απειλή χρηματικής ποινής 100€ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών του κλπ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, με την υπ' αριθμ. 12/2007 απόφασή του, έκρινε την αγωγή νόμιμη και την δέχθηκε ως βάσιμη και στην ουσία της. Κατά της πρωτόδικης αποφάσης άσκησε έφεση η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση και το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 14 και 21 του Ν. 2190/1994, 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, κατέληξε στη κρίση ότι υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή σύμβασης (ή σχέσεως) εργασίας ορισμένου χρόνου εργαζομένου σε δημοτική επιχείρηση, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, το προεκτεθέν περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, είναι νόμιμη και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η σχέση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος άρχισε την 3-2-2000 πριν δηλαδή από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001) και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004), και ως εκ τούτου οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις του αναιρεσείοντος μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο αναιρεσείων με την εργασία του, ως εκ της φύσεως και του είδους αυτής, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσιβλητης (εναγομένης), ο δε καθορισμός του είδους των επιδίκων συμβάσεων, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ρυθμίζει τη χρονική διάρκεια της εργασίας του, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη της ισχύος τους.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, δεν είναι νόμιμη παραβίασε, με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και, με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 648, 669, 671 του ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενιαίως εξεταζόμενοι, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται από τον Εισηγητή με την έκθεσή του (κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), ως προς την αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 564/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ