Supreme Court refers appeal to Full Plenary regarding constitutionality of interest rate for state-owned railway company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court referred the second ground of appeal to its Full Plenary Session for examination. The appellant argued that applying a 6% default interest rate to the state-owned railway company violated constitutional equality principles. The court determined this issue was of general interest and could lead to the non-application of a law as unconstitutional, necessitating a plenary review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 563 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 100 § 5 of the Constitution: When an appeal ground raises a question of general interest that may result in the non-application of a law as unconstitutional, the case must be referred to the Full Plenary Session of the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 879 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 879/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.) ανώνυμης εταιρίας δημοσίου τομέα που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ζαχόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1194/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2714/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563§2 του ΚΠολΔ και 23§2 εδ. γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16§1 του ν. 2331/1995, προκύπτει ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται : α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας (ΑΠ 11/1999 Ολομέλεια), η δε παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας.
Εξάλλου, η εκμετάλλευση του δικτύου των ελληνικών σιδηροδρόμων αποτελεί μονοπώλιο του Δημοσίου που το είχε εκχωρήσει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ). Οι βασικοί όροι της εκμετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4.9.1935 νομοθετικό διάταγμα "περί διοικήσεως των ΣΕΚ και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", διευρύνθηκαν δε αργότερα με το ν.δ. 4246/1962.
Οι δύο αυτοί νόμοι καταργήθηκαν εν μέρει με το άρθρο 9 του α.ν. 392/1968. Μεταξύ όμως των ρυθμίσεων που αφορούσαν τους ΣΕΚ και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, είναι: α) Το άρθρο 3 παρ. 8 εδάφιο α’ του ν.δ. 4246/1962, που ορίζει ότι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουσιν απάντων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου κ.λ.π." και β) το άρθρο 2 παρ. 3 εδάφιο β’ του ν.δ.
της 4/4.9.1935, που ορίζει ότι "αι διατάξεις περί παραγραφής των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων και περί τόκου υπερημερίας εφαρμόζονται επίσης και δια τους ΣΕΚ". Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη είχαν εφαρμογή επί των ΣΕΚ οι περί τόκου διατάξεις των νόμων ΧΛ’/1877, ΓΤΟΕ’/1909 και το β.δ. της 8/13.11.1928, που κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου".
Το άρθρο τούτο ορίζει ότι ο "νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από την επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δημόσιο και, κατ’ επέκταση, οι ΣΕΚ οφείλουν νομίμους τόκους μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, το δε ποσοστό υπερημερίας ανέρχεται σε 6% επί του επιδικαζομένου ποσού.
Επακολούθησε το άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", με το οποίο διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο των ΣΕΚ. Με τα άρθρα 1 και 2 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο ΟΣΕ ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, ορίζεται ότι από της ιδρύσεώς του ο ΟΣΕ αναλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα, την ευθύνη και την αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών.
Στο δεύτερο δε εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι " αι υπηρεσίαι αύται μεθ’ όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ, περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ, όστις διαδέχεται ούτω τους ΣΕΚ, ως καθολικός αυτών διάδοχος".
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, στον ΟΣΕ μεταβιβάζονται αυτοδικαίως όσα προνόμια απολάμβαναν οι ΣΕΚ κατά το χρόνο που διαλύθηκε το νομικό πρόσωπό τους, μεταξύ δε αυτών καταλέγεται και το προνόμιο ως προς το εξ' 6% ποσοστό των οφειλομένων τόκων υπερημερίας, όπως ορίζουν τα άρθρα 2 παρ. 3 εδάφιο β' του ν.δ.
της 4/4.9.1935 και 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Εν όψει της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, η επέκταση επί του ΟΣΕ του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου", την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 3 εδάφιο β' του ν.δ. της 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, φαίνεται να διαταράσσει την ισοτιμία των διαδίκων, χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος που να καθιστά ανεκτή αυτή την παρέκκλιση.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος, με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου ΟΣΕ να του καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού της οφειλομένης αποζημιώσεως, που αρχίζουν από την προς αυτόν επίδοση της αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 του Α.Κ., διότι κρίθηκε ότι το ποσοστό του τόκου υπερημερίας του επιδικασθέντος ποσού των 2.400,70 ευρώ ανέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, σε 6 %.
Η κρίση αυτή πλήσσεται ήδη με τον από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που αιτιάται για παράβαση των άρθρων 340 και 345 Α.Κ, στην οποία υπέπεσε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να αρνηθεί την εφαρμογή τους. Η κατάφαση όμως της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως προϋποθέτει την κρίση ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή η επέκταση του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου επί του ΟΣΕ, την οποία επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ. 3 εδάφιο β' του ν.δ.
της 4/4.9.1935 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972. Το εντεύθεν όμως ανακύπτον ζήτημα είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού μπορεί να οδηγήσει στην άρνηση εφαρμογής νόμου, ως αντισυνταγματικού. Ως εκ τούτου, ο προϋποθέτων αυτήν ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ.
β' εδάφιο γ' του ΚΠολΔ και 100 αριθ. 5 του Συντάγματος. Το δικαστήριο τέλος επιφυλάσσεται να ερευνήσει τον πρώτο, εκ του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παράβαση του άρθρου 90 παρ. 3 του ν 2362/1995, με την έννοια ότι κακώς εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1β, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την νέα, μετά την έκδοση της αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας, συζήτηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ