Supreme Court allows partial appeal against inheritance damages ruling for violating proportionality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the deceased's parents and siblings against a lower court's inheritance damages award. The lower court had set compensation amounts that the Supreme Court found disproportionate compared to judicial practice for similar cases. Consequently, the appeal regarding the specific damages was accepted, while the remainder of the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's award violates the principle of proportionality regarding non-material damages, remitting the case for re-evaluation while rejecting other appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 878 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 878/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Δ., 2) Τ.-Α. συζύγου Ε. Μ., το γένος H. P. E., 3) Π. Μ. του Ε., 4) Μ. Μ. του Ε., 5) Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ταγκλή και κατέθεσαν προτάσεις Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Δ., 2) Τ.-Α. συζύγου Ε. Μ., το γένος H. P. E., 3) Π. Μ. του Ε., 4) Μ. Μ. του Ε., 5) Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ταγκλή και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Χ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη και κατέθεσε προτάσεις, 7) ... Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Α. Κ. του Θ., 9) Σ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β1-Β5 ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 25/1/2011 (4), 15/3/2012 προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος και την από 27/4/2012 πρόσθετη παρέμβαση του υπό στοιχείο Β7 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 30/11/2017 αίτησή τους και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 6/2/2019 αίτησή του. Με τις υπ' αριθμ. .../2022 και .../2022 Πράξεις του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχεία Β1-Β5 ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της από 30/11/2017 αιτήσεως και την απόρριψη της από 6/2/2019 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχεία Β1-Β5 ήδη αναιρεσειόντων την παραδοχή της από 6/2/2019 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/11/2017 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 6-2-2019 αίτηση αναίρεσης και η από 30-11-2017 αίτηση αναίρεσης, ύστερα από τις υπ' αριθμ. .../2022 και .../2022 πράξεις του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης συζήτησής τους της 7-10-2019.
Υπόκεινται προς κρίση: α) η από 6-2-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 48/2017 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης και β) η από 30-11-2017 αίτηση για αναίρεση της ίδιας απόφασης. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή α) η από 16-7-2014 έφεση του εναγομένου-ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, β) η από 15-7-2014 έφεση του εναγομένου της από 1-12-2011 αγωγής του ενάγοντος, γ) η από 8-7-2014 έφεση των εναγομένων των από 25-1-2011 και 25-1-2011 αγωγών του ενάγοντος, ενώ απερρίφθη η από 15-7-2014 έφεση των εναγόντων της από 6-11-2008 αγωγής τους και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 28/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις ως άνω αγωγές επιδικάζοντας στους ενάγοντες της από 6-11-2008 αγωγής και των λοιπών προαναφερθεισών αγωγών, τα εκεί αναφερόμενα ποσά αφενός ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αφετέρου από τη σχέση αναγωγής μεταξύ των πλειόνων ευθυνομένων από αδικοπραξία.
Αφού δε το Εφετείο εξαφάνισε την ως άνω απόφαση ως προς τους ως άνω διαδίκους, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 6-11-2008 αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων, το ποσό των 40.000 ευρώ, σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτη ενάγοντες το ποσό των 20.000 ευρώ και στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν τις προαναφερθείσες αγωγές του ενάγοντος.
Οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί εκκρεμών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στρέφονται κατά της αυτής απόφασης και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, ωσεί παρόντων των έβδομου, όγδοου και ένατου των αναιρεσιβλήτων της από 6-2-2019 αναίρεσης. Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. ...Ε/...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ε. Φ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 7-10-2019 και στη συνέχεια, συνεπεία επανάληψης της συζήτησης κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ και κλήσης τους (βλ.
τα από 24-5-2022 αποδεικτικά επίδοσης) για τη σημερινή δικάσιμο, με την υπ' αριθμ. .../2022 πράξης του προέδρου του Α1 τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία τους, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ του Ι.. Φ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι "ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρεται τόσον εν τη ασκήσει του επαγγέλματος όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης, τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα" και με το άρθρο 24 του ίδιου α.ν.
ότι "ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τα άρθρα 297, 298, 330, 652 και 914 ΑΚ (κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει) προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.
Ειδικότερα, περί ευθύνης από ιατρική αμέλεια, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμέλειάς του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, μη εκπληρώνοντας το καθήκον ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας.
Αντίθετα, ουδεμία ευθύνη υπέχει ο γιατρός εάν ενήργησε σύμφωνα με τους παραπάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις (ιστορικό ασθενούς, κλινική συμπτωματολογία, υλικοτεχνική υποδομή σε επίπεδο μέσων εργαστηριακής διάγνωσης, φαρμακευτικής και εν γένει θεραπευτικής επέμβασης και αγωγής κ.λπ.) και τα μέσα που θα είχε στη διάθεσή του κάθε συνετός και επιμελής ιατρός.
Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, ο ιατρός, που προκαλεί με πράξη του βλάβη στον ασθενή, δεν ευθύνεται σε αποζημίωση, εφόσον δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. Έτσι, το ιατρικό σφάλμα, που αντιμετωπίζεται στο ελληνικό δίκαιο ως περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ, συνιστά παρανομία ως συμπεριφορά, που αντίκειται τόσο στο θετικό δίκαιο και συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 24 α.ν. 1565/1939 (η οποία μπορεί να ερμηνευθεί ως κανόνας συμπεριφοράς και όχι απλώς ως εξειδίκευση του κατά το άρθρο 330 ΑΚ μέτρου της απαιτούμενης επιμέλειας), όσο και στους γενικούς (άγραφους) κανόνες επιμέλειας, που ρυθμίζουν τον τρόπο ενέργειας των ιατρών σε συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως είναι γνωστό, παρανομία δεν συνιστά μόνο η συμπεριφορά προσώπου, που αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις υποχρεώσεις επιμέλειας, τις οποίες οφείλει να εκπληρώνει κάθε κοινωνός προς το σκοπό της αποφυγής πρόκλησης ζημίας σε αγαθά άλλων προσώπων.
Το δίκαιο, με άλλες λέξεις, απαγορεύει την αμελή συμπεριφορά και το ιατρικό σφάλμα συνιστά μία τέτοια συμπεριφορά. Το ιατρικό σφάλμα, αποτελώντας την αντικειμενική και υποκειμενική προϋπόθεση της ευθύνης του ιατρού εμφανίζεται με τη μορφή της εκδήλωσης ορισμένης συμπεριφοράς, χαρακτηριζόμενης ως αποκλίνουσας, σε σχέση με αυτή που ο μέσος ιατρός της αντίστοιχης ειδικότητας επιβάλλεται να επιδείξει υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, τηρώντας τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, σε σχέση με τους οποίους δεν υφίσταται αμφισβήτηση.
Έτσι, η ιατρική αμέλεια μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές· α) είτε ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μίας νόσου, που οφείλεται στη μη συμμόρφωση προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και τη μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, εξέταση του ασθενούς, εργαστηριακές ή/και απεικονιστικές εξετάσεις και ενδεχομένως συμβουλή άλλων ιατρών), β) είτε ως εσφαλμένη ή πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρηματική), διαδικασία δηλ.
που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς, κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (π.χ. μετάγγιση αίματος χωρίς έλεγχο της συμβατότητας των ομάδων αίματος, εγκατάλειψη εργαλείων ή άλλων αντικειμένων στο σώμα του ασθενούς μετά την εγχείρηση, μη έγκαιρη επέμβαση, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκου), ώστε η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται βλάβη στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας, είτε γιατί επέλεξε μέθοδο και θεραπεία, η οποία κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης δεν ήταν για την περίπτωση, γ) είτε ως παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και την ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα και δ) είτε ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας.
Για την ανεύρεση της ευθύνης θα ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του, αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη συνήθως οικονομική επιβάρυνση του ασθενούς, γίνεται συνεπεία αυτής. Την ευθύνη του ιατρού, ως προς ορισμένα ειδικά θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των Καταναλωτών" (ΑΠ 427/2015), το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.
β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλ.
σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Οι προϋποθέσεις της παρανομίας και υπαιτιότητα για τη θεμελίωση της ιατρικής ευθύνης συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας (ως πταίσμα) και ως παρανομία (διπλή λειτουργία της αμέλειας).
Έτσι, αν στο πλαίσιο μίας ιατρικής πράξης παραβιαστούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή και οι απορρέουσες από το γενικό καθήκον πρόνοιας και ασφάλειας υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια.
Ενόψει δε της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους της απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την παροχή των υπηρεσιών, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του.
Η ρύθμιση αυτή για τα αποδεικτέα θέματα και την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης ισχύει και στην περίπτωση της εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων ιατρών για την ίδια ζημία, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 και από την αναλογικώς κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου εφαρμοζόμενη και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις επίσης αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 481 επ., 926 και 927 ΑΚ (ΑΙΊ 1067/2015, ΑΠ 974/2014, ΑΠ 687/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αυτή παραδεκτώς επισκοπείται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος δέχθηκε τα εξής: Ο Τ. Χ. - Μ., που καλείτο επίσης και "Δ.", γεννηθείς στις 06 Σεπτεμβρίου 1985, υπήρξε τέκνο του Ε.
Μ. και της Τ. - Α. Χ., αδελφός του Π. και της Μ. Μ. και εγγονός του Δ. Μ. (κυρίως εναγόντων) και από την παιδική του ηλικία ασχολείτο με το ποδόσφαιρο, συμμετέχοντας ως αθλητής σε ομάδες αθλητικών σωματείων και λαμβάνοντας μέρος σε ποδοσφαιρικούς αγώνες. Από το έτος 2001 ήταν αθλητής του σωματείου με την επωνυμία "...", που κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 συμμετείχε στο πρωτάθλημα της Δ' ερασιτεχνικής κατηγορίας.
Τον ... 2003 το σωματείο, δια του Α. Κ., γενικού γραμματέα του διοικητικού του συμβουλίου, ζήτησε από το Χ. Β., γενικό - οικογενειακό ιατρό, που ασκούσε το επάγγελμά του στον ..., να εξετάσει τους αθλητές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι υγιείς και δυνάμενοι να συμμετέχουν στις αγωνιστικές δραστηριότητες της ομάδας, όπως απαιτείτο από τον Κανονισμό Αγώνων Ποδοσφαίρου (Κ.Α.Π.) Ερασιτεχνικών Πρωταθλημάτων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Ε.Π.Ο.).
Ο Χ. Β. εξέτασε -μεταξύ των άλλων αθλητών- και τον Τ. Χ. - Μ. και από το καρδιογράφημα, στο οποίο τον υπέβαλε, διαπίστωσε δύο έκτακτες κοιλιακές συστολές, εύρημα που -χωρίς να μπορεί να το χαρακτηρίσει ως παθολογικό- τον υποψίασε και το ανέφερε στον ως άνω εκπρόσωπο του σωματείου, λέγοντάς του ότι δεν μπορεί να γνωματεύσει περί της υγείας του εν λόγω αθλητή, πριν να υποβληθεί αυτός σε περαιτέρω εξετάσεις και έτσι το όνομά του δεν θα έπρεπε να περιληφθεί στη σχετική κατάσταση υγείας των ποδοσφαιριστών.
Ο Α. Κ., πιεζόμενος από το χρόνο για την υποβολή της κατάστασης αυτής στο αρμόδιο όργανο της Ε.Π.Ο., προκειμένου η ομάδα να συμμετάσχει στους αγώνες των επόμενων ημερών, επέμεινε και ζήτησε από το Χ.. Β. να υπογράψει την κατάσταση, προκειμένου οι υπόλοιποι αθλητές να μπορέσουν να αγωνιστούν, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ο Τ.
Χ. - Μ. δεν θα συμμετείχε στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας, πριν να ολοκληρωθούν οι σχετικές εξετάσεις, προς τούτο δε θα κρατούσε ο ίδιος το ατομικό του δελτίο αθλητικής ιδιότητας, ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα συμμετοχής του σε αγώνες.... Κατόπιν αυτών των διαβεβαιώσεων ο Χ. Β. υπέγραψε την από 21 Αυγούστου 2003 "Κατάσταση Υγείας Ποδοσφαιριστών", στην οποία αναγράφονταν και τα στοιχεία του Τ.
Χ. - Μ. (στον αριθμό…), βεβαιώνοντας ότι "οι περιλαμβανόμενοι στην ως άνω κατάσταση τριάντα ένα (31) ποδοσφαιριστές του σωματείου Α.Ο. ... είναι απολύτως υγιείς και ικανοί να αγωνίζονται σε αγώνες της ομάδας τους, στο προαναφερόμενο εξάμηνο". Κατόπιν της υπόδειξης του Χ.. Β. ο Τ. Χ. - Μ., συνοδευόμενος από τη μητέρα του Τ. - Α.
Χ. (δεύτερη κυρίως ενάγουσα) επισκέφθηκε τις αμέσως επόμενες ημέρες το Μ. Μ., ιατρό καρδιολόγο, που διατηρούσε ιατρείο στα ..., ο οποίος τον εξέτασε, πραγματοποιώντας υπερηχογράφημα καρδιάς και καρδιογράφημα, από τα οποία δεν προέκυψε κάτι παθολογικό. Ωστόσο, επειδή ο Τ. Χ. - Μ. παρουσίαζε μία ανατομική δυσμορφία των οστών του θώρακος (πιθοειδής θώρακας), που δυσχέραινε ιδιαιτέρως την πραγματοποίηση απεικονιστικών εξετάσεων και το σχηματισμό πλήρους υπερηχογραφικής εικόνας, αφού η καρδιά του ήταν ορατή προς εξέταση από μία μονάχα θέση ("ακουστικό παράθυρο"), καθιστώντας αδύνατη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ο Μ.
Μ., στον οποίο είχαν γνωστοποιήσει ότι ο εξεταζόμενος ασχολείτο συστηματικά με τον αθλητισμό, δεν του χορήγησε οποιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση (προφορική ή έγγραφη) και του συνέστησε να μεταβεί για περαιτέρω εξετάσεις στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ... (....), που διέθετε ιατρικά μηχανήματα και εξοπλισμό, τα οποία δεν θα εμποδίζονταν από τη ως άνω ανατομική ιδιαιτερότητα.
Επειδή όμως η διενέργεια εξετάσεων στο .... θα αργούσε τουλάχιστον τρεις εβδομάδες, καθώς τότε μόνο υπήρχε δυνατότητα, για ραντεβού, ο δε Τ. Χ. - Μ. και οι γονείς του επιθυμούσαν άμεσα να λάβουν σαφείς απαντήσεις και διάγνωση, κανόνισαν συνάντηση με τον κυρίως εναγόμενο Ι. Φ., ιατρό καρδιολόγο, που διατηρεί ιατρείο στην ..., τον οποίο τους συνέστησε ο Κ.
Μ., εξάδελφος του πρώτου κυρίως ενάγοντος, καθώς ήταν ο. γιατρός που παρακολουθούσε τον ίδιο. Στο ιατρείο του Ι.. Φ. μετέβησαν ο Τ. Χ. - Μ., η μητέρα του και ο ως άνω συγγενής του (θείος του) στις 29 Αυγούστου 2003. Εκεί, αφού γνωστοποίησαν στο γιατρό το λόγο της επίσκεψής τους (τη διαπίστωση της ικανότητας του ... να συμμετέχει στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας του και την αδυναμία των γιατρών στα ...
να γνωματεύσουν περί αυτής), ακολούθησε αναλυτική λήψη του ιστορικού του ... και ο γιατρός τον υπέβαλε σε κλινική εξέταση, σε ηλεκτροκαρδιογράφημα και σε υπερηχογράφημα (έγχρωμο triplex) καρδιάς. Από το τελευταίο προέκυψαν τα εξής συμπεράσματα, όπως κατά λέξη αποτυπώθηκαν από το γιατρό στη γνωμάτευσή του: "1.
Διαστάσεις καρδιακών κοιλοτήτων εντός φυσιολογικών ορίων. Η αορτική ρίζα και η ανιούσα αορτή μέχρι το αορτικό τόξο φαίνονται να έχουν φυσιολογικές διαστάσεις, το ίδιο ισχύει και για το τμήμα της κατιούσης θωρακικής αορτής που ελέγχθηκε. 2. Πάχος των τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας εντός φυσιολογικών ορίων. 3.
Η μηχανική απόδοση της αριστεράς κοιλίας είναι καλή. Τμηματικές διαταραχές της κινητικότητος δεν ανευρέθησαν. 4. Περικαρδιακός χώρος ελεύθερος. 5. Ελάχιστη ανεπάρκεια μιτροειδούς. Ανεπάρκεια τριγλώχινος ομοίως ελάχιστη. Ανεπάρκεια αορτής δεν διεπιστώθη". Επίσης, η μητέρα του ... ενημέρωσε το γιατρό ότι ο αδελφός της έπασχε από κάποιο καρδιακό νόσημα, το οποίο δεν ήταν η ίδια σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς.
Στο τέλος της επίσκεψης ο Ι.. Φ.ς χορήγησε στον Τ. Χ. - Μ. την εξής με ημερομηνία 29 Αυγούστου 2003 ιατρική βεβαίωση: "Με την παρούσα βεβαιώνεται ότι εξετάστηκε σήμερα κλινικά Η.... [σημ.: ηλεκτροκαρδιογραφικά] και υπερηχοκαρδιογραφικά ο Μ. Δ.. Από την εξέταση αυτή προέκυψε δυσμορφία του θωρακικού τοιχώματος του τύπου του πιθοειδούς θώρακος.
Από το Η.... [σημ.: ηλεκτροκαρδιογράφημα] διεπιστώθησαν σποραδικές μονήρεις κοιλιακές έκτακτες συστολές. Από το τρίπλεξ καρδιάς όχι κάτι το αξιοσημείωτο. Συνεστήθη χόλτερ ρυθμού, λόγω ενός ασαφούς ιστορικού κοιλιακής ταχυκαρδίας (ο θείος του) και επανεξέταση. Η παρούσα χορηγείται προκειμένου ο εν λόγω να την χρησιμοποιήσει για εγγραφή στη γυμναστική".
Όπως δε κατατίθεται κάθε φορά που εξετάζονται τόσο η μητέρα του ... όσο και ο θείος του Κ. Μ., που ήταν παρών στο ιατρείο του Ι.. Φ., ο τελευταίος, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, προφορικά διαβεβαίωσε τους παριστάμενους ότι ο ... ήταν σε θέση να συμμετέχει χωρίς κανένα περιορισμό στις δραστηριότητες της ομάδας του και -όπως επανειλημμένως έχει κατατεθεί από τους εμπλακέντες- είπε χαρακτηριστικά, προκειμένου με έμφαση να εκφραστεί, ότι μπορεί να παίζει "όχι μπάλα, αλλά μπάλες".
Τέλος, όπως και στη γνωμάτευσή του ανέφερε, ζήτησε να υποβληθεί ο ... σε εξέταση με χόλτερ ρυθμού (την οποία δεν μπορούσε να κάνει ο ίδιος άμεσα, καθώς την επομένη ημέρα θα αναχωρούσε για το εξωτερικό) και να τον ενημερώσουν για τα αποτελέσματα, καθώς και να του αποστείλουν έγγραφα σχετικά με την πάθηση του αδελφού της μητέρας του, ζήτησε δε να επανεξετάσει τον ασθενή μετά πάροδο έξι μηνών.
Την επομένη κιόλας ημέρα, αμέσως μόλις ο Τ. Χ. - Μ. επέστρεψε στα ..., επέδειξε στον Α. Κ. την ως άνω ιατρική γνωμάτευση του Ι. Φ. και του μετέφερε όσα προφορικά του είχε πει, ο δε Α. Κ. καθώς και ο πέμπτος κυρίως ενάγων (παππούς του Τ. Χ. - Μ.) ενημέρωσαν το Χ. Β., προκειμένου να λάβει απάντηση στις επιφυλάξεις του, έκτοτε δε ο νεαρός αθλητής άρχισε να προπονείται και να συμμετέχει στους αγώνες της ομάδας του.
Παράλληλα, η μητέρα του νεαρού αθλητή απευθύνθηκε εκ νέου στο Μ. Μ., προκειμένου να του κάνει την εξέταση με το holter ρυθμού, πλην όμως, επειδή ο γιατρός δεν διέθετε το σχετικό εξοπλισμό, τον παρέπεμψε στο συνάδελφό του Β. Β., ιατρό καρδιολόγο, που επίσης διατηρεί ιατρείο στα .... Ο Τ. Χ. - Μ. επισκέφθηκε το Β. Β. στις 08 Σεπτεμβρίου 2003, οπότε και του τοποθέτησε συσκευή ελέγχου ρυθμού (holter), την οποία του αφαίρεσε μετά 22 ώρες και 26 λεπτά.
Με βάση τα δεδομένα που κατέγραψε η συσκευή, ο γιατρός σημείωσε τα ακόλουθα σχόλια ("comments", όπως αναγράφεται στο εκδοθέν από τον ίδιο έγγραφο):
"Κοιλιακή έκτοπη δραστηριότητα συνισταμένη από 1276 ΡVC, με μέγιστο αριθμό ανά ώρα 488, μεταξύ 17:00 και 18:00. Κατεγράφησαν 1073 μεμονωμένες, 41 ζεύγη, 4 επεισόδια διδυμίας, τριδυμίας. Δεν κατεγράφησαν ριπές ή επεισόδια κοιλιακής ταχυκαρδίας. Grade 4Α κατά Lown και Grabaga. Υπερκοιλιακή δραστηριότητα συνισταμένη από 690 PACs και 223 επεισόδια βραδυκαρδίας".
Τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής παρέδωσε τις αμέσως επόμενες ημέρες στον Ι. Φ. ο Κ. Μ., μαζί δε με αυτά του έδωσε και κάποια έγγραφα που αφορούσαν την πάθηση του αδελφού της δεύτερης κυρίως ενάγουσας. Αφού τα είδε, ο γιατρός συνέστησε προφορικά να απευθυνθεί ο Τ. Χ. - Μ. στο ιατρείο "Φ.", που λειτουργούσε στο νοσοκομείο "..." της ...ς και ασχολείτο με την εξειδικευμένη έρευνα κληρονομικών καρδιολογικών παθήσεων νέων και αθλητών, σημειώνοντας ωστόσο ότι αυτό δεν απαιτείτο να γίνει "επειγόντως"...καθώς και να τον επανεξετάσει μετά έξι μήνες.
Στις 23 Νοεμβρίου 2003 ο Τ. Χ. - Μ. συμμετείχε σε ποδοσφαιρικό αγώνα, που διεξαγόταν στο γήπεδο ... Νομού ... μεταξύ της ομάδας του "..." και της ομάδας του "...". Περί το τέλος του πρώτου μέρους του αγώνα ο Τ. Χ. - Μ. έπεσε αναίσθητος στον αγωνιστικό χώρο και μεταφερθείς στο γενικό νοσοκομείο ... "Ο ..." εξέπνευσε. Από τη νεκροψία - νεκροτομή, που διενήργησε ο Ε.
Φ., προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ..., διαπιστώθηκε... ότι "η καρδιά έχει βάρος 600 γραμμαρίων και είναι λίαν υπερτροφική. Το πάχος του τοιχώματος της αριστεράς κοιλίας της καρδιάς είναι 1,5-2 εκατοστά. Οι στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς είναι βατές χωρίς αθηρομάτωση. Η εσωτερική διάμετρος του αυλού ολοκλήρου της θωρακικής αορτής είναι 1,1 εκατοστό (η φυσιολογική διάμετρος του αυλού αυτής είναι 2,2 έως 2,5 εκατοστά)", ενώ ως αιτία θανάτου αναφέρεται η "υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια".
Ακολούθως, βιολογικά υλικά του θανόντος απεστάλησαν στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Εθνικού Καποδιστριάκού Πανεπιστημίου Αθηνών, από την εξέταση των οποίων προέκυψαν τα εξής...: "1) Καρδιά. Μακροσκοπική περιγραφή: Καρδιά βάρους 535 γραμ. Κατά τη διάνοιξη το τοίχωμα της αριστερής κοιλίας έχει πάχος 2 εκ., της δεξιάς κοιλίας 0,5 εκ.
και του μεσοκοιλιακού διαφράγματος 1,8 εκ. Οι στεφανιαίες αρτηρίες εμφανίζουν μικρό εύρος, χωρίς όμως παρουσία αθηρωματικών βλαβών. Ιστοπαθολογική εξέταση: Τα μυοκαρδιακά κύτταρα εμφανίζουν ανισομεγέθεια και απώλεια του προσανατολισμού. Οι πυρήνες είναι βαθυχρωματικοί, διογκωμένοι, πολλοί ανωμάλου σχήματος ή και ρικνοί.
Παρατηρήθηκε επίσης αυξημένη ίνωση του διαμέσου στρώματος, με παρουσία διάσπαρτων μυοκαρδιακών ουλών. Οι στεφανιαίες αρτηρίες δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις", στο δε συμπέρασμα ο ιατροδικαστής ανέγραψε: "Εικόνα υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας. Ικανού βαθμού πνευμονικό οίδημα.
Πνευμονορραγία". Προκύπτει λοιπόν από τα ανωτέρω ότι ο θάνατος του συγγενούς των κυρίως εναγόντων Τ. Χ. - Μ. οφείλεται στην υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, από την οποία έπασχε. Περί της πάθησης αυτής λεκτέα είναι τα εξής: Το κύριο χαρακτηριστικό της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας είναι η υπερβολική πάχυνση του καρδιακού μυ.
Ο καρδιακός μυς είναι δυνατό να παχυνθεί σε φυσιολογικά άτομα ως αποτέλεσμα υψηλής αρτηριακής πίεσης ή παρατεταμένης αθλητικής δραστηριότητας. Στην υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια όμως η πάχυνση του καρδιακού μυ συμβαίνει χωρίς κάποια προφανή αιτία, ενώ η μικροσκοπική εξέταση του καρδιακού μυ στην υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια δείχνει ανωμαλίες του μυ, με τα κύτταρα αποδιοργανωμένα (μυοκαρδιακή αταξία).
Η κατανομή της πάχυνσης (υπερτροφίας) ποικίλει. Η αριστερή κοιλία προσβάλλεται σχεδόν πάντοτε, ενώ σε μερικούς ασθενείς παχύνεται και ο μυς της δεξιάς κοιλίας ή και το μεσοκοιλιακό διάφραγμα. Ο παχυσμένος μυς συνήθως συσπάται καλά και εξωθεί το περισσότερο από το αίμα που βρίσκεται μέσα στις κοιλότητες της καρδιάς.
Στην υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια όμως ο μυς είναι συχνά άκαμπτος (λιγότερο ελαστικός), με μειωμένη ικανότητα χάλασης, απαιτώντας υψηλότερες πιέσεις από το φυσιολογικό για να εκπτυχθεί κατά την εισροή αίματος στις καρδιακές κοιλότητες. Έτσι, το ποσό του αίματος που η καρδιά μπορεί να δεχθεί μειώνεται, με αποτέλεσμα να μειώνεται και το ποσό του αίματος που μπορεί να εκτοξευθεί στην επόμενη καρδιακή συστολή.
Αν και είναι πιθανό η υπερτροφία να υπάρχει κατά τη γέννηση ή κατά την παιδική ηλικία, συνήθως αναπτύσσεται παράλληλα με την ανάπτυξη του οργανισμού και είναι εμφανής με το τέλος της εφηβείας ή νωρίς στη δεκαετία των 20. Δεν υπάρχουν συμπτώματα ειδικά για την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, ώστε η πάθηση μπορεί να εντοπισθεί με αφορμή τυχαία συμπτώματα (π.χ.
ένα φύσημα ή ένα ανώμαλο καρδιογράφημα), τα οποία όμως μπορεί να προκληθούν από ένα μεγάλο αριθμό παθήσεων, ώστε έτσι απαιτείται επιπλέον έλεγχος με άλλες διαγνωστικές εξετάσεις. Ειδικότερα, το ηλεκτροκαρδιογράφημα (που καταγράφει το ηλεκτρικό σήμα που παράγεται στην καρδιά) εμφανίζει συνήθως ένα ανώμαλο ηλεκτρικό σήμα, που οφείλεται σε παχυσμένο μυοκάρδιο και στην αποδιοργάνωση της δομής του.
Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να είναι φυσιολογικό ή να εμφανίζει ήπιες μόνο διαταραχές, ενώ οι ανωμαλίες που παρατηρούνται στο ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι μη ειδικές για την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια και συναντώνται και σε άλλες παθήσεις. Ήδη η διάγνωση της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας γίνεται με ανιχνευτή υπερήχων της καρδιάς, που καλείται υπερηχοκαρδιογράφημα, με το οποίο η υπέρμετρη πάχυνση του καρδιακού μυ μπορεί εύκολα να μετρηθεί, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα για μια λεπτομερή εκτίμηση της πάθησης.
Για την εκτίμηση των συμπτωμάτων, του κινδύνου επιπλοκών (και ιδιαίτερα του αιφνίδιου θανάτου) και της επιλογής της καλύτερης θεραπείας, μπορεί να χρειαστούν επιπρόσθετες εξετάσεις, όπως ο καθετηριασμός καρδιάς (σε ασθενείς με δύσπνοια ή στηθάγχη), η στεφανιογραφία (σε ασθενείς που εμφανίζουν πόνο στο στήθος), ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος (που γίνεται σπανίως, κυρίως για τη μελέτη των συγκοπτικών επεισοδίων), η δοκιμασία καρδιοαναπνευστικής κοπώσεως (για την εκτίμηση της σοβαρότητας του περιορισμού της ικανότητας για άσκηση και του αποτελέσματος της θεραπείας), η συνεχής καταγραφή ηλεκτροκαρδιογραφήματος ή holter (που μπορεί να ανιχνεύσει ανωμαλίες του καρδιακού ρυθμού).
Η βαρύτητα των συμπτωμάτων και ο κίνδυνος των επιπλοκών από την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια ποικίλλει ευρέως μεταξύ των ασθενών και κάθε προσβεβλημένο άτομο πρέπει να εκτιμάται εξατομικευμένα. Ένας μικρός αριθμός ασθενών με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια έχει αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου, που μπορεί να συμβεί με λίγα ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα.
Ομάδες υψηλού κινδύνου, που μπορεί να πάσχουν από καρδιακό νόσημα ικανό να προκαλέσει αιφνίδιο θάνατο, θεωρούνται α) όσοι εμφανίζουν καρδιακά συμπτώματα, β) οικογένειες που έχουν πληγεί από αιφνίδιο καρδιακό θάνατο μελών τους, γ) οικογένειες που έχουν μέλη με διάγνωση κληρονομικού καρδιαγγειακού νοσήματος και δ) αθλητές υψηλού επιπέδου ανταγωνιστικών αθλημάτων.
Προς το παρόν δεν υπάρχει πλήρης θεραπεία για την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς, αν και υπάρχει πιθανότητα κάποια φάρμακα ίσως να μειώνουν το βαθμό πάχυνσης του καρδιακού μυ, πάντως καμία θεραπεία δεν φαίνεται να επαναφέρει την καρδιά στο φυσιολογικό. Η θεραπεία έτσι σκοπεύει να βελτιώσει τα συμπτώματα και να προλάβει τις επιπλοκές (και ιδίως τον αιφνίδιο θάνατο).
Για ορισμένους ασθενείς τα συμπτώματα μπορεί να σχετίζονται με την άσκηση, οπότε η ιατρική καθοδήγηση είναι απαραίτητη, προκειμένου να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν αυξημένη σωματική προσπάθεια, ενώ σε μερικά άτομα μπορεί να απαγορευθεί να συμμετέχουν σε αθλητικές δραστηριότητες ή να υποβάλλονται σε έντονη σωματική κόπωση...
Τέλος, η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές αιτίες αιφνίδιου θανάτου των νέων κατά την άθλησή τους. Η παρουσία της θεωρείται αντένδειξη για ανταγωνιστικού τύπου αθλητισμό. Διλήμματα δημιουργούνται για τους αθλητές με οριακή υπερτροφία της αριστερής κοιλίας (13-15 mm), ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από "ανωμαλίες" στο ηλεκτροκαρδιογράφημα....
Στην επίδικη περίπτωση, ο κυρίως εναγόμενος Ι. Φ., ειδικός γιατρός καρδιολόγος, ήταν ο μόνος που ανέλαβε να προβεί σε πλήρη καρδιολογικό έλεγχο του Τ. Χ. - Μ.. Έλαβε από αυτόν αναλυτικό ιστορικό και τον εξέτασε επί μακρόν, γνώριζε δε από την αρχή τόσο την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο και την επιθυμία του να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, όσο και όσα είχαν προηγηθεί στα ..., ήτοι την εξέτασή του από γιατρούς, που δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε διάγνωση, όπως κατατέθηκε και από τη δεύτερη κυρίως ενάγουσα, μητέρα του, που τον συνόδευε.
Γνώριζε επίσης από την αρχή ότι ο θείος του (αδελφός της μητέρας του) είχε κάποια καρδιολογική πάθηση, παρουσιάζοντας κοιλιακή ταχυκαρδία, καθώς και ότι ο από την πατρική του γραμμή συγγενής (ο συνοδεύων αυτόν Κ. Μ.) είχε επίσης καρδιολογική πάθηση, αφού ήταν ασθενής του. Από το ηλεκτροκαρδιογράφημα που του έκανε διαπιστώθηκαν "σποραδικές μονήρεις κοιλιακές έκτακτες συστολές", εύρημα παρόμοιο με αυτό που είδε και ο Χ..
Β.ς. Στη συνέχεια ο κυρίως εναγόμενος, προχώρησε σε εξέταση με υπερηχοκαρδιογράφημα (triplex), από το οποίο δεν προέκυψε "κάτι το αξιοσημείωτο", ενώ στα συμπεράσματά του σημειώνει ότι τόσο οι διαστάσεις των καρδιακών κοιλοτήτων όσο και το πάχος των τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας ήταν εντός φυσιολογικών ορίων.
Τα ευρήματά του αυτά είναι απολύτως μη συμβατά με τα ευρήματα της νεκροτομής, από την οποία διαπιστώθηκε πάχυνση του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας μέχρι των 2 εκ. (αντί των 0,5 εκ. της δεξιάς κοιλίας) καθώς και πάχυνση του μεσοκοιλιακού διαφράγματος μέχρι των 1,8 εκ.,... αυτές οι διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά της καρδιάς δεν θα μπορούσαν να προκύψουν μέσα σε τρεις μήνες (από τις 29 Αυγούστου, που ο Τ.
Χ. - Μ. εξετάστηκε από τον Ι.. Φ., έως τις 23 Νοεμβρίου, που επήλθε ο θάνατός του). Η αδυναμία του γιατρού να οδηγηθεί σε ορθές μετρήσεις και έτσι με ευκολία να διαγνώσει την πάθηση του εξεταζόμενου (υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια) είναι πιθανότατο να οφείλεται στην ανατομική δυσμορφία που παρουσίαζε ο τελευταίος (πιθοειδής θώρακας), που είτε περιόριζε τη δυνατότητα "πρόσβασης" και λήψης περισσότερων υπερηχογραφικών εικόνων για τις σχετικές μετρήσεις, είτε αλλοίωνε την εικόνα που λάμβανε.
Συνεπώς, με τις έως τότε υπάρχουσες ενδείξεις πράγματι ο Ι.. Φ.ς δεν μπορούσε να οδηγηθεί σε -υπό στενή έννοια- διάγνωση της πάθησης του ασθενούς, ήτοι του προσδιορισμού και εντοπισμού της ασθένειάς του. Ωστόσο, ενόψει της διαπίστωσης της έκτακτης συστολικής αρρυθμίας και της γνώσης του γιατρού τόσο περί της ενασχόλησης του ασθενούς με τον πρωταθλητισμό όσο και του γεγονότος ότι στενοί συγγενείς του έπασχαν από καρδιολογικής φύσεως ασθένειες, ο Ι.
Φ. έπρεπε να κινητοποιηθεί, να υποψιασθεί και να αναζητήσει απαντήσεις περί του αν οι αρρυθμίες ήταν πάνω σε υγιές ή παθολογικό υπόστρωμα... Αντ' αυτού ο κυρίως εναγόμενος χορήγησε την επίδικη ιατρική βεβαίωση, η οποία συνιστά αναμφισβήτητα διάγνωση περί της έλλειψης οποιουδήποτε προβλήματος καρδιολογικής φύσης.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή ο γιατρός, επιμελώς ενεργώντας, διερευνούσε περαιτέρω την κατάσταση, είτε δεν θα χορηγούσε γνωμάτευση, είτε θα ζητούσε με αυτή τις περαιτέρω απαιτούμενες ενέργειες. Είναι βέβαια αληθές πως ο γιατρός σημείωσε εγγράφως, ζήτησε δε και προφορικώς, να υποβληθεί ο ασθενής σε εξέταση με holter ρυθμού, συνδέοντας αυτή με το ασαφές ιστορικό του αδελφού της μητέρας του, χωρίς όμως και πάλι να διατηρήσει αμφιβολίες περί της υγείας του Τ.
Χ. - Μ.. Αντιθέτως, φαίνεται ότι ο γιατρός σχημάτισε πλήρη άποψη περί του τεθέντος σε αυτόν θέματος της δυνατότητας του νεαρού να αθλείται και για το λόγο αυτό στο τέλος της βεβαίωσής του σημείωσε ότι αυτή "χορηγείται προκειμένου ο εν λόγω να την χρησιμοποιήσει για εγγραφή στη γυμναστική". Ο κυρίως εναγόμενος - εκκαλών υποστηρίζει ότι η τελική αυτή φράση προστέθηκε στη βεβαίωσή του για τυπικούς λόγους, προκειμένου να είναι συνεπής στα επιβαλλόμενα από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, που επιτάσσει την αναφορά του σκοπού για τον οποίο συντάσσεται κάθε ιατρική βεβαίωση.
Τούτο όμως δεν αναιρεί τα ανωτέρω περί της αμέλειάς του ως προς την εκτίμηση της κατάστασης υγείας του εξετασθέντος από αυτόν ασθενούς και του περαιτέρω χειρισμού της. Η χρήση της λέξης "γυμναστική" έγινε προφανώς ατυχώς, αφού ο γιατρός πολύ καλά γνώριζε την αιτία για την οποία ο Τ. Χ. - Μ. ζητούσε τη χορήγηση της βεβαίωσης, για το λόγο δε αυτό και προφορικός τον διαβεβαίωσε με επίταση περί της δυνατότητάς του να "παίζει μπάλες".
Η χορήγηση μίας γνωμάτευσης περί της δυνατότητας "εγγραφής" του Τ. Χ. - Μ. "στη γυμναστική", ούτε ζητήθηκε από το γιατρό, ούτε και υπήρχε λόγος να χορηγηθεί από αυτόν.... Παρά λοιπόν τις ανωτέρω ενδείξεις, ο Ι. Φ. δεν άφησε στον ασθενή και στους συνοδούς του καμία αμφιβολία περί της υγείας του, καθώς, εάν είχε διαγνώσει την ύπαρξη του προβλήματος ή είχε έστω επιφυλάξεις, τότε το αναμενόμενο και.
δεοντολογικός ορθό θα ήταν να τους το επισημάνει και να τους επιστήσει την προσοχή. Για το λόγο αυτό και έγινε μόνο σύσταση για την τοποθέτηση holter ρυθμού και επανεξέταση, χωρίς η γνωμάτευσή του να εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα του holter, ομοίως δε και η επανεξέταση αφορούσε διάστημα μετά έξι μήνες, όπως προφορικώς είπε, οπότε εν τω μεταξύ -χωρίς περί του αντιθέτου απαγόρευση από το γιατρό του- ο Τ.
Χ. - Μ. δεν περιοριζόταν στις αθλητικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω, η αμελής συμπεριφορά του κυρίως εναγομένου γιατρού συνεχίστηκε ακόμα και μετά τη γνωστοποίηση σε αυτόν των αποτελεσμάτων του holter. Ειδικότερα, ενώ με την εξέταση, τα αποτελέσματα της οποίας αμέσως γνωστοποιήθηκαν στον Ι.. Φ., διαπιστώθηκαν πάνω από 1.000 έκτακτες κοιλιακές συστολές, εύρημα που συνηγορεί σε παθολογικό πρόβλημα...
και ενώ ο εκτελέσας αυτή γιατρός Β. Β. κατέταξε τον ασθενή στη διαβάθμιση 4Α κατά Lown (η βαρύτητά τους υποδηλώνει ότι υπάρχει παθολογικό υπόστρωμα, που πρέπει να διερευνηθεί...), ο κυρίως εναγόμενος γιατρός και πάλι δεν διέγνωσε οποιοδήποτε καρδιολογικό πρόβλημα, ούτε και θορυβήθηκε, προκειμένου να αναζητήσει τις αιτίες των σοβαρών και ανησυχητικών ευρημάτων, προχωρώντας σε περαιτέρω έρευνα, συνδυάζοντας όλα τα στη διάθεσή του υπάρχοντα δεδομένα και δη την εντατική ενασχόληση του Τ.
Χ. - Μ. με τον πρωταθλητισμό και την ύπαρξη στενού συγγενούς του πάσχοντος από σοβαρή καρδιοπάθεια, όπως ο ίδιος ο γιατρός είχε διαπιστώσει... Έτσι, ο κυρίως εναγόμενος γιατρός δεν εκτίμησε ορθά και με βάση τους κανόνες της ιατρικής και της ειδικότητάς του και έκρινε ότι η κατάσταση της υγείας του Τ. Χ. - Μ.
ήταν τέτοια που του επέτρεπε να αθλείται. Εάν ενεργούσε επιμελώς και με βάση τους κοινώς παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής στο θέμα αυτό, όπως αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, θα έπρεπε, ακόμα και στο χρόνο αυτό -ήτοι μετά και την ολοκλήρωση της εξέτασης με το holter, που είχε αρχικώς ζητήσει και την εξαγωγή των ανωτέρω αποτελεσμάτων- να "ανακαλέσει" τη γνωμάτευσή του περί της ικανότητάς του συμμετοχής σε αθλητικές (ή έστω "γυμναστικές" κατά τη διατύπωση της ιατρικής του βεβαίωσης) δραστηριότητες.
Σημειωτέον ότι η "ανάκληση", περί της οποίας πολύς λόγος έγινε κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν νοείται ως συγκεκριμένη πράξη χορήγησης "ανακλητικού" εγγράφου, διαδικασία που ασφαλώς δεν προβλέπεται και δεν συνηθίζεται στην ιατρική πρακτική, αλλά ως χορήγηση νέας γνωμάτευση ή βεβαίωσης, στην οποία να αναγράφεται η διάγνωση της πάθησης μετά τα νέα δεδομένα ή προφορική τουλάχιστον δήλωση αναίρεσης περί της δυνατότητας του εξετασθέντος να γυμνάζεται, που έπρεπε να γίνει στον εκπρόσωπο αυτού και των γονέων τού Κ.
Μ.. Αντ' αυτού ο τελευταίος, που μετέφερε στο γιατρό τα αποτελέσματα, έγινε δέκτης της εκ νέου διαβεβαίωσής του ότι τίποτα δεν ήταν επείγον και ότι θα ήταν χρήσιμη η εξέταση του νεαρού αθλητή από το ειδικό τμήμα του νοσοκομείου "..." και η μετά έξι μήνες εκ νέου εξέτασή του. Ενόψει αυτής της ενημέρωσης από το γιατρό δια του Κ.
Μ. δεν υπήρχε κανένας λόγος να επικοινωνήσουν μαζί του οι γονείς του Τ. Χ. - Μ. ή ο ίδιος ο ασθενής, αφού καμία αμφιβολία δεν μπορεί να τους είχε δημιουργηθεί περί της ισχύος της ιατρικής βεβαίωσης που είχε ήδη από τις 29 Αυγούστου 2003 χορηγήσει. Ομοίως καμία υποχρέωση ούτε και του ίδιου του γιατρού υπήρχε να επικοινωνήσει με τον ασθενή ή τους γονείς του, αφού είχε ήδη μιλήσει με τον εκπρόσωπο αυτών Κ..
Μ.. Συνοψίζοντας... ο κυρίως εναγόμενος - εκκαλών Ι. Φ. επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων και παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και ιδίως της δικής του ειδικότητας (καρδιολογίας), προβαίνοντας στη χορήγηση ιατρικής βεβαίωσης και στην προφορική διαβεβαίωση περί της ικανότητάς του Τ.
Χ. - Μ. να συμμετέχει στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας του, ήτοι προπονούμενος και αγωνιζόμενος, αρχικώς μεν πριν να ολοκληρωθεί η επιστημονικώς ενδεδειγμένη σειρά διαγνωστικών εξετάσεων, προκειμένου είτε να διαπιστωθεί εάν τα ευρήματα της αρρυθμίας εκδηλώνονταν σε παθολογικό υπόβαθρο είτε να αποκλεισθεί η πιθανότητα ύπαρξης κάποιας καρδιολογικής πάθησης, στη συνέχεια δε εκτιμώντας εσφαλμένως τα αποτελέσματα του holter σε συνδυασμό και με τις λοιπές περιστάσεις και δη την έντονη αθλητική (σε επίπεδο πρωταθλητισμού) δραστηριότητα του ασθενούς και την ύπαρξη στενού συγγενούς του με σοβαρή καρδιοπάθεια, δεδομένα που τον κατέτασσαν σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την επέλευση αιφνίδιου θανάτου.
Εάν ο γιατρός ενεργούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια, με μέτρο δηλαδή τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς καρδιολόγου, θα έπρεπε να κοινοποιήσει στο θανόντα τον κίνδυνο που απειλούσε τη ζωή του και να του απαγορεύσει την έντονη άθληση και τη συμμετοχή του σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό άθλημα, όπως το ποδόσφαιρο, "μέχρι να ολοκληρωθεί η διαγνωστική διαδικασία "και να αποκλειστεί με βεβαιότητα το ενδεχόμενο ο ασθενής να πάσχει από καρδιολογικής φύσεως νόσημα, καθιστώντας έτσι δυνατή την αποτροπή του θανάτου του τελευταίου.
Περαιτέρω, καμία αμέλεια, ούτε και ελαφρά, δεν βαρύνει τους παρεμπιπτόντως εναγόμενους γιατρούς Χ. Β., Μ. Μ. και Β. Β.. Ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς (Χ.. Β.ς) εξέτασε τον Τ. Χ. - Μ. και διαπίστωσε δύο έκτακτες κοιλιακές συστολές, εύρημα που, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά από μόνο του πάθηση, τον υποψίασε όμως, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση, όση επιμέλεια και αν έδειχνε, να διαγνώσει οποιοδήποτε πρόβλημα, λόγω και της ειδικότητάς του (γενικός - οικογενειακός γιατρός).
Έτσι, διατύπωσε τον προβληματισμό του ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής του Τ. Χ. - Μ. στις δραστηριότητες της ομάδας του, πριν να διερευνηθεί η πιθανότητα να έχει κάποια σχετική πάθηση, επισημαίνοντάς το στον αρμόδιο εκπρόσωπο του ... σωματείου Α. Κ.. Ο Χ.. Β.ς προχώρησε στην υπογραφή της σχετικής γνωμάτευσης στην κατάσταση υγείας των αθλητών λαμβάνοντας από τον τελευταίο τη διαβεβαίωση ότι ο θανών δεν θα αγωνιζόταν μέχρι και ο ίδιος να ενημερωθεί για τα αποτελέσματα και τις διαπιστώσεις των εξετάσεων.
Όπως δε αποδείχθηκε, πράγματι ο Τ. Χ. - Μ. δεν συμμετείχε σε αγώνες και προπονήσεις της ομάδας του πριν να εξετασθεί από τον κυρίως εναγόμενο Ι. Φ. και λάβει από αυτόν την από 29 Αυγούστου 2003 ιατρική γνωμάτευση.
Συνεπώς, κανένα διαγνωστικό σφάλμα ή αμέλεια σχετική με την ενδεικνυόμενη θεραπεία δεν βαρύνει το Χ. Β., παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα Ι. Φ.. Η υπογραφή από το Χ.. Β. της κατάστασης υγείας αθλητών, ενόψει της μη κατ' αρχήν συμμετοχής του αθλητή στις δραστηριότητες της ομάδας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα στη συνέχεια θάνατό του, καθόσον η αιτιώδης συνάφεια διακόπηκε από τη γνωμάτευση του Ι..
Φ., η οποία, ενόψει της απόλυτης διατύπωσής της τόσο εγγράφως όσο και προφορικώς, δεν κατέλιπε οποιαδήποτε αμφιβολία στους λήπτες αυτής περί της ανυπαρξίας οποιουδήποτε κινδύνου για τη σωματική ακεραιτότητα ή την υγεία του εξετασθέντος αθλητή. Ο Χ.. Β.ς κανένα λόγο δεν είχε να αμφισβητήσει τη γνωμάτευση του Ι..
Φ. περί της δυνατότητας και επάρκειας του θανόντος να αθλείται, καθόσον πρόκειται για γνωμάτευση ειδικού γιατρού, για τη χορήγηση της οποίας -από το ίδιο το περιεχόμενό της- φαίνεται ότι εκτιμήθηκε το εύρημα των κοιλιακών συστολών, που είχε προβληματίσει το Χ.. Β., δίνοντας έτσι στον τελευταίο αρνητική απάντηση για τη σύνδεσή του με οτιδήποτε παθολογικό.
Εξάλλου, στην πρακτική δεν συνηθίζεται τρίτος γιατρός να αναζητά τηλεφωνικά τον ειδικό θεράποντα ιατρό κάποιου, προκειμένου να ζητήσει διευκρινήσεις για ήδη εκδοθείσα γνωμάτευση, που δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα για το οποίο παραπέμφθηκε. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν ο Χ.. Β.ς δεν είχε συμπεριλάβει τον Τ.
Χ. - Μ. στην από 21 Αυγούστου 2003 κατάσταση, οπωσδήποτε και δικαιολογημένα θα τον περιλάμβανε σε νέα κατάσταση, που θα συντασσόταν μετά την από 29 Αυγούστου 2003 γνωμάτευση του Ι.. Φ., επιτρέποντας έτσι στον αθλητή τη συμμετοχή στις δραστηριότητες της ομάδας του, που οδήγησαν στο θάνατό του. Πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν δικαστήριο ουδόλως δεσμεύεται από την (καταστάσα ήδη αμετάκλητη) υπ' αριθ. 803/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που έκρινε ένοχο και το Χ..
Β. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αποδίδοντας σε αυτόν ότι "[...] ως ιατρός της ποδοσφαιρικής ομάδας του "..." και υπόχρεος να εξετάσει τους μέλλοντες να συμμετάσχουν στην άνω ομάδα και να θεωρήσει, εφόσον διαπίστωνε την καλή υγεία τους, την τακτική εξαμηνιαία κατάσταση υγείας των ποδοσφαιριστών, που θα συμμετείχαν στην άνω ομάδα, παρότι εξετάζοντας τον ανωτέρω παθόντα, εντόπισε άμεσα ότι παρουσίαζε καρδιολογικό πρόβλημα (δυσμορφία θωρακικού τοιχώματος και έκτακτες κοιλιακές συστολές) και παρότι διαπίστωσε ότι ο ανωτέρω όφειλε να υποβληθεί σε καρδιολογικές εξετάσεις εξεταζόμενος από ειδικό καρδιολόγο, ο οποίος και μόνο θα μπορούσε να αποφανθεί για το εάν ο ανωτέρω αθλητής ήταν σε θέση να συμμετάσχει στην ανωτέρω ποδοσφαιρική ομάδα, όταν (την 21 Αυγούστου 2003) του προσκομίσθηκε η υπ' αριθ.
πρωτ. …/2003 κατάσταση υγείας ποδοσφαιριστών του Α.Ο. ..., στην οποία επιβεβαιώνεται ότι οι περιληφθέντες σε αυτή αθλητές (μεταξύ των οποίων και ο άνω παθών) είναι απολύτως υγιείς, ώστε να συμμετάσχουν σε αγώνες της ανωτέρω ποδοσφαιρικής ομάδας, αν και ως εκ του επαγγέλματος του (γενικός ιατρός) και της ιδιότητάς του (ως ιατρού της άνω ομάδας) όφειλε να αρνηθεί να θεωρήσει την περιλαμβάνουσα τον ανωτέρω παθόντα κατάσταση, εφόσον δεν του προσκομίσθηκε βεβαίωση καρδιολόγου, ότι ο άνω αθλητής υπεβλήθη σε ειδικές καρδιολογικές εξετάσεις και ότι ο τελευταίος μπορεί χωρίς κίνδυνο να συμμετάσχει στην άνω ομάδα και στους αγώνες αυτής, τούτος όλως πλημμελώς υπέγραψε την άνω κατάσταση και ούτως κατέστησε δυνατή τη συμμετοχή του Τ.
Χ. - Μ. στην ανωτέρω ποδοσφαιρική ομάδα, συμμετοχή που αιτιατά (λόγω της καταπόνησης της καρδιάς του) οδήγησε στο θάνατό του από υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια. Ωστόσο, όπως αναλυτικά ανωτέρω αναφέρθηκε, το παρόν δικαστήριο -σε αντίθεση με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου- δέχεται α) ότι ο Χ.. Β.ς για μία και μόνη φορά εξέτασε τους αθλητές και δεν ήταν γιατρός της ομάδας, ιδιότητα που, αν είχε, θα του προσέδιδε οπωσδήποτε άλλη ευθύνη, καθώς θα ήταν εκείνος που από κοντά θα παρακολουθούσε την υγεία τους, β) ότι η αναφερόμενη "δυσμορφία θωρακικού τοιχώματος" ουδόλως συνιστά καρδιολογικό πρόβλημα, διαγνωσθέν από το γιατρό, αλλά ανατομικό χαρακτηριστικό και ότι οι πράγματι διαπιστωθείσες από αυτόν "έκτακτες κοιλιακές συστολές" ομοίως από μόνες τους δεν αποτελούν καρδιολογικό πρόβλημα, γ) ότι η υπογραφή από αυτόν της κατάστασης υγείας έγινε τύποις μόνο καθ' ο μέρος της αφορούσε τον Τ.
Χ. - Μ., ο οποίος δεν συμμετείχε στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας του, απέχοντας από τις προπονήσεις και μη λαμβάνοντας μέρος στους αγώνες, καθώς αυτό του απαγορεύθηκε και το αθλητικό του δελτίο -απαραίτητο για να αγωνισθεί- κρατήθηκε από το γενικό γραμματέα της ομάδας και δ) ότι η υπογραφή από το γιατρό της κατάστασης υγείας χρησιμοποιήθηκε ως προς τον ως άνω αθλητή μόνο μετά τη χορήγηση από τον Ι..
Φ. της από 29 Αυγούστου 2003 βεβαίωσής του, η οποία αποτελούσε τη ζητούμενη από το ποινικό δικαστήριο "βεβαίωση καρδιολόγου, ότι ο άνω αθλητής υπεβλήθη σε ειδικές καρδιολογικές εξετάσεις και ότι ο τελευταίος μπορεί χωρίς κίνδυνο να συμμετάσχει στην άνω ομάδα και στους αγώνες αυτής", ώστε με τον τρόπο αυτό διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπογραφής της κατάστασης από το Χ..
Β. και του θανάτου του νεαρού αθλητή....Εξάλλου, καμία αμέλεια δεν βαρύνει και τους Α. Κ. και Σ. Β., συνακόλουθα δε και το αθλητικό σωματείο "...", του οποίου αυτοί ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι. Ειδικότερα, η εμπλοκή των ως άνω φυσικών προσώπων εντοπίζεται στην υπογραφή που έθεσαν στην από 21 Αυγούστου 2003 εξαμηνιαία κατάσταση υγείας ποδοσφαιριστών της ομάδας, που κατατέθηκε στο αρμόδιο όργανο της Ε.Π.Ο., προκειμένου η ομάδα να συμμετάσχει στους αγώνες του πρωταθλήματος και του κύπελου της οικείας κατηγορίας, κατά το μέρος της που αφορούσε την εγγραφή σε αυτή του Τ.
Χ. - Μ.. Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει από το ίδιο αυτό το έγγραφο, ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας του σωματείου υπογράφουν το πρώτο "μέρος" της κατάστασης, όπου υπό το κείμενο "συμφωνούμε ανεπιφύλακτα και βεβαιώνουμε τη σύννομη συμπλήρωση της παρακάτω κατάστασης" υπάρχει πίνακας με τα στοιχεία των αθλητών και δη το ονοματεπώνυμό τους, το όνομα του πατέρα και της μητέρας τους, η ημερομηνία γέννησής τους και το αριθμός του δελτίου τους.
Το δεύτερο μέρος της κατάστασης, που αφορά την υγεία των αθλητών, υπογράφεται, όπως είναι λογικό, μόνο από το γιατρό που τους εξέτασε.
Συνεπώς, καμία ευθύνη δεν μπορεί να βαρύνει τους νομίμους εκπροσώπους του ... σωματείου από μόνη την υπογραφή της κατάστασης. Εξάλλου, ειδικώς ως προς το Σ. Β., πρόεδρο του σωματείου, κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι είχε γνώση των επιφυλάξεων του Χ.. Β. ως προς την επάρκεια του Τ.
Χ. - Μ., καθόσον όλες οι συνεννοήσεις του γιατρού έγιναν με τον Α. Κ.. Ωστόσο, ούτε και ο τελευταίος, που είχε ενημερωθεί από το Χ.. Β., φέρει ευθύνη, καθώς όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε την εγγραφή του ονόματος του Τ. Χ. - Μ., η κατάσταση έμεινε κατ' αρχήν ουσιαστικά χωρίς έννομη ενέργεια, αφού ο Α.
Κ., συμπλέοντας με τις επιφυλάξεις του Χ.. Β., δεν επέτρεψε τη συμμετοχή του αθλητή στις δραστηριότητες της ομάδας, μέχρις ότου να έχει θετική απάντηση από ειδικό γιατρό για την υγεία του. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα από την εξέταση του νεαρού από το Χ.. Β. μέχρι την εξέτασή του από τον Ι..
Φ. και τη χορήγηση της επίμαχης ιατρικής βεβαίωσης, αυτός συμμετείχε σε προπονήσεις ή αγώνες της ομάδας του. Η συμμετοχή του Τ. Χ. - Μ. σε αγώνα τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 2003 έγινε αφού είχε πάρει τη γνωμάτευση του Ι.. Φ. και την προφορική διαβεβαίωσή του για την έλλειψη κάθε κινδύνου, την οποία ο αθλητής είχε αμέσως μεταφέρει στον Α.
Κ., ως εκπρόσωπο του σωματείου. Από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά έγινε ουσιαστικά χρήση της κατάστασης υγείας ποδοσφαιριστών ως προς τον μετέπειτα θανόντα αθλητή. Όπως δε ήδη αναφέρθηκε, στον Α. Κ., ο οποίος ήταν έμπορος και δεν είχε ειδικές ή ιδιαίτερες γνώσεις περί τα ιατρικά θέματα, δεν θα μπορούσε να καταληφθεί αμφιβολία περί της δυνατότητας συμμετοχής του Τ.
Χ. - Μ. στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας, ώστε να την εξαρτήσει από τα αποτελέσματα της εξέτασης με το holter καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τη γνωμάτευση του Ι.. Φ.. Κατόπιν αυτών, των δύο νομίμων εκπροσώπων του σωματείου μη εχόντων οποιαδήποτε υπαιτιότητα, δεν τίθεται θέμα ευθύνης και του νομικού προσώπου (άρθρο 71 ΑΚ), παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα - εκκαλούντα.
Τέλος, ως προς την υπαιτιότητα των κυρίως εναγόντων και του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του τελευταίου, πρέπει να γίνει διάκριση αρχικώς μεταξύ των ίδιων των κυρίως εναγόντων, καθόσον ως προς τα αδέλφια του (που ομοίως ήταν τότε ανήλικα) και τον παππού του δεν μπορεί να γίνει λόγος για συντρέχουσα αμέλειά τους, αφού καμία (έχουσα έννομη επιρροή) υποχρέωση είχαν, ώστε να απαγορεύσουν στον αδελφό και εγγονό τους αντίστοιχα να αθλείται, ακόμα και κατά το χρόνο που αυτός ήταν ανήλικος.
Στους γονείς του Τ. Χ. - Μ., που μέχρι την ενηλικίωσή του στις 06 Σεπτεμβρίου 2003, είχαν νομική και ηθική υποχρέωση ως εκ του γονεϊκού τους λειτουργήματος, να τον αποτρέψουν από κάθε επικίνδυνη για την υγεία και τη σωματική του ακεραιότητα δραστηριότητα, δεν μπορεί εν προκειμένω να αποδοθεί οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά, καθόσον ενήργησαν όσα κάθε επιμελής γονέας με τις δικές τους γνώσεις όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει σε παρόμοια περίπτωση.
Ειδικότερα, χωρίς καμία καθυστέρηση φρόντισαν για τη διερεύνηση της υγείας του τέκνου τους, επισκεπτόμενοι ειδικούς γιατρούς και δη αρχικώς το Μ. Μ. και ακολούθως, μετά την άρνηση αυτού να γνωματεύσει, τον Ι. Φ.. Μόνο μετά την από 29 Αυγούστου 2003 έγγραφη και προφορική γνωμάτευση του Ι.. Φ. επέτρεψαν οι δύο πρώτοι κυρίως ενάγοντες στο γιο τους να προπονηθεί και να συμμετάσχει στους αγώνες της ομάδας του.
Η με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του αιτίαση του εκκαλούντος - κυρίως εναγομένου ότι οι γονείς ευθύνονται γιατί όσο το τέκνο τους ήταν ανήλικο το ενθάρρυναν να αγωνίζεται, επιδρώντας στη μετέπειτα απόφασή του να συμμετέχει σε αγώνες και μετά την ενηλικίωσή του, δεν μπορεί να είναι νομικά αξιολογήσιμη συμπεριφορά, καθόσον αφορά την ανατροφή που αυτοί επιφύλαξαν για το παιδί τους, για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των αντιλήψεών του, ωθώντας το όχι σε έκνομες ή κοινωνικά μη αποδεκτές συμπεριφορές, αλλά στον πρωταθλητισμό.
Ομοίως, και ο νεαρός αθλητής για το χρόνο από την ενηλικίωσή του εξακολούθησε να προπονείται και να αγωνίζεται βασιζόμενος σε όσα του είπε ο θεράπων γιατρός του, τον οποίο δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει. Μάλιστα, ακολουθώντας τη σύσταση του γιατρού του ο νεαρός υπεβλήθη και σε εξέταση holter, τα αποτελέσματα της οποίας αμέσως του γνωστοποίησε διά του θείου του Κ.
Μ., λαμβάνοντας και πάλι μέσω του τελευταίου τη νέα εκτίμηση του γιατρού, που δεν ανέτρεψε την προηγούμενη. Συνέχισε δε και μετά από αυτά να αθλείται, αφού καμία απαγόρευση δεν του έθεσε ο θεράπων γιατρός του, ο οποίος ζήτησε μόνο την επανεξέτασή του μετά από έξι μήνες (διάστημα που δεν είχε παρέλθει μέχρι το θάνατό του) και του υπέδειξε να επισκεφθεί το νοσοκομείο "...", χωρίς όμως να θεωρεί αυτό επείγοντος αναγκαίο ή να εξαρτά από την επίσκεψη αυτή τη δυνατότητά του να προπονείται και να αγωνίζεται.
Με την έφεσή του και με τους πρόσθετους λόγους του ισχυρίζεται ο εκκαλών - κυρίως εναγόμενος ότι ο Τ. Χ. - Μ. και οι γονείς του "υποτίμησαν" και "αγνόησαν" "το πρόβλημα της υγείας του", ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της ομάδας του, "παρά τους κινδύνους που ενείχε". Αποδοχή της προσέγγισης αυτής όμως θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να πρέπει οι γονείς και μετά την ενηλικίωσή του το ίδιο το τέκνο να αποδώσουν τέτοια βαρύτητα στη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του τελευταίου, ώστε να του απαγορεύσουν (όσο ήταν ανήλικος) και να τον αποτρέψουν (μετά την ενηλικίωσή του) να αγωνίζεται, ενώ κάτι τέτοιο δεν τους είχε επισημανθεί ούτε και από τον ίδιο τον ειδικό θεράποντα γιατρό του, ο οποίος ποτέ δεν μίλησε για "πρόβλημα υγείας" του νεαρού, ούτε επισήμανε την ύπαρξη οποιουδήποτε "κινδύνου".
Κατόπιν λοιπόν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι μόνος υπαίτιος για το θάνατο του Τ. Χ. - Μ., συγγενούς των κυρίως εναγόντων, είναι ο κυρίως εναγόμενος Ι. Φ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι στο πρόσωπο του θανόντος συνέτρεχε συντρέχον πταίσμα σε ποσοστό 10%, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλε ο κυρίως εναγόμενος, καθώς και ότι υπαίτιοι ομού με τον Ι..
Φ. ήταν αφενός μεν ο Χ. Β. και αφετέρου οι Α. Κ., Σ. Β. και το σωματείο με την επωνυμία "..." (κατά ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% και 20% αντίστοιχα), δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις κατ' αυτών ασκηθείσες παρεμπίπτουσες αγωγές, εσφαλμένως εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, οδηγούμενο στην κρίση του αυτή".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της από 16-7-2014 έφεσης του εκκαλούντος-εναγόμενου ιατρού ως προς την επικαλούμενη απ' αυτόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων για τη μη ύπαρξη της υπαιτιότητας του στον ως άνω θάνατο του αθλητή και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση, ως προς το κύριο αντικείμενο της δίκης και το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης σε καθένα των ως άνω εναγόντων λόγω ψυχικής τους οδύνης, και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του τελευταίου, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη από 6-11-2008 αγωγή των εναγόντων επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορετικά ποσά για την ως άνω αιτία, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα στην από 30-11-2017 συνεκδικαζόμενη αίτηση αναίρεσης.
Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος ιατρός Ι.. Φ.ς επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων και παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και ιδίως της δικής του ειδικότητας (καρδιολογίας), προβαίνοντας στη χορήγηση ιατρικής βεβαίωσης και στην προφορική διαβεβαίωση περί της ικανότητάς του Τ.
Χ. - Μ. να συμμετέχει στις αθλητικές δραστηριότητες της ομάδας του, ήτοι προπονούμενος και αγωνιζόμενος, αρχικώς μεν πριν να ολοκληρωθεί η επιστημονικώς ενδεδειγμένη σειρά διαγνωστικών εξετάσεων, προκειμένου είτε να διαπιστωθεί εάν τα ευρήματα της αρρυθμίας εκδηλώνονταν σε παθολογικό υπόβαθρο είτε να αποκλεισθεί η πιθανότητα ύπαρξης κάποιας καρδιολογικής πάθησης, στη συνέχεια δε εκτιμώντας εσφαλμένως τα αποτελέσματα του holter σε συνδυασμό και με τις λοιπές περιστάσεις και δη την έντονη αθλητική (σε επίπεδο πρωταθλητισμού) δραστηριότητα του ασθενούς και την ύπαρξη στενού συγγενούς του με σοβαρή καρδιοπάθεια, δεδομένα που τον κατέτασσαν σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την επέλευση αιφνίδιου θανάτου, όπως και τελικά αυτός έλαβε χώρα, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επί πλέον, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, ούτε είναι ενδοιαστικές κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος (ως προς την επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής διάταξης κανόνος δικαίου -άρθρο 3 ν. 3418/2005- που όμως δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής) λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραμόρφωσε την από 29-8-2003 ιατρική βεβαίωσή του, στην οποία βεβαίωνε ότι ο θανών αθλητής εξετάστηκε απ' αυτόν με ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχοκαρδιακά και ανέφερε τα αποτελέσματα της εξέτασης και ότι αυτή (βεβαίωση) χορηγείται για να την χρησιμοποιήσει στην εγγραφή του στη γυμναστική, και ότι αυτή προσκομίστηκε με επίκληση στο Εφετείο, από την οποίαν αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων δεν γνώριζε ότι ο θανών έκανε πρωταθλητισμό και ότι είχε επιτρέψει σ' αυτόν μόνον την ενασχόληση με τη γυμναστική.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ανεξάρτητα του ότι είναι απαράδεκτος, διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, είναι και αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, διότι τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε (υπαιτιότητα ως προ τον επελθόντα θάνατο), και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην έννοια όμως των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διάταξης νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται επί μη λήψεως υπόψη τέτοιου εγγράφου (ΑΠ 177/2016, 1217/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι, ενόψει των παραδοχών του, δεν έλαβε υπόψη τα πρροσκομισθέντα με επίκληση απ' αυτόν έγγραφα και ειδικότερα 1) το καρδιογράφημά του και το έχγρωμο triplex στον θανόντα, 2) αποσπάσματα από την καρδιολογία του Δ..
Κ. και του Ρ.. Α., 3) την υπ' αριθμ. 803/2009 απόφαση του ποινικού Εφετείου Κρήτης, 4) το ιατρικό σημείωμα του Α. προς το Εφετείο Κρήτης, 5) την προανακριτική κατάθεση της τ. Μ., την από …-2004 κατάθεση του ιατρού Β.. Β. και την κατάθεση του Σ.. Β.. Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν....
τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της προδικασίας και της κύριας ποινικής διαδικασίας" , ενώ γίνεται ρητή αναφορά σε μερικά απ' αυτά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα ορισμένα εκ των οποίων μνημόνευσε ρητά μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη ποινική απόφαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ομοίως απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο για τον ίδιο ως άνω λόγο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από ...2016 γνωμοδότηση καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, στην εμβέλεια του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν εντάσσεται η γνωμοδότηση αυτή που αποσκοπεί στη διευκόλυνση του δικαστή για την διαμόρφωση της μείζονος σκέψης του μικτού υποθετικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
Επομένως, αφού απορριφθεί και ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εντασσόμενου στον αρ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα με την προσθήκη στις προτάσεις του ενώπιόν του λόγο έφεσης ότι δεν είχε καταβληθεί κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι "ο λόγος αυτός απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και μάλιστα όχι με το εφετήριο ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, αλλά με την προσθήκη στις προτάσεις", ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω λόγος έφεσης δεν είχε προταθεί νομίμως κατ' εφαρμογή των άρθρων 527, 520 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των πρώτου έως πέμπτου των αναιρεσιβλήτων της από 6-2-2019 αίτησης αναίρεσης, καθώς και του έκτου εξ αυτών, που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα στους έβδομο, όγδοο και ένατο των αναιρεσιβλήτων της από 6-2-2019 αίτησης αναίρεσης ελλείψει αιτήματος λόγω της ερημοδικίας τους.
Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ Ε.. Μ. κλπ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.
οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι με την προαναφερθείσα από 6-11-2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ο πρώτος ενάγων ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 2000 ευρώ για έξοδα κηδείας του θανόντος υιού του ...-Χ.
Μ., και το ποσό των 2500 ευρώ για έξοδα κατασκευής τάφου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 28/2014 απόφασή του απέρριψε το πρώτο κονδύλιο ως αόριστο και το δεύτερο ως ουσία αβάσιμο. Ο πρώτος ενάγων -εκκαλών άσκησε την από 15-7-2014 έφεσή του με την οποίαν έπληττε με συγκεκριμένο λόγο την κρίση της ως άνω πρωτόβαθμης απόφασης για την απόρριψη του κονδυλίου των εξόδων κηδείας ποσού 2.000 ευρώ και όχι του άλλου κονδυλίου ποσού 2.500 ευρώ που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο, με συνέπεια να μην έχει μεταβιβαστεί τούτο στο Εφετείο, όπως δέχεται ορθώς αυτό με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπησή της.
Συνεπώς ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο πρώτος αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν έλαβε υπόψη του τον δήθεν προταθέντα απ' αυτόν λόγο έφεσης σχετικά με το ως άνω κονδύλιο των της δαπάνης κατασκευής τάφου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Εξ άλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δέχθηκε τα εξής: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο Τ. Χ. - Μ. ήταν 18 ετών, οι γονείς του Ε. και Τ. - Α. (1ος και 2η κυρίως ενάγοντες) διήνυαν το 44° και το 42° έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα, τα αδέλφια του Π.
και Μ. (3ος και 4η κυρίως ενάγοντες) ήταν 14 και 13 ετών αντίστοιχα, ενώ εν ζωή ήταν και ο από την πατρική γραμμή παππούς του Δ. Μ. (5ος κυρίως ενάγων). Από τον αιφνίδιο θάνατο του ... οι κυρίως ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατη θλίψη, ενόψει τόσο των αντικειμενικώς στενών συγγενικών σχέσεων που τους συνέδεαν όσο και των ισχυρών συναισθημάτων αγάπης και στοργής, που έτρεφαν μεταξύ τους.
Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θανόντος και των κυρίως εναγόντων, τις συγγενικές τους σχέσεις, το βαθμό του πταίσματος του κυρίως εναγομένου, που αποκλειστικώς ευθύνεται για την επέλευση του θανάτου του... καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών (εκ των οποίων ο κυρίως εναγόμενος είναι γιατρός - ειδικός καρδιολόγος, που διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο επί αρκετά έτη, ο 1ος κυρίως ενάγων διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος - ταβέρνα στον ..., η 2η κυρίως ενάγουσα απασχολείτο με τα οικιακά και ενίοτε βοηθούσε το σύζυγό της στην επιχείρησή του και τα αδέλφια του θανόντος ήταν μαθητές), οι κυρίως ενάγοντες υπέστησαν έντονη ψυχική οδύνη.
Για την απάμβλυνση αυτής και την ηθική παρηγορία και ανακούφισή τους δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση ικανοποίηση, η οποία καθορίζεται σε ποσό 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους δύο πρώτους κυρίως ενάγοντες, σε ποσό 20.000 ευρώ για κάθε έναν από τους τρίτο και τέταρτη κυρίως ενάγοντες και σε ποσό 10.000 ευρώ για τον πέμπτο κυρίως ενάγοντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε σε κάθε έναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες 100.000 ευρώ, σε κάθε έναν από τους τρίτο και τέταρτη από τους κυρίως ενάγοντες 70.000 ευρώ (καταψηφίζοντας ποσό 50.000 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι οφείλεται να καταβληθούν ακόμα 20.000 ευρώ σε έκαστο αυτών) και στον πέμπτο κυρίως ενάγοντα 20.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".
Στη συνέχεια το Εφετείο με την απόφασή του δέχθηκε την από 16-7-2014 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου ως προς το κύριο αντικείμενο της δίκης για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και απέρριψε την από 15-7-2014 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων, και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 28/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την ως άνω αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων (πατέρα και μητέρα του θανόντος) το ποσό των 40.000 ευρώ, σε καθένα των τρίτου και τέταρτου αυτών (αδέλφια του) το ποσό των 20.000 ευρώ και στον πέμπτο ενάγοντα (παππού του) το ποσό των 10.000 ευρώ.
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω αναιρεσειόντων στα προαναφερθέντα ποσά παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται του συνήθως επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αναίρεση, παρελκομένης της εξέτασης του επικαλούμενου πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ορθώς εντασσόμενου στον αρ. 17 του ως άνω άρθρου), λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου ως άνω δεκτού λόγου, και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το ως άνω ζήτημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 6-2-2019 αίτηση αναίρεσης ερήμην των έβδομου, όγδοου και ένατου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων και την από 30-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 48/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Απορρίπτει την από 6-2-2019 αίτηση αναίρεσης και δέχεται την από 30-11-2017 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 48/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για την από 6-2-2019 αναίρεση στο Δημόσιο Ταμείο και την απόδοση του παραβόλου της από 30-11-2017 αίτησης αναίρεσης στους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την από 6-11-2008 αγωγή προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της από 6-2-2019 αίτησης αναίρεσης και αναιρεσίβλητο της από 30-11-2017 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων και αναιρεσειόντων-εναγόντων (1-5ου αυτών) αντίστοιχα, στη δικαστική δαπάνη αυτών, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μία απ' αυτές, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του έκτου των αναιρεσιβλήτων της από 6-2-2019 αναίρεσης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ