Legislator Case Law & Legislation
878/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to verify written lease contract validity.

Case Number 878/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order, ruling the lower court erred in dismissing the claim for being vague. The appellant argued the defendant, a state-controlled entity, should be treated like the state regarding lease formalities, while the defendant was absent. The court found the First Instance Court incorrectly applied the law by equating the defendant with the state without proper justification, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 80 of the Law on Public Accounting, Control of State Expenditures and Other Provisions; Art. 560(1) of the Code of Civil Procedure: A court erred in law when it equates a state-controlled entity with the State itself regarding the mandatory requirement for written lease contracts, thereby invalidating a claim based on the lack of such a contract.

Keywords

AI generated
state-controlled entity written lease contract eviction order code of civil procedure remand for retrial legal error public accounting law

Cited Legislation

AI generated
Art. 80 of the Law on Public Accounting, Control of State Expenditures and Other Provisions
Art. 560(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 576(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 180 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 878 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 878/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" και το δ.τ. "ΕΤΑΔ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ζήτση.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ...'/3.4.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Δ. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση της υπό κρίση από 2.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/18-8.10.2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (7.2.2020), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς αυτόν να παραστεί κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο.

Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, εφ' όσον αυτός έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά το νόμο 4335/2015), υπ' αριθμ. 21/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία απερρίφθη η από 11.9.2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 37/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η από 16.12.2015 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων μισθωτικής περιόδου 2011. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Kατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για την θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται.

Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς την διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ενστάσεως. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, χωρίς να εξειδικεύει την έννοιά τους, συγχρόνως όμως αποκλείει από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από την φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από την φύση τους είναι διοικητικές, επιτρέπει όμως σ' αυτόν (κοινό νομοθέτη), σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως.

Κριτήριο, επομένως, για τον χαρακτηρισμό μιας διαφοράς ως διοικητικής ή ιδιωτικής είναι η φύση της υποκειμένης σχέσεως, εάν δηλαδή αυτή φέρει τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς ουσίας ή της ιδιωτικής διαφοράς. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν πληρούνται σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: i) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που ασκεί δημόσια εξουσία, ii) με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και iii) o συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, δηλαδή όρους αποκλίνοντες από το κοινό δίκαιο, οι οποίοι εξασφαλίζουν στο Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπερέχουσα, έναντι του αντισυμβαλλομένου, θέση, δηλαδή θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 7/2017, 1-2/2016, 3/2012, 10/2003).

Θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και προσδίδουν εξουσιαστική σχέση στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες που παρέχουν στα ανωτέρω την δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντά τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις στις συμβάσεις ή γενικότερα επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού (ΣτΕ 380/1994).

Αντιθέτως ιδιωτική είναι η σύμβαση και η από αυτήν προκύπτουσα διαφορά, στην οποία και οι δύο συμβαλλόμενοι είναι ιδιώτες ή ο ένας ιδιώτης και ο άλλος το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., όταν το τελευταίο ενεργεί μέσα στα πλαίσια του FISCUS και η σχετική δραστηριότητά του έχει σχέση με την εκμετάλλευση της περιουσίας του.

Συνεπώς, οι συμβάσεις της τελευταίας περιπτώσεως, οι οποίες συνάπτονται χωρίς την συνομολόγηση ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του προσδίδουν υπεροχή έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δεν είναι διοικητικές, αλλά ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 4/2012, 10/1989, Α.Π. 1354/1996, Α.Π. 1141/1996). Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2636/1998 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ".

Στη συνέχεια, δυνάμει των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν. 2837/2000, η ως άνω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ", για να μετονομασθεί, κατόπιν, με τις διατάξεις της περιπτώσεως δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3270/2004 σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο αυτής "ΕΤΑ Α.Ε.".

Στη συνέχεια δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 21 του Ν. 3878/2010, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν. 3943/2011, η εν λόγω εταιρία απορρόφησε την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." και μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." (ETA Α.Ε.). Τέλος με την υπ' αριθμό Δ6Α1162069ΕΞ2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 2779/2011) η ΕΤΑ Α.Ε.

απορρόφησε την "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου" (ΚΕΔ Α.Ε.) και μετονομάστηκε σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ Α.Ε), που αποτελεί και την σημερινή επωνυμία της εταιρίας, ενώ δυνάμει του άρθρου 24 Ν. 4321/2015 και της υπ' αριθμ. 41085/2015 (ΦΕΚ Β' 626/16-4-2015) ΚΥΑ, η ΕΤΑΔ Α.Ε. απορρόφησε και την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία". Επιπλέον, δυνάμει των άρθρου 188 παρ. 1 εδαφ. γ' και 7 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ 94Α/27.05.2017), η εταιρία αυτή αποτελεί μία εκ των θυγατρικών της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.". Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ίδιου νόμου (2636/1998), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 9 του ν. 3220/2004 (Α' 15/28.1.2004), "Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920" (Η έναρξη ισχύος της διατάξεως αυτής ανατρέχει στη δημοσίευση του ν. 2837/2000, σύμφωνα με την παρ. 12 του ως άνω άρθρου 49 του ν. 3220/2004).

Στο άρθρο 13 του νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2837/2000, ορίζονται, εν σχέσει προς το σκοπό της εταιρίας, τα εξής: "1. α) Σκοπός της εταιρίας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. (η περ. α' της παρ. 1 καταργήθηκε από την ημερομηνία συγκροτήσεως σε σώμα του Δ.Σ.

της Ελληνικής Εταιρίας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. (άρθρο 214 παρ. 5 ν. 4389/2016 ΦΕΚ 94 Α/27.5.2016), β) Η εταιρία έχει αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., όπως προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της.

γ)... 2. Ως περιουσία του ΕΟΤ κατά την έννοια του παρόντος νοούνται τα εξής περιουσιακά στοιχεία αυτού: α. Τα κάθε είδους κινητά και ακίνητα πράγματα, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ. ή τελούν υπό την διοίκηση και διαχείριση αυτού ή έχουν μισθωθεί από αυτόν ή βρίσκονται στην εκμετάλλευσή του με οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή... 5.

Για την επίτευξη του σκοπού της η εταιρία μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα... ιβ) να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά τα περιουσιακά της στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση".

Τέλος, με το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 3878/2010, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3016/2002 ορίστηκε ότι "Η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Ανώνυμη Εταιρεία" (προγενέστερη επωνυμία της ΕΤΑΔ Α.Ε.) δεν υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εκτός από εκείνες που ρητά ορίζεται ότι εφαρμόζονται και σε αυτήν".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ Α.Ε) διέπεται, κατ' αρχήν από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, λειτουργεί όμως χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει ως σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ., στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, κινητά και ακίνητα πράγματα ή επιχειρηματικές μονάδες που ανήκουν στην κυριότητα του Ε.Ο.Τ.

ή τα οποία τελούν, απλώς, υπό την διοίκηση και διαχείριση ή υπό την εκμετάλλευσή αυτού, με οποιαδήποτε νομική μορφή. Για την πραγματοποίηση του σκοπού της, η εν λόγω εταιρία μπορεί να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη διαχειρίσεως ή διαθέσεως των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Επομένως, οι συμβάσεις που αυτή καταρτίζει με τρίτους και αφορούν τα παραπάνω αποτελούν κατ' αρχήν δραστηριότητες ιδιωτικού δικαίου, οι δε πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της ή των προστηθέντων από αυτήν, δεν συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας, εφόσον ανάγονται στην διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Ε.Ο.Τ.

και δεν αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, αλλά συνιστούν άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο (Α.Π. 1649/2007, ΑΕΔ 10/2003). Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου Δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4270/2014, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 400.000 δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, το ανωτέρω ποσό δε δύναται να τροποποιείται με απόφαση του υπουργού οικονομικών (ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2002 αναπροσαρμόσθηκε σε 2.500 ευρώ με την ΥΑ 2/59649/0026/2001, ΦΕΚ Β' 1427/ 22.10.2001).

Επί συμβάσεως η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ν.π.δ.δ.

ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ., άκυρη την σύμβαση και, συνεπώς, θεωρούμενη κατά την διάταξη του άρθρου 180 του Α.Κ. ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνο όταν για την σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.ΑΠ 862/1984, ΑΠ 137/2019, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1160/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΔ Α.Ε." στην από 16.12.2015 αγωγή της, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) ιστορούσε ότι συνεστήθη και λειτουργεί, δυνάμει του άρθρου 12 του ν. 2636/1998, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ότι η αρχική επωνυμία της ήταν "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Ε.Ο.Τ.", η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός κάθε φορά ισχύει.

Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1η, β, παρ. 2α και παρ. 5 ιβ του ν. 2636/1998, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6 του ν. 2837/2000 έχει εκ του νόμου την διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. και δικαιούται να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, για την επίτευξη δε του σκοπού της, μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα, να ενάγει, να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτελέσεως που αφορά τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες, των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση.

Ότι μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του Ε.Ο.Τ., των οποίων ασκεί την διοίκηση και διαχείριση, συγκαταλέγεται και το "...", που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... του Δήμου ... του Νομού Ροδόπης και περιλαμβάνει υπαίθριο παραθαλάσσιο χώρο οργανωμένης κατασκηνώσεως (camping), συνολικής εκτάσεως 100.000 τ.μ., στο οποίο παρέχεται η δυνατότητα διαμονής τουριστών που διαθέτουν ίδια μέσα μεταφοράς, διανυκτερεύσεως, τροχόσπιτα ή σκηνές.

Ότι κατά την διάρκεια της θερινής περιόδου του έτους 2011 αυτή (υπό την προγενέστερη επωνυμία της "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.") εκμίσθωσε στον εναγόμενο - κατασκηνωτή την υπ' αριθμ. … θέση κατασκηνώσεως, επιφάνειας 30 τ.μ. περίπου, εντός της οργανωμένης κατασκηνώσεως (κάμπινγκ) ... και του παραχώρησε το δικαίωμα χρήσεως του χώρου αυτού, προκειμένου να σταθμεύσει εντός αυτής (θέσεως) το τροχόσπιτό του και το αυτοκίνητό του και να διαμένει σ' αυτήν κατά την διάρκεια της θερινής τουριστικής περιόδου του έτους 2011 και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως και Σεπτέμβριο του 2011.

Ότι το συνολικό μίσθωμα για το έτος 2011 ορίστηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του δημοτικού φόρου 0,50% και ΦΠΑ 11% και ότι ο εναγόμενος, αν και χρησιμοποίησε ανενόχλητα το μίσθιο, καθυστερεί από δυστροπία να της καταβάλει το ληξιπρόθεσμο μίσθωμα της αναφερόμενης ως άνω μισθωτικής περιόδου. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 1.500 ευρώ για το ως άνω οφειλόμενο μίσθωμα, νομιμοτόκως από τότε που αυτό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα αναγκαία, κατά νόμο, για την πληρότητά της στοιχεία και δη: α) την ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως και την διάρκειά της, β) την ιδιότητα της ενάγουσας ως εκμισθώτριας και του εναγομένου ως μισθωτή, γ) την περιγραφή του μισθίου και τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, δ) το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος για τον καθορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου και τον χρόνο καταβολής του, ε) την υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή συγκεκριμένου μισθώματος και στ) αίτημα καταβολής συγκεκριμένου ποσού για το οφειλόμενο μίσθωμα.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο εάν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως καταρτίστηκε προφορικά ή εγγράφως, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτό (αγωγικό δικόγραφο) αυτή (η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων μισθωτική σύμβαση) αποτελεί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις νομικές σκέψεις της παρούσας, ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου της, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι δημόσιο ή ν.π.δ.δ., ενόψει του ότι η ενάγουσα, για την οποία προβλέφθηκε νομοθετικά με ρητή διατύπωση, στην παράγραφο 4 του άρθρου 21 του ν. 3878/2010, ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εκτός από εκείνες που ρητά ορίζεται ότι εφαρμόζονται και σε αυτήν, είναι, κατά τον ιδρυτικό της νόμο 2636/1998 (άρθρο 12 παρ. 1 αυτού), ν.π.ι.δ.

και συγκεκριμένα ανώνυμη εταιρία, διεπόμενη, όπως ρητώς ορίζεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, ενήργησε δε (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) εντός των πλαισίων του FISCUS, ως ιδιώτης, και η σχετική δραστηριότητά της έχει σχέση με την εκμετάλλευση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ., την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της οποίας έχει εκ του νόμου.

Επιπλέον δε δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν (μισθωτική σύμβαση), ούτε άλλωστε γίνεται σχετική επίκληση στην αγωγή ότι αυτή περιείχε όρους που επέτρεπαν στην ενάγουσα - εκμισθώτρια μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διήπετο από εξαιρετικό υπέρ της τελευταίας νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς, έτσι ώστε αυτή (ενάγουσα - εκμισθώτρια) να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στον εναγόμενο μισθωτή με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται κυρίως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως διοικητικής.

Κατά συνέπειαν, η εν λόγω σύμβαση αποτελεί κοινή σύμβαση εκμισθώσεως ακινήτου, διεπομένη από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, δυναμένη να συνάπτεται και ατύπως (άρθρα 158 και 574 του Α.Κ.). Σε κάθε περίπτωση πάντως η τήρηση του εγγράφου τύπου δεν ήταν αναγκαία, εν προκειμένω, και για τον λόγο ότι η ένδικη σύμβαση μισθώσεως, αφορώσα, κατά τα προεκτεθέντα, στην παραχώρηση στον εναγόμενο κατασκηνωτή της χρήσεως της αναφερόμενης θέσεως κατασκηνώσεως, κατά την διάρκεια της θερινής τουριστικής περιόδου του έτους 2011 (από Ιούνιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2011), δηλαδή για χρονικό διάστημα μιας τουριστικής περιόδου, που σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει την λήξη του ημερολογιακού έτους της επίδικης μισθωτικής συμβάσεως (31.12.2011), που είναι και καταληκτική ημερομηνία λήξεως, δεν γεννά διαρκή υποχρέωση της ενάγουσας - εκμισθώτριας που να καθιστά υποχρεωτική την τήρηση εγγράφου τύπου για την κατάρτισή της, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η τήρηση του εγγράφου τύπου δεν ήταν αναγκαία ούτε και λόγω του ύψους του συμφωνηθέντος μισθώματος (1.500 ευρώ), ήτοι ποσού μικρότερου των 2.500 ευρώ, που απαιτούσε η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο (2011) διάταξη του άρθρου 80 του νόμου "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις".

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν εάν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως καταρτίστηκε προφορικά ή εγγράφως, προκειμένου να κριθεί η νομική της βασιμότητα, με την αιτιολογία ότι "η ενάγουσα ελέγχεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού σε αυτό ανήκει το σύνολο των μετοχών της", εξομοιώνοντας δηλαδή την ενάγουσα με το Δημόσιο και ότι "οι συμβάσεις από τις οποίες απορρέουν υποχρεώσεις διάρκειας του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως" και απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους εφέσεως της ενάγουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως αόριστη, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, οι ενιαίως ερευνώμενοι, συναφείς, δεύτερος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα ίδια, κρίνονται βάσιμοι, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο), που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 21/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ