Legislator Case Law & Legislation
878/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding characterization of contract as debt acknowledgment.

Case Number 878/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Court of First Instance of Nafplion. The appellant argued that the lower court erred in characterizing a contract as a debt acknowledgment rather than a work contract, but the court held that this characterization is a judicial function independent of the parties' views. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 216, 335, 337, 559, 8 of the Code of Civil Procedure; The characterization of a contract or legal act is a judicial function determined by the court of first instance based on the content of the claim, without being bound by the parties' opinions.

Keywords

AI generated
characterization of contract judicial function debt acknowledgment work contract appeal dismissal civil procedure costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1) and 564(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 216(1), 335, 337 and 559(1) and 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 361 and 873 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
Case 108/2014 of the Supreme Court
Case 2091/2013 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 878 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 878/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκιαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλου Μαρκέλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 225/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 205/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 1.12.2009 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτής και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 2091/2013).

Έτσι, το δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος ( ΑΠ 634/2014, ΑΠ 880/2010).

Στην περίπτωση της υπόσχεσης ή της αναγνώρισης της από ορισμένη αιτία οφειλής, έτσι ώστε να δημιουργείται νέα ενοχή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1279/2012).

Η δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση του χρέους ή η υπόσχεση αυτού, είναι απευθυντέα προς το δανειστή και αποτελεί πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, την οποία πρέπει να αποδεχθεί ο δανειστής, κατά τους όρους των άρθρων 189 επ. ΑΚ, προκειμένου να υπάρξει συντέλεση της σύμβασης.

Έτσι, ο ενάγων που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά ανεξάρτητη από την αιτία αυτού, εφόσον στη δήλωση υπόσχεσης ή την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία, πρέπει να επικαλεστεί, εκτός από τη δήλωση του οφειλέτη για την υπόσχεση ή την αναγνώριση από αυτόν του χρέους που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης και την αποδοχή της πρότασης αυτής, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, καθώς και ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία.

Ούτε μπορεί η αρχικά θεμελιούμενη σε αιτιώδη ενοχή από τη βασική σχέση, να μεταβληθεί ύστερα με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς σε αιτιώδη με αφηρημένη ενοχή, αφού τούτο αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο χαρακτήρισε την επίδικη σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως σύμβαση πώλησης και όχι αναγνώρισης χρέους και απέρριψε την ένδικη αγωγή για καταβολή του ποσού του ανταλλάγματος για την εκτέλεση των έργων ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 873 και 361 ΑΚ, με το να μη τις εφαρμόσει, αφού πρόκειται για σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους με τα περιστατικά που αυτός επικαλείται στην αγωγή του.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται καθόλου το περιεχόμενο που δέχθηκε το Εφετείο ότι έχει η επίδικη σύμβαση και χαρακτήρισε αυτή ως σύμβαση πώλησης αντί της σύμβασης αναγνώρισης χρέους που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ούτε και το περιεχόμενο της αγωγής, προκειμένου να γίνει ο αναιρετικός έλεγχος εάν ορθώς χαρακτηρίσθηκε η σύμβαση, αοριστία που δεν αναπληρώνεται με παραπομπή στα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, του περιεχομένου της επίδικης από 1.12.2009 αγωγής του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός είχε ισχυριστεί την κατάρτιση προφορικά με τον αναιρεσίβλητο Δήμο συμβάσεων έργου τα έτη 2005 και 2006 για την εκτέλεση των αναφερόμενων χωματουργικών εργασιών και εργασιών καθαρισμού διαφόρων χώρων καθώς και έργων οδοποιίας σε δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου, έναντι της συμφωνηθείσας και συνολικά αναφερόμενης αμοιβής, πλέον ΦΠΑ 19%, καθώς και την εκτέλεση αυτών των εργασιών.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο Δήμος με τα αναφερόμενα δύο έγγραφά του αφενός βεβαίωσε την εκτέλεση ολόκληρου του ανωτέρω (σε κάθε μία περίπτωση) έργου, αφετέρου αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα την ανωτέρω οφειλή του ποσού της δικαιούμενης από την αιτία αυτή, ήτοι την εκτέλεση των έργων, αμοιβής προς αυτόν, υποσχεθείς την εξόφλησή του εντός του επόμενου σε κάθε περίπτωση έτους.

Ζήτησε δε, λόγω της επικαλούμενης άρνησης καταβολής της αμοιβής να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή του ποσού με το νόμιμο τόκο, επικουρικά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε το περιεχόμενο της αγωγής ως ανωτέρω εκτίθεται και με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά χαρακτήρισε, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο αυτής, τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ως σύμβαση έργου για την οποία δεν εκτίθενται τα απαραίτητα κατά τα άρθρα 681 και 694 ΑΚ, στοιχεία, και, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε δεχθεί και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, στηριζόμενη σε αιτιώδη αναγνώριση χρέους, απέρριψε αυτήν ως αόριστη.

Έτσι, που αξιολόγησε το Εφετείο την αγωγή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 873 ΑΚ, δεδομένου ότι αυτές σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν εφαρμοστέες, δεδομένου ότι στην αγωγή η αξίωση του αναιρεσείοντος δεν θεμελιώνεται σε κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, που δημιουργεί νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη της ενοχής από τη βασική σύμβαση έργου η οποία συνέδεε τους διαδίκους, αφού δεν περιέχονται τα απαιτούμενα στοιχεία αυτής, καθόσον ουδόλως γίνεται επίκληση κατάρτισης σύμβασης για αναγνώριση του χρέους, που έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους, ούτε ιστορείται αποδοχή με οποιοδήποτε τρόπο της γενόμενης με την αναγνώριση και την υπόσχεση πληρωμής του χρέους πρότασης προς κατάρτιση σχετικής σύμβασης, ώστε να μην είναι αναγκαία η παράθεση των πραγματικών στοιχείων της σύμβασης έργου που απαίτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία, αλλά δήλωσης επιβεβαιωτικής της εκτέλεσης των έργων και αναγνώρισης υπάρχουσας εκ της αιτίας αυτής οφειλής, καθώς και υπόσχεσης καταβολής του ποσού αυτού λόγω οφειλής του εκ της συγκεκριμένης αιτίας, που γίνεται μονομερώς από το Δήμο.

Κάθε δε επιχειρούμενη μεταβολή συμπλήρωση των στοιχείων της αγωγής με τις προτάσεις, έτσι ώστε να θεμελιώνεται η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση σε αιτιώδη αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις συμβάσεις έργου, είναι απαράδεκτη, καθόσον μεταβάλει ανεπίτρεπτα τη βάση της αγωγής που αποτελεί τη συνδέουσα τους διαδίκους αρχική βασική σχέση.

Σύμφωνα δε με αυτά ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 21.6.2016 αίτηση για αναίρεση της 225/2015 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 20/21.6.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.6.2016 αίτηση του Β. Τ. του Κ. για αναίρεση της 225/2015 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ