Supreme Court dismisses appeal against traffic accident compensation verdict due to procedural defects and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the regional court's compensation verdict in a traffic accident case. The court found the appeal inadmissible because the appellant died before filing it and rejected arguments that the lower court ignored evidence or failed to consider the deceased's fault. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19, Art. 559 no. 11, Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the death of the appellant is inadmissible, and a lower court's consideration of evidence and the deceased's contributory negligence precludes grounds for reversal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 878 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 878/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "C. Value ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Α. συζ. Κ. Μ., το γένος Θ. Σ., που δεν παραστάθηκε, β. Π. συζ. Π. Λ., το γένος Κ. Μ., γ. Β. συζ. Δ. Α., το γένος Κ. Μ., δ. Β. Μ. του Κ., κατοίκων (1β, 1γ, 1δ) ... και ε. Δ. Μ., εκπροσωπουμένου από την μητέρα του Ι. Λ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντα Κ. Μ., που απεβίωσε και στη θέση του υπεισήλθαν οι ανωτέρω, 2) Α. συζ. Κ. Μ., το γένος Θ. Σ., που δεν παραστάθηκε, 3) Π. συζ. Π. Λ., το γένος Κ. Μ., 4) Β. συζ. Δ. Α., το γένος Κ. Μ., 5) Β. Μ. του Κ., κατοίκων (3ης, 4ης, 5ου) ... και 6) Ι. Λ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο υπό στοιχ. 1ε και η 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λυμπέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι υπό στοιχ. 1β-3η, 1γ-4η, 1δ-5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Θεοδώρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. συζ. Κ. Μ. (1α-2η) απεβίωσε στις 9-3-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ως άνω 1β-3η, 1γ-4η και 1δ-5ος των αναιρεσιβλήτων, ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2009 αγωγή των ήδη 1β-3ης, 1γ-4ης, 1δ-5ου των αναιρεσιβλήτων, των ήδη αποβιωσάντων Κ. Μ. και Α. συζ. Κ. Μ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 22-2-2010 αγωγή της ήδη 6ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 7-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-3-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 437/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. 1β-3ης, 1γ-4ης και 1δ-5ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, πριν την άσκηση της υπό κρίση αναιρέσεως απεβίωσε η εκ των αναιρεσιβλήτων Α. συζ. Κ. Μ. στις 9-3-2014, το θάνατο της οποίας δεν γνώριζε το αναιρεσείον, και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τους Π. συζ. Π. Λ., Β. συζ. Δ. Α. και Β. Μ. (αναιρεσιβλήτους), οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους συνεχίζουν τη δίκη (άρθρ. 286, παρ. 1α, 287, 290 και 573 παρ. 1 (ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. Γ.Π.Ν/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όμως η έλλειψη ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται όχι στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού συλλογισμού, ο οποίος δεν ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, αλλά στο αποδεικτικό πόρισμα καθ’ εαυτό, δηλαδή στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχείωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων αυτοκινήτων τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 05.03.2008 και περί ώρα 17:27 περίπου, ο Δ. Μ. οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην αριστερή λωρίδα της Ν.Ε.Ο.
Αθηνών - Πατρών, η οποία έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Πάτρα προς Αθήνα και πλησίαζε προς την χιλιομετρική θέση 207,650 της ως άνω οδού. Στην ως άνω θέση η ως άνω οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 130 χιλ/ώρα, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη, η ορατότητα δε, δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, ήταν ημέρα, καλοκαιρία και η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά.
Την ίδια στιγμή στην ίδια οδό αλλά στην μεσαία εκ των τριών λωρίδων κυκλοφορίας αυτής, παράλληλα και ομόρροπα με τον ως άνω οδηγό της μοτοσικλέτας εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος Α. Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SΕΑΤ ΙΒΙΖΑ, χρώματος ερυθρού, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "C.
VALUE ΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής υποκαταστάθηκε το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στη χιλιομετρική θέση 207,650 της ως άνω οδού, πριν από το σταθμό διοδίων του Ρίου, εντελώς απερίσκεπτα ήτοι χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να μην εκθέτει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, επιχείρησε να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στην ίδια με τον ως άνω αποθανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας αριστερή λωρίδα, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς ομόρροπα, όπισθεν ή παράλληλα αυτού, κινούμενους οδηγούς οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω οδηγού της μοτοσικλέτας που εκινείτο ομόρροπα προς αυτόν επί της ίδιας οδού αριστερά επί της αριστερής λωρίδας και όπισθεν ως προς την πορεία του και να συγκρουστεί με αυτή και δη με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του (οπίσθιο μέρος αυτού) με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας.
Όπως αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα η ως άνω σύγκρουση έγινε υπό γωνία περίπου 15 μοιρών και δη ο αριστερός τροχός του αυτοκινήτου βρισκόταν στην αριστερή διαχωριστική γραμμή του μεσαίου ρεύματος του αυτοκινήτου ενώ το υπόλοιπο τμήμα αυτού είχε εισχωρήσει κατά το χρόνο της σύγκρουσης στην αριστερή εκ των τριών λωρίδων κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας, φράζοντας αιφνιδιαστικά σημαντικό σε έκταση τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του τελευταίου.
Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης η μοτοσικλέτα, η οποία εκινείτο με ταχύτητα περίπου 130 χιλ/ώρα, εξετράπη της πορείας της και προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες αριστερά του ρεύματος πορείας του και ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε από αυτήν και τραυματίστηκε θανάσιμα από την πρόσκρουση του σώματός του αρχικά στις μπάρες και εν τέλει στο οδόστρωμα.
Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, Α. Α., ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή την αντικειμενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενη επιμέλεια του συνετού ατόμου (οδηγού), μέσα στον κύκλο της εν λόγω δραστηριότητας του.
Ειδικότερα οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς την σύνεση και προσοχή που όφειλε και ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς όμως προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούντο πίσω, μπροστά ή πλάι του και ιδίως του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 16 παρ. 3 και 21 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου συμβάντος, ενώ στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση του ατυχήματος δεν προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Ειδικότερα η ενέργεια του πρώτου εναγομένου ήταν εντελώς αιφνίδια και μάλιστα τη στιγμή που βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανατωθείς ώστε ο τελευταίος να αιφνιδιαστεί πλήρως, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι ο θανατωθείς οδηγός εκινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου των 130 χιλ/ώρα.
Το γεγονός ότι αυτός (οδηγός μοτοσικλέτας) στερείτο άδειας ικανότητος οδήγησης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με κάποια αμελή συμπεριφορά του που συντέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενώ η έλλειψη αυτή δεν ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή, ούτε μπορούσε αντικειμενικό να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, μόνη ενεργός αιτία του οποίου υπήρξε η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος αν είχε ελέγξει, όπως όφειλε, την κίνηση στην αριστερή λωρίδα πριν εισέλθει σε αυτήν, θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση.
Ο ισχυρισμός δε, των εναγομένων ότι η σύγκρουση έγινε στη μεσαία λωρίδα και ότι ο θανατωθείς προσπάθησε να κάνει υπέρβαση είναι αβάσιμος καθόσον οι ως άνω συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και το από 05.03.2008 σχεδιάγραμμα της τροχαίας στο οποίο τα ίχνη τροχοπέδησης - τα οποία, όπως ομολογείται από τον πρώτο εναγόμενο κατά την ανωμοτί εξέτασή του προήλθαν από το δικό του όχημα - αρχίζουν και τελειώνουν εντός του αριστερού ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ εντός του αριστερού ρεύματος βρέθηκαν και ίχνη λαδιών.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα τα εκ μέρους των εναγομένων προβαλλόμενα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (άρθρο 5 ν. ΓΠΝ/1911) απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της πρώτης και δεύτερης εφέσεως.
Εξαιτίας του ατυχήματος ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπέστη αιμορραγικές διηθήσεις βρεγματικών και ινιακής περιοχής, συντριπτικά κατάγματα πρόσθιου, μέσου και οπίσθιου κρανιακού βάθρου, υπαραχνοειδή αιμορραγία ημισφαιρίων του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδας, διάσπαρτες αιμορραγικές θλάσεις των μετωπιαίων και βρεγματικών λοβών, κατάγματα πλευρών άμφω, κάκωση θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, αιμοθώρακα άμφω, ρήξη πνευμόνων άμφω, ρήξη σπληνός, ρήξη αριστερού νεφρού, θλάσεις εντέρου και ενδοπεριτοναϊκή αιμορραγία κοιλίας, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του ακαριαία.
Οι σοβαρές σωματικές κακώσεις του θανατωθέντος, που επικεντρώνονται κυρίως στην κεφαλή, θα αποφεύγονταν ή θα ήταν σαφώς ελαφρότερες με τη χρήση του προστατευτικού κράνους.
Συνεπώς η προβληθείσα ένσταση των εναγομένων συντρέχουσας αμέλειάς του στην έκταση της ζημίας του πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη για ποσοστό 30%, καθόσον ο θανών δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια ως προς την υπαιτιότητα και την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος σε ποσοστό 30%, λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου - απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της τρίτης εφέσεως με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για την παραδοχή της εν λόγω ενστάσεως - ως αβάσιμου, καθώς επίσης και του σχετικού λόγου της δεύτερης εφέσεως περί συντρέχοντος πταίσματος σε ποσοστό 50%, λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους και του σχετικού λόγου της αντέφεσης".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, διότι διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας στην επέλευση του πιο πάνω ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα εκθέτει σαφώς στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α.
Α. εντελώς απερίσκεπτα επιχείρησε να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στην ίδια με τον παθόντα οδηγό της μοτοσικλέτας αριστερή λωρίδα, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οδηγού της μοτοσικλέτας που εκινείτο ομόρροπα προς αυτόν επί της ίδιας οδού αριστερά επί της αριστερής λωρίδας και όπισθεν ως προς την πορεία του και να συγκρουστεί με το οπίσθιο μέρος αυτού (της αριστερής πλευράς) στο ύψος του αριστερού τροχού, με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την περιλαμβανόμενη στην πληττομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα που συντάχθηκαν στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη α) το από 5-3-2008 σχεδιάγραμμα της τροχαίας του Τ.Τ.
Πατρών, β) την από 6-3-2008 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Α. Κ. που δόθηκε στην προανάκριση και γ) τις από 7-7-2008 και από 10-7-2008 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Γ. Κ. και Π. Π., που διορίστηκαν από το Τ.Τ. Πατρών.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι κατά τον προσδιορισμό της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος συγγενούς τους στην έκταση του θανατηφόρου αποτελέσματος, το οποίο ορίστηκε με την ίδια απόφαση σε ποσοστό 30%, διότι αυτός κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του συντρέχον πταίσμα του θανόντος κατά τον προσδιορισμό του ύψους των ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αφού επιδίκασε τα ίδια ποσά, που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την υπ’ αριθμ. 307/2011 απόφασή του, στην οποία ρητώς αναφέρεται κατά τον προσδιορισμό του ύψους των ποσών χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, ότι λαμβάνει υπόψη και τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του θανόντος. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2014 αίτηση του "Επικουρικού Κεφαλαίου" για αναίρεση της 437/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν χωριστά με διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους, ως εξής: α) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πέντε πρώτους αναιρεσιβλήτους και β) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την έκτη αναιρεσίβλητη. Και
Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπων 1546785, 1546786, 1546787 (Δημοσίου) και 027192, 027193, 027194 (ΤΑ.Χ.ΔΙΚ.).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ