Legislator Case Law & Legislation
878/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming court ignored health data processing arguments under Data Protection Law.

Case Number 878/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against the Court of First Instance's decision regarding his employment with the National Bank of Greece. The appellant argued that the appellate court failed to consider his claim that the bank illegally processed sensitive health data from his 2000 military recruitment certificate. The court found that the lower court correctly rejected the appeal because the appellant had not undergone the required specialized medical examinations to verify his fitness for work. Consequently, the court ruled that the appellant's failure to submit to these tests meant he had not accepted the employment offer, validating the bank's actions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 207 para. 1 A.K.: The Supreme Court does not establish a cassation ground under Art. 559 no. 8 KPolD if the lower court considered the appellant's argument regarding data processing and rejected it on substantive grounds, as the appellant failed to undergo mandatory medical examinations to prove his fitness for employment.

Keywords

AI generated
cassation appeal dismissal data protection law sensitive health data employment contract acceptance medical examination obligation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 207 para. 1 A.K.
Art. 281 A.K.
Art. 2 para. 8 ed. st' of the Organization
Art. 7 para. 2 ed. g' N. 2472/1997

Cited Case Law

AI generated
AΠ Ολομ. 12/1991 Δ/νη 1992.72
AΠ 77/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 878 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 878/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο-Σέργιο Σακαλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/6/2001, 19/5/2004 και 15/3/2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1918/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4506/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/1/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ Ολομ. 12/1991 Δ/νη 1992.72, ΑΠ 77/2005).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό του ισχυρισμό, που νόμιμα επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως, ότι η αναιρεσίβλητη δια του ιατρού της προέβη σε παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του (άρθρ. 7 παρ. 2 εδ. γ Ν.2472/1997), αναφερόμενων στο από 21-6-2000 πιστοποιητικό στρατολογικής του κατάστασης σε σχέση με την υγεία του και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 19-5-2004 αγωγή του κατά το μέρος που ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν ότι "κατά τη σύνταξη της από 7-11-2000 ιατρικής γνωμάτευσης δεν έγινε επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), αναφερόμενων στο από 21-6-2000 πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του, ούτε από τον προαναφερόμενο ιατρό, ούτε συνακόλουθα από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη)".

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Προκειμένου για δικαστική ομολογία, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία που έκανε ο αναιρεσίβλητος και να την αποδεικνύει από το περιεχόμενο των προτάσεων που πρέπει να προσκομίσει.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του με την προσβαλλόμενη απόφαση τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις προτάσεις της για την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος που αφορούν στην υγεία του.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι την ομολογία αυτή επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων που προσκομίζει ότι επικαλέσθηκε μία τέτοια ομολογία. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Από τα άρθρα 185, 189, 192, 201, 361 και 648 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ' αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικός μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 654/2000).

Η πλήρωση της παραπλάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πληρωμή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 829/2006). Εξάλλου, με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης" καθιερώνεται ως νέο σύστημα διορισμού και προσλήψεων τακτικού προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ο διορισμός με γραπτό διαγωνισμό.

Με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου περιγράφονται τα είδη αυτού, με το επόμενο άρθρο τα της προκήρυξης θέσεων και υποβολής αιτήσεων και με το άρθρο 17 ορίζονται τα της διενέργειας του διαγωνισμού, του τρόπου κατάρτισης των πινάκων επιτυχίας και διορισμού. Ειδικότερα με την παρ. 11 του άρθρου 17 ορίζεται ότι οι πίνακες επιτυχίας ισχύουν μόνο για την πλήρωση των θέσεων που προκηρύχθηκαν, με την παρ. 12 ότι οι επιτυχόντες υποψήφιοι διατίθενται με απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.

κατά τη σειρά που έχουν στον οικείο πίνακα επιτυχίας, σε συνδυασμό με τη δήλωση προτίμησης τους, στις οικείες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα για διορισμό, με την παρ. 15 ότι μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη διάθεση των επιτυχόντων, κάθε υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο καλεί τους διατεθέντες σ' αυτό να υποβάλουν μέσα σε είκοσι (20) ημέρες τα απαιτούμενα κατά τις οικείες διατάξεις, δικαιολογητικά διορισμού και με την παρ. 16 ότι ο διορισμός είναι υποχρεωτικός, πραγματοποιείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών και γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για κάθε υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο (ΑΠ 976/2000) Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφοι 5 και 8 εδ.

στ του Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που ίσχυε κατά το έτος 2000 (β.δ. από 26-9-1953), συνάγεται ότι για να προσληφθεί κάποιος ως υπάλληλος στην εναγομένη έπρεπε, εκτός των άλλων, να είναι υγιής, δηλαδή να μη πάσχει από ασθένεια που να τον εμποδίζει στην εκτέλεση των καθηκόντων του, για τη διαπίστωση δε της κατάστασης της υγείας του ο υποψήφιος ήταν υποχρεωμένος να υποβληθεί σε εξέταση, γενική και κάθε ειδική, από τους ιατρούς που όριζε η Τράπεζα.

Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π), με την 7/2Γ/1999 προκήρυξη του (ΦΕΚ 353/13-12-1999 - τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.), προκήρυξε κοινό διαγωνισμό για την πλήρωση 1.149 συνολικά θέσεων των κατηγοριών Π.Ε., Τ.Ε.

και Δ.Ε., με γραπτό διαγωνισμό, των τραπεζών Αγροτικής, Εθνικής, Βιομηχανικής Αναπτύξεως, Εμπορικής και Ελλάδος. Μέσω του διαγωνισμού αυτού η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), Εθνική Τράπεζα, επρόκειτο να προσλάβει υπαλλήλους του Λογιστικού Κλάδου, κατηγορίας ΔΕ, δηλαδή κατόχους απολυτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Μεταξύ των γενικών προσόντων των υποψηφίων ήταν, σύμφωνα με το κεφάλαιο Ι παρ. 2 της προκήρυξης, αυτοί να είναι υγιείς, αρτιμελείς και να έχουν φυσική καταλληλότητα για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης που επιλέγουν. Στον παραπάνω γραπτό διαγωνισμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 19 και 20 Φεβρουαρίου 2000, συμμετείχε και ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ως υποψήφιος της κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Με βάση τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και τις δηλώσεις προτίμησης των υποψηφίων συντάχθηκε ο από 4-9-2000 πίνακας διοριστέων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 461/11-9-2000 του τεύχους Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. Στον πίνακα αυτό συμπεριλήφθηκε και ο ενάγων, στον Κλάδο Λογιστικού Προσωπικού της εναγομένης. Στη συνέχεια, η εναγομένη, με την από 27-9-2000 επιστολή της, αφού γνωστοποίησε στον ενάγοντα την επιτυχία του στο διαγωνισμό, τον κάλεσε να προσκομίσει μέχρι 19-10-2000 τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν για την πρόσληψή του, ώστε, εφόσον διαπιστωθεί, μετά και τον απαιτούμενο ιατρικό έλεγχο, ότι πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, να προχωρήσει η διαδικασία της πρόσληψής του.

Ο ενάγων προσκόμισε εγκαίρως όλα τα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης (περί νόμιμης απαλλαγής του από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις) και παραπέμφθηκε στο Ταμείο Υγείας Προσωπικού της εναγομένης για να υποβληθεί σε ιατρικό έλεγχο. Αφού υποβλήθηκε σε αιματολογική, ακτινολογική, καρδιολογική και νευρολογική εξέταση, στις 7-11-2000 εμφανίστηκε προς εξέταση στον παθολόγο ιατρό Γ.

Γ.. Ο ίδιος ο ενάγων, απαντώντας στις ερωτήσεις του παθολόγου, δήλωσε ότι πάσχει από τεταρτοκυκλική ημιανοψία και ότι απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του ως Ι 5 λόγω μερικής ατροφίας του δεξιού οπτικού νεύρου κατά 4/10 (Σημειώνεται ότι στο από 21-6-2000 πιστοποιητικό τύπου Α' του στρατολογικού γραφείου Πειραιά, που προσκομίζει με επίκληση ο εκκαλών και κατέθεσε ως δικαιολογητικό για το διορισμό του στην εναγομένη, αναφέρεται ότι αυτός κρίθηκε ικανός Ι 4 στις 29-5-1998 λόγω ατροφίας οπτικού νεύρου Δ.Ο.

και στις 16-6-2000 ακατάλληλος για στράτευση Ι 5, λόγω λειτουργικών διαταραχών λευκοκυττάρων, συνοδευόμενων από συχνές λοιμώξεις). Στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί ο ενάγων σε οφθαλμολογική ή άλλη εξέταση για να διαπιστωθεί εάν πάσχει από κάποια νόσο (χρόνια, κληρονομική ή επίκτητη), συνεπεία της οποίας θα αδυνατούσε να ασκήσει καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε δηλώσει στον ιατρό που τον εξέτασε ότι απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ως Ι 5 λόγω μερικής ατροφίας του δεξιού οπτικού νεύρου, συντάχθηκε από τον παραπάνω ιατρό η από 7-11-2000 ιατρική εξέταση, στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων "παρέχει την εντύπωση υγιούς ανθρώπου, δεν παρουσιάζει εξωτερικά σημεία ασθένειας, δυσμορφία ή αναπηρία" και ότι "κατόπιν επισταμένης εξετάσεως το αναπνευστικό σύστημα και τα κοιλιακά σπλάχνα" κρίθηκαν φυσιολογικά.

Στο έγγραφο δε της ιατρικής εξέτασης ο προαναφερόμενος ιατρός γνωμάτευσε ως εξής: "Ο γιατρός Γ. Γ., αφού έλαβα υπόψη τόσο τη δήλωση του παραπάνω αναφερόμενου όσο και την κλινική εξέταση και το ιστορικό, κρίνω τα εξής: Η οφθαλμοπάθειά του προφανώς οφείλεται σε γενικότερη επίκτητη ασθένεια που απέκρυψε ο υποψήφιος ως και η ικανότητα του Ι 5 στη στράτευση με δεσμεύουν να μην μπορώ να τον χαρακτηρίσω ικανό".

Μετά τη γνωμοδότηση αυτή, η Διεύθυνση Προσωπικού της εναγομένης, με το από 17-11-2002 έγγραφο της και συνημμένο το από 21-6-2000 πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του ενάγοντος, απευθύνθηκε προς το Α.Σ.Ε.Π., το οποίο με τη 1340/12-12-2000 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 630/29-12-2000 τ. Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π., διέταξε 1) τη διαγραφή του ενάγοντος από τους οικείους πίνακες επιτυχίας του γραπτού διαγωνισμού της 19 και 20 Φεβρουαρίου 2000 λόγω κωλύματος του να διοριστεί για λόγους υγείας και 2) τη διάθεση για διορισμό της συνυποψήφιας του Μ.

Τ.. Ο ενάγων, με αίτηση του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζήτησε την ακύρωση της 1340/2000 απόφασης του Α.Σ.Ε.Π. Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η 1724/2005 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε τόσον η 1340/2000 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.

όσον και οι πίνακες περί διαγραφής του ενάγοντος από τους πίνακες των διοριστέων και αντικατάστασής του από τη συνυποψήφια του Μ. Τ., για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας. Όπως προκύπτει από το κείμενο της από 7-11-2000 γνωμάτευσης του ιατρού Γ. Γ., αυτός αποφάνθηκε με βάση την κλινική εξέταση του ενάγοντος και όσα ο τελευταίος δήλωσε απαντώντας στις ερωτήσεις του και όχι με βάση τα αναφερόμενα στο πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του ενάγοντος για το λόγο απαλλαγής του από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, το περιεχόμενο του οποίου άλλωστε (πέραν της δήλωσης του ενάγοντος) δεν ήταν γνωστό στον εν λόγω ιατρό.

Συνεπώς, κατά τη σύνταξη της από 7-11-2000 ιατρικής γνωμάτευσης δεν έγινε επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, αναφερόμενων στο από 21-6-2000 πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του, ούτε από τον προαναφερόμενο ιατρό, ούτε συνακόλουθα από την εναγομένη. Επεξεργασία των ίδιων δεδομένων δεν έγινε από την εναγομένη ούτε κατά την επισύναψη του πιστοποιητικού στρατολογικής κατάστασης του ενάγοντος στο από 17-11-2000 έγγραφο της προς το ΑΣΕΠ, αφού αυτό έγινε μετά τη νόμιμη κατάθεσή του από τον ενάγοντα και κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 12 του ν. 2190/1994, με βάση το οποίο η εναγομένη είχε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στο Α.Σ.Ε.Π.

το κώλυμα του ενάγοντος για διορισμό κατά τα αναφερόμενα στην από 7-11-2000 γνωμάτευση του ιατρού Γ. Γ.. Εξάλλου, με το από 17-11-200 έγγραφο της, η εναγομένη γνωστοποίησε προς το Α.Σ.Ε.Π. ότι ύστερα από ιατρικό έλεγχο προέκυψε ότι ο ενάγων δεν πληροί την προϋπόθεση υγείας και φυσικής κατάστασης για την άσκηση των καθηκόντων του και ζήτησε περαιτέρω οδηγίες και δεν στήριξε την επικαλούμενη ακαταλληλότητα στο συνυποβληθέν πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης.

Μετά τη γνωμάτευση του ιατρού Γ. Γ. περί ακαταλληλότητας του ενάγοντος για διορισμό και την έκδοση της 1340/2000 απόφασης του Α.Σ.Ε.Π. περί διαγραφής του, πριν ακόμη εκδοθεί η 1724/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ακύρωσης της 1340/2000 απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., επειδή στην πραγματικότητα ο ενάγων δεν είχε υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί εάν το νόσημα, από το οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει στον ιατρό Γ.

Γ. ότι πάσχει, τον εμπόδιζε ή όχι στην άσκηση καθηκόντων τραπεζικού υπαλλήλου, σε συνδυασμό με την εκτίμηση του ιατρού Γ. Γ. ότι ο ενάγων απέκρυψε ασθένειά του, βάσει της οποίας, κατά τη δήλωσή του, κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι 5), η εναγομένη, με την από 4-9-2002 συστημένη επιστολή της, κάλεσε τον ενάγοντα, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία πρόσληψής του, να εμφανιστεί στην κλινική "ΥΓΕΙΑΣ ΜΕΛΑΘΡΟΝ" στις 11-9-2002 για να υποβληθεί σε κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις (εξέταση από παθολόγο, νευρολόγο -ψυχίατρο, εξέταση αίματος για ΑU αντιγόνο και για σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, καρδιογράφημα και ακτινογραφία θώρακος).

Ο ενάγων, με την από 10-9-2002 εξώδικη δήλωση του, απάντησε ότι είχε ήδη υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, με βάση τις οποίες διαπιστώθηκε ότι δεν παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα υγείας και ότι η εξέταση αίματος για την ύπαρξη συνδρόμου Επίκτητης Ανοσοποιητικής Ανεπάρκειας δεν ζητήθηκε από τους προσληφθέντες συνυποψήφιους του και έτσι δεν παρουσιάστηκε προς εξέταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 5 και 8 εδ. στ' του Οργανισμού της Υπηρεσίας της εναγομένης, που ίσχυε κατά το έτος 2000, ο ενάγων, ως υποψήφιος προς διορισμό, ήταν υποχρεωμένος, προς διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του, να υποβληθεί σε γενική και κάθε ειδική εξέταση από τους ιατρούς που θα όριζε η εναγομένη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων ναι μεν κατά το έτος 2000 υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, πλην όμως κατά την εξέτασή του από τον παθολόγο προέκυψε, κατά την εκτίμηση του τελευταίου, πρόβλημα ικανότητας. Επειδή όμως ο παθολόγος δεν ζήτησε, όπως όφειλε, την περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος για να διαπιστωθεί αρμοδίως το νόσημα που αυτός έπασχε και εάν το νόσημα αυτό τον εμπόδιζε να εκτελέσει καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου, η εναγομένη νομίμως κάλεσε τον ενάγοντα να υποβληθεί σε εξετάσεις, αφού η εξέταση του κατά το έτος 2000 δεν ήταν πλήρης και η γνωμάτευση του παθολόγου στηριζόταν, όσον αφορά την ακαταλληλότητα, μόνο στις πιο πάνω δηλώσεις του ενάγοντος και κυρίως στη δήλωση ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι 5), καθόσον ο ιατρός, κατά την κλινική εξέταση που προηγήθηκε, δεν διαπίστωσε κάποιο πρόβλημα.

Η πρόσκληση του ενάγοντος να υποβληθεί κατά το έτος 2002 σε εξετάσεις για Αυστραλιανό Αντιγόνο και Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοποιητικής Ανεπάρκειας και όχι και των υπόλοιπων συνυποψήφιων του, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των διοριστέων από μέρους της εναγομένης, ούτε αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε ότι πάσχει από νόσημα και ότι κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι 5) από λόγους υγείας και ο μόνος τρόπος να διαπιστωθεί η πραγματική κατάσταση της υγείας του και η ικανότητά του για εργασία ήταν η υποβολή σε εξειδικευμένες εξετάσεις.

Συνεπώς, ο ενάγων, μη εμφανιζόμενος να υποβληθεί στις πιο πάνω ιατρικές εξετάσεις, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 8 εδ. στ' του προϊσχύσαντος Οργανισμού της εναγομένης, θεωρείται ότι δεν αποδέχτηκε το διορισμό του και η εναγομένη νομίμως δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (της οποίας συμπλήρωσε την αιτιολογία), που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει τις αγωγές του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., αφού σύμφωνα με τ'ανωτέρω η αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση εργασίας δεν πληρώθηκε και επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ομοίως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμ. 1 του ιδίου άρθρου με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου (άρθρ. 2 και 7 παρ. 1-2 εδ. γ' Ν 2472/1997) η αναιρεσίβλητη προέβη σε επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων του αναιρεσείοντος που αφορούν στην υγεία του, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε μια τέτοια επεξεργασία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2009 αίτηση του Η. Τ. για αναίρεση της 4506/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ