Legislator Case Law & Legislation
878/2008 AI generated

Supreme Court allows second appeal on unexamined grounds despite prior rejection of appeal request.

Case Number 878/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to retry the appeal filed in 2003, which had previously been dismissed. The court held that while the initial appeal request was inadmissible, the specific grounds raised in the 2007 filing had not been examined by the Supreme Court in the prior decision. Consequently, the court allowed the examination of these new grounds, ruling that the lack of examination on specific points does not constitute a final decision on those points.

Legislator headnote

AI generated

Articles 309(a) and 555 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may re-examine specific grounds of appeal not previously investigated in a prior decision, even if the overall appeal request was rejected, provided the grounds lack autonomy and were not finally decided.

Keywords

AI generated
second appeal admissibility unexamined grounds autonomy of appeal grounds finality of decisions Code of Civil Procedure retrial of appeal inadmissible appeal request

Cited Legislation

AI generated
Articles 309(a) and 555 of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 878 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 878/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος-καλούντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σπύρου Λάλα.

Της αναιρεσιβλήτου-καθής η κλήση : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΡΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ-ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Κωστόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4347/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2380/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8 Μαΐου 2003 αίτησή του και τους από 29 Οκτωβρίου 2004 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 1016/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση για αναίρεση της 2380/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων-καλών με την από 1ης Μαρτίου 2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2005 έκθεσή του Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Τσακόπουλου, ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 309 εδαφ. α και 555 του ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι οι αποφάσεις, που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε και ότι δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να ερευνήσει παραδεκτώς προταθέντα αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναίρεσης, που σωρευτικά διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναίρεσης, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Στη προκειμένη περίπτωση με την από 1.3.2007 κλήση του ο καλών αναιρεσείων επαναφέρει προς συζήτηση την από 8.5.2003 αίτησή του για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.380/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας, και των από 29.10.2004 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθ. 1.016/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, ζητώντας να εκδικασθεί η ως άνω αίτηση κατά τους αναφερόμενους οκτώ λόγους αυτής, ο οποίοι, κατά τα σε αυτή εκτιθέμενα, από παραδρομή παρέμειναν αδίκαστοι. Η εν λόγω κλήση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

2. Επειδή, η εκδοθείσα επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής υπ' αριθ. 1.016/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου διέλαβε τα εξής : "Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινα δεκτά τα ακόλουθα : Ο αναιρεσείων υπήρξε παλαιότερα κύριος 1008 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΡΑ, Ιδιωτικό Μαιευτήριο - Γενική Κλινική ΑΕ", τις οποίες πώλησε (ακύρως) προς τον Γ1 την 14.3.1998, συνταγέντος του υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως, ενώ με το υπ' αριθ. ......

ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίας Καραγιαννοπούλου - Ποθητού παρέσχε στον αυτόν ως άνω Γ1 την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει ολόκληρο το μετοχικό του πακέτο προς εαυτόν ή τρίτον, υπογράφοντας κάθε αναγκαίο προς τούτο έγγραφο. Με το υπ' αριθ. ... της .... πρακτικό του, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης αποφάσισε και στη συνέχεια διενήργησε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, μετά την οποία ο αναιρεσείων έγινε κύριος 55.440 μετοχών, ήτοι 40.320 σε αντικατάσταση των παλαιών και 15.120 νέων, που προήλθαν από τη διενεργηθείσα αύξηση.

Με το υπ' αριθ. .... οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γιαννούλας Κουτσογιάννη - Σκαρίμπα, ο Ξενοφών Φαφούτης, ενεργώντας ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, τις ανωτέρω μετοχές προς την εταιρία με την επωνυμία "ΙΑΣΩ - Μαιευτικό, Γυναικολογικό Κέντρο ΑΕ", έναντι τιμήματος 143.558.944 δραχμών, το οποίο εισέπραξε ο πωλητής και, έτσι, από την ημερομηνία αυτή (12.1.1999), έπαυσε να είναι μέτοχος της αναιρεσίβλητης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι κατά τους μεταγενέστερους χρόνους, κατά τους οποίους ασκήθηκε και συζητήθηκε η αγωγή του (23.1.2002), ο αναιρεσείων είχε αποβάλει την ιδιότητα του μετόχου και, ως εκ τούτου, δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης που ελήφθησαν κατά τη συνεδρίαση της 21.11.1998.

Απαντώντας δε σε σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντος, διέλαβε ότι με την υπ' αριθ. 10038/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε άκυρη η πώληση των μετοχών από τον αναιρεσείοντα προς τον Γ1, που συνομολογήθηκε με το ανωτέρω από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, και όχι η συμβολαιογραφικά καταρτισθείσα πώληση αυτών από τον Γ1 (ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. ...

πληρεξουσίου) προς την εταιρία ΙΑΣΩ Α.Ε. Ενόψει τούτου έκρινε, ότι τα όσα περί ακυρότητας της πρώτης πωλήσεως δέχθηκε η απόφαση εκείνη δεν επηρεάζουν τη δεύτερη πώληση, ούτε επανιδρύουν τη μετοχική ιδιότητα και, κατ' επέκταση, το έννομο συμφέρον που δικαιολογούσε τη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος να ασκήσει την κατά τα άνω απορριφθείσα αγωγή του.

Οι παραδοχές αυτές συνιστούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, η οποία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα μέρη του έκτο και έβδομο, και οι ταυτόσημοι τρίτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι, που μέμφονται την προσβαλλόμενη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με το εκ του άρθρου 559 αριθ. 15 ΚΠολΔ πρώτο μέρος του μέμφεται την προσβαλλόμενη, ότι παρά το νόμο ανακάλεσε την ως άνω υπ' αριθ. 10038/2002 οριστική απόφαση. Ειδικότερα, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι με το να αποφανθεί πως ο αναιρεσείων δεν είναι μέτοχος της αναιρεσίβλητης, η προσβαλλόμενη απόφαση εξέφερε κρίση αντίθετη προς εκείνη της υπ' αριθ. 10.038/2002 οριστικής αποφάσεως, την οποία έτσι εμμέσως πλην σαφώς ανακάλεσε.

Ο λόγος αυτός, θεμελιώνοντας την πλημμέλεια, για την οποία αιτιάται την αντιφατικότητα αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε διαφορετικές δίκες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύεται, όταν η φερόμενη ως ανακληθείσα απόφαση εκδόθηκε σε δίκη διαφορετική από εκείνη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη.

Ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559, που αιτιάται, ότι με την εκτεθείσα απορριπτική κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 408 ΑΚ και 35Α του κ.ν. 2.190/1920 είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται, αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόσθηκαν ή όχι και ποίο υπήρξε το εκ της εφαρμογής ή μη αυτών σφάλμα του Εφετείου.

Επειδή, ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ αιτιάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι την 19.12.1998 ο αναιρεσείων ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα την οποία, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... ειδικού πληρεξουσίου, είχε δώσει προς τον Γ1 για την πώληση των μετοχών του, και, επί πλέον, τον ισχυρισμό αυτό, που είχε διατυπωθεί κατ' αντένσταση, τον άφησε αδίκαστο. Σύμφωνα, όμως, με όσα ορίζονται στο άρθρο 220 του ΑΚ, η πληρεξουσιότητα που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ανακαλείται μόνο κατά τον ίδιο τύπο.

Συνεπώς, εφόσον δεν αναφέρεται στον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, ότι η ανάκληση της κατά τα άνω χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας έγινε με συγκεκριμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, ο σχετικός ισχυρισμός στερείται αυτοτέλειας και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον λάβει υπόψη, αφού δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8. Περαιτέρω, οι ενστάσεις χρησιμεύουν για την απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων και δεν περιέχουν "αιτήσεις" παροχής δικαστικής προστασίας. Εντεύθεν, η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί περί αυτών δεν ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, ο δε περί του εναντίου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι, και ως προς τις δύο ως άνω αιτιάσεις του, απαράδεκτος.

Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται εκείνες οι πλημμέλειες της αποδεικτικής διαδικασίας, εν ανυπαρξία των οποίων το δικαστήριο θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό πόρισμα και διατακτικό.

Συνεπώς, η ίδια η φύση του λόγου αυτού προϋποθέτει αναγκαίως, ότι το δικαστήριο προήλθε στην αποδεικτική διερεύνηση συγκεκριμένου ισχυρισμού. Αν όμως το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, υπέρ του οποίου προσκομίσθηκαν οι αποδείξεις, τότε η πλημμέλεια του αριθ. 11 δεν δημιουργείται, αφού η μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου προϋποθέτει στάδιο αποδείξεως, που όμως δεν επακολούθησε.

Υπό την έννοια αυτή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που με το δεύτερο μέρος του αιτιάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε για να αποδείξει, ότι ανακάλεσε την ως άνω προς τον Γ1 δοθείσα πληρεξουσιότητα, είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι ο περί της ανωτέρω ανακλήσεως ισχυρισμός δεν εξετάσθηκε, ως στερούμενος αυτοτέλειας.

Τέλος, με τα μέρη του τρίτο, τέταρτο και πέμπτο καταλογίζονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 12, 13 και 20 του ΚΠολΔ. Ως προς όλες αυτές τις αιτιάσεις, ο ερευνώμενος λόγος είναι αόριστος, αφού οι μεν δύο πρώτες αιτιάσεις στερούνται πραγματικού, η δε τρίτη, μεμφόμενη για παραμόρφωση του περιεχομένου του από ....

ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως των μετοχών του αναιρεσείοντος, καθώς και του ως άνω υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, δεν προσδιορίζει ποίο είναι το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων και ποίο είναι εκείνο που τους προσέδωσε το Εφετείο, παραμορφώνοντάς τα.

Επειδή, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και τους ταυτόσημους πρώτο και τρίτο κατά το δεύτερο μέρος τους διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθ. 10.038 και 10.169/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε τελεσιδίκως, ότι ο αναιρεσείων ήταν μέτοχος της αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η φερόμενη ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, όχι δε και όταν δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη αυτού, όπως εν προκειμένω συνέβη. Υπό την έννοια πάλι ότι η πλημμέλεια που καταλογίζεται στην προσβαλλομένη είναι εκείνη από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την περί δεδικασμένου ένσταση του αναιρεσείοντος, τότε ο λόγος που την προβάλλει είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία της ως άνω ενστάσεως και, συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται η ταυτότητα των προσώπων και η ταυτότητα της διαφοράς, αν δηλαδή οι αποφάσεις που παράγουν το δεδικασμένο εκδόθηκαν μεταξύ των ήδη διαδίκων, καθώς και αν με αυτές έγινε δεκτό, ότι η μετοχική ιδιότητα του αναιρεσείοντος εξακολούθησε να υπάρχει και κατά το χρόνο συζητήσεως της απορριφθείσας αγωγής του.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πληρεξουσιότητα, που ο αναιρεσείων παρέσχε στον Γ1 με το ..... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την πώληση των μετοχών του, δόθηκε ως "ανέκκλητη". Το Εφετείο όμως, αντιπαρερχόμενο σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ουδεμία σκέψη διατύπωσε, για το αν η συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα μπορούσε να ανακληθεί, ως αφορώσα στο αποκλειστικό συμφέρον του πληρεξουσιοδότη.

Συνεπώς, η αιτίαση, που διατυπώνεται με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ έκτο λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλομένη, κρίνοντας ότι η ως άνω πληρεξουσιότητα δεν επιδέχεται ανάκληση, εκ μόνου του λόγου ότι χορηγήθηκε ως "ανέκκλητη", παραβίασε απ' ευθείας και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 218 και 724 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος. Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 68, 73 και 269 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι οι ενστάσεις για έλλειψη νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη δε λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο περί του εναντίου έβδομος λόγος αναιρέσεως, που μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ενώπιον του Εφετείου το πρώτον διατυπωθείσα ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, κατ' ακολουθίαν της οποίας αίρεται το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση αυτής, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το συμφέρον αυτό, με τη συνδρομή του οποίου παρέχεται από τα δικαστήρια η έννομη προστασία που εξαγγέλλεται στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, αφορά προεχόντως στη διαφύλαξη του ιδιωτικού δικαιώματος, που κατάγεται σε δίκη. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, δηλαδή να υφίσταται κατά το χρόνο που επιχειρείται η διαδικαστική πράξη, η συνδρομή του δε κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος.

Εν προκειμένω, με την απορριφθείσα αγωγή του, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που πραγματοποιήθηκε στις 21.11.1998, επικαλούμενος για τη νομιμοποίησή της το έννομο συμφέρον, που είχε ως μέτοχος της αναιρεσίβλητης. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή δεχθείσα, ότι τόσο κατά την άσκηση, όσο και κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (23.1.2002), ο ενάγων είχε αποβάλει την ιδιότητα του μετόχου με την πραγματοποιηθείσα κατά την 12.1.1999 πώληση των μετοχών του και, ως εκ τούτου, εξέλιπε το έννομο συμφέρον για τη νομιμοποίησή του.

Η κρίση αυτή ψέγεται ήδη για παράβαση του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι με το να αποσυνδέσει το κύρος της πωλήσεως των μετοχών του αναιρεσείοντος από την εγκυρότητα των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που πραγματοποιήθηκε στις 21.11.1998, εσφαλμένως εξέλαβε ως δεδομένη την ανυπαρξία της μετοχικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος, ενώ πράγματι αυτή "αποτελεί συνέπεια πράξης που προσβλήθηκε με την αγωγή ως άκυρη και, ως τοιαύτη, δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης".

Στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή για το αν η εγκυρότητα των ανωτέρω αποφάσεων επηρεάζει ή όχι το κύρος της πωλήσεως των μετοχών του αναιρεσείοντος, ούτε στο αναιρετήριο προσδιορίζεται κατά ποίο τρόπο τα δύο αυτά, κατ' αρχήν άσχετα, περιστατικά συνδέονται αιτιωδώς, ώστε η άρση του ενός να συνεπάγεται αναγκαίως την άρση και του άλλου.

Συνεπώς, με το να μην ασχοληθεί με την αδιευκρίνιστη αυτή αιτιότητα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε, οι δε περί του εναντίου πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιες αιτιάσεις, που με τους ανωτέρω πρόσθετους, καθώς και με τους ταυτόσημους τρίτο (κατά το πρώτο μέρος του) και τέταρτο κύριους λόγους αναιρέσεως προβάλλονται και ως πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, καθόσον η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ είναι ουσιαστική.

Επειδή, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος τοποθετεί την έλλειψη νομίμου βάσεως στο γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του κ.ν. 2.190/1920, που αποκλείει τη νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, μεμφόμενος για παραλείψεις που δεν εντοπίζονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είναι απαράδεκτος.

Τέλος, καταλογίζονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 11 του ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε με τις προτάσεις του ο αναιρεσείων και τα προσκομισθέντα προς απόδειξή του μέσα, δηλαδή ότι με την υπ' αριθ. 6.660/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 9.599/1998 όμοια του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε αμετακλήτως η ακυρότητα του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, το οποίο αποφάσισε και συγκάλεσε τη Γενική Συνέλευση της 21.11.1998.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός συνιστά άλλη βάση αγωγής, η οποία δεν μπορούσε να ερευνηθεί, αφού προβλήθηκε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 224).

Συνεπώς, ο μεμφόμενος γι' αυτό πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος".

3. Ήδη, ο καλών αναιρεσείων με την κλήση του ισχυρίζεται, ότι η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν απάντησε : α) επί του σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, β) επί του σκέλους υπό στοιχείο Β του κύριου λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στο υποκεφάλαιο με τίτλο "λοιποί λόγοι αναίρεσης" της αναιρέσεως, γ) επί των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως με τον τίτλο "Κεφάλαιο δεύτερο των κατωτέρω λόγων αναίρεσης" :

αα) από τον αριθ. 14, ββ) από τον αριθ. 12, γγ) από τον αριθ. 11, δδ) από τον αριθ. 13, εε) από τον αριθ. 8, στστ) από τον αριθ. 19, ζζ) από τον αριθ. 1, και ηη) από τον αριθ. 8, λόγοι οι οποίοι περιλαμβάνονται όλοι στο κεφάλαιο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως με τον τίτλο "Κεφάλαιο δεύτερο των κατωτέρω λόγων αναίρεσης", με αποτέλεσμα όλοι οι λόγοι αυτοί να αφεθούν αδίκαστοι.

Όμως, από την επισκόπηση του περιεχομένου της εκδοθείσας επί της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως υπ' αριθ. 1.016/2005 αναιρετικής αποφάσεως προκύπτει, ότι οι προαναφερόμενοι λόγοι εξετάστηκαν όλοι από το Άρειο Πάγο και απορρίφθηκαν. Ειδικότερα : αα) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, απορρίφθηκε, από κοινού με τους τέταρτο κύριο λόγο και πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους, ως απαράδεκτος, με την αιτιολογία ότι "η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ είναι ουσιαστική", ββ) ο κύριος λόγος αναιρέσεως, που περιλαμβάνεται στο υποκεφάλαιο με τίτλο "λοιποί λόγοι αναίρεσης" του δικογράφου της αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο Β σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, απορρίφθηκε, από κοινού με τους πέμπτο και τους ταυτόσημους πρώτο και τρίτο κατά το δεύτερο μέρος τους λόγους αναιρέσεως, ως απαράδεκτος, με την αιτιολογία ότι πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή "ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, όχι δε και όταν δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη αυτού, όπως εν προκειμένω συνέβη", γγ) o από το "Κεφάλαιο δεύτερο των κατωτέρω λόγων αναίρεσης" του δικογράφου της αναιρέσεως :

αα') ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ απορρίφθηκε, από κοινού με τον υπό στοιχείο Α του υποκεφαλαίου με τίτλο "λοιποί λόγοι αναίρεσης" του δικογράφου της αναιρέσεως λόγου αναιρέσεως, που αναφέρεται από το Δικαστήριο ως έβδομος λόγος λόγω της αριθμήσεώς του στο αναιρετήριο με το λατινικό αριθμό επτά (VII), με την αιτιολογία ότι "από το συνδυασμό των διατάξεων 68, 73 και 269 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι οι ενστάσεις για έλλειψη νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη δε λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο περί του εναντίου έβδομος λόγος αναιρέσεως, που μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ενώπιον του Εφετείου το πρώτον διατυπωθείσα ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, κατ' ακολουθίαν της οποίας αίρεται το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση αυτής, είναι αβάσιμος", ββ') o λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, που αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, διότι δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε, από κοινού με τον ταυτόσημο τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, ως "αόριστος αφού στερείται πραγματικού", γγ') oι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 του ΚΠολΔ υπό στοιχεία γγ, εε και ηη ως ανωτέρω, που μέμφονται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλειες αυτές, διότι δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, καθώς και ως αποδεικτικό μέσο την ανωτέρω δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος διπλός λόγος από το αριθ. 8 (στοιχεία εε, ηη) από κοινού με το συναφή πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο δε δεύτερος από τον αριθ. 11 (στοιχείο γγ) με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, το μεν, διότι ο περί ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας ισχυρισμός, για απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε, δεν εξετάστηκε ως στερούμενος αυτοτέλειας, οι δε λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος (περί υπάρξεως στο πρόσωπό του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της αγωγής θεμελιούμενου στην ιδιότητά του ως επί 20ετία γιατρού της αναιρεσίβλητης και συναλλασσόμενου με αυτή και περί καταχρηστικής προβολής της ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως) δεν συνιστούσαν πράγμα και δεν υποχρεούταν το Εφετείο να τους λάβει υπόψη, το δε, διότι ο περί αμετάκλητης ακυρότητας του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, που αποφάσισε και συγκάλεσε τη ΓΣ της 21.11.1998, ισχυρισμός συνιστούσε άλλη βάση της αγωγής που δεν μπορούσε να ερευνηθεί, δδ') o λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, απορρίφθηκε, από κοινού με τον ταυτόσημο τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, ως αόριστος "αφού η αιτίαση αυτή στερείται πραγματικού", εε') οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ υπό στοιχεία στστ και ζζ ως ανωτέρω, αναφερόμενοι στις ίδιες αιτιάσεις με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έκτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, απορρίφθηκαν συλλήβδην ως αβάσιμοι μαζί με τους λόγους αυτούς, αφού το Δικαστήριο τούτο έκρινε, το μεν ότι "τα όσα περί ακυρότητας της πρώτης πωλήσεως δέχθηκε η απόφαση εκείνη δεν επηρεάζουν τη δεύτερη πώληση, ούτε επανιδρύουν τη μετοχική ιδιότητα και, κατ' επέκταση, το έννομο συμφέρον που δικαιολογούσε τη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος να ασκήσει την κατά τα άνω απορριφθείσα αγωγή του.

Οι παραδοχές αυτές συνιστούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, η οποία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης", το δε ότι "στην προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνεται παραδοχή για το αν η εγκυρότητα των αποφάσεων της ΓΣ των μετόχων της αναιρεσίβλητης που πραγματοποιήθηκε στις 21.11.1998 επηρεάζει ή όχι το κύρος της πωλήσεως των μετοχών του αναιρεσείοντος, ούτε στο αναιρετήριο προσδιορίζεται κατά ποίο τρόπο τα δύο αυτά, κατ' αρχήν άσχετα, περιστατικά συνδέονται αιτιωδώς, ώστε η άρση του ενός να συνεπάγεται αναγκαίως την άρση και του άλλου, με το να μην ασχοληθεί δε το Εφετείο με την αδιευκρίνιστη αυτή αιτιότητα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε". 4.

Επειδή, μετά από αυτά η κλήση - αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία φέρονται προς συζήτηση οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.3.2007 κλήση - αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.380/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον καλούντα - αιτούντα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της καθής η κλήση - η αίτηση αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ