Legislator Case Law & Legislation
877/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on security contract validity and costs.

Case Number 877/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the first-instance judgment regarding the validity of a security contract. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the legal consequences of the contract and relied on insufficient reasoning under Articles 140 and 141 of the Civil Code. The court rejected these claims, finding the first-instance reasoning adequate and based on uncontested facts that justified the rejection of the appeal's substantive merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 140, 141 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged failure to apply these provisions is inadmissible if the first-instance judgment provides sufficient, clear, and non-contradictory reasoning supported by established facts.

Keywords

AI generated
Civil Code Articles 140 141 Security Contract Validity Appeal Dismissal Insufficient Reasoning Civil Procedure Law

Cited Legislation

AI generated
Article 140 of the Civil Code
Article 141 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 877 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 877/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πάπουτσα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Α. Π. του Τ., κατοίκου ..., 4) Κ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πάπουτσα και κατέθεσαν προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκε η 215/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1.11.2021 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στις 17.11.2021, ήτοι εντός της νόμιμης διετούς προθεσμίας από τότε που η προσβαλλόμενη απόφαση τελεσιδίκησε, δεδομένου ότι κατά της τελευταίας (215/22.6.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...) δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης, ώστε αυτή κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της νόμιμης διετούς προθεσμίας, δηλαδή στις ....2020, καταβληθέντος και του προσήκοντος παραβόλου του Δημοσίου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 206/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, Σ. Φ. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Όπως δε, προκύπτει, από τη με αριθμό ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ..., Δ. Α. του Ι., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα, η τελευταία επέδωσε σ'αυτόν ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 1.11.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 215/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξουσίου Δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ιδίου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετουμένων δανείων...", " Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 " Οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχειρίσεων απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α'246). Εφόσον οι εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 368/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στον ... ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία " doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece" με το από 1.11.2022 ιδιαίτερο δικόγραφό της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 15.12.2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως τόσο στην αναιρεσείουσα εταιρεία όσο και στους αναιρεσιβλήτους (σχετ.

προσκ. με αριθμούς 5442 Ζ''/3.1.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Παπαηλιάδη προς την αναιρεσείουσα και 5335 Β'/ ...2022, ... Β' /...2022, 5333 Β'/...2022 και 5340 Β'/29.12.2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Δ. Α. του Ι., στους αναιρεσιβλήτους, αντιστοίχως) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός, ότι ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 και 10 παρ. 14 ν. 3156/2003, με βάση σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία " ..." που εδρεύει στο ...

της ...ς και εκπροσωπείται νόμιμα, προς την οποία η "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (καθολική διάδοχος της οποίας λόγω διάσπασης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας είναι η αναιρεσείουσα) μεταβίβασε αιτία πωλήσεως τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει της από …2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων κατά τις διατάξεις του ν. 3156/2003, μεταξύ των οποίων (απαιτήσεων) περιλαμβάνεται και η απαίτηση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, ήδη αναιρεσείουσας, που προέρχεται από τη με αριθμό ...1995 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) για το οριστικό κατάλοιπο της οποίας, η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε επιτύχει την έκδοση κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την έκδοση της με αριθμό .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία " doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", μετά τη έκδοση της με αριθμό 215/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (αναιρεσιβαλλομένης) κατέστη δυνάμει σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου ...2020 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος … και αριθμό …), ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία " ...", στην οποία η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας τραπεζική εταιρεία είχε μεταβιβάσει δυνάμει της από ...2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις.

Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, περιλαμβάνεται και η επίδικη, ήτοι η απαίτηση της αναιρεσείουσας, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τραπεζικής εταιρείας, η προερχόμενη από το οριστικό κλείσιμο της με αριθμό ...1995 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ του συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." και των εις ολόκληρον συνοφειλετών αυτής αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ'άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, και πρέπει να συνεκδικασθεί με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεδομένου ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (αρθ. 246 και 573 ΚΠολΔ), παρά την απουσία του δευτέρου των καθών η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκειμένου να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (σχετ. προσκ. με αριθμό ...Β'/...2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Δ. Α. του Ι.) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Μετά από αίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας (η τελευταία κατέστη καθολική διάδοχος της αιτούσας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση) εκδόθηκε κατά των αναιρεσιβλήτων η με αριθμό .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Με την παραπάνω διαταγή πληρωμής οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην καθής η ανακοπή, δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, το χρηματικό ποσό των 209.260,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως οφειλόμενο κατάλοιπο από σύμβαση πιστώσεως εξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) ύψους 50 εκατομμυρίων δραχμών (ή 146.735,14 ευρώ) που είχε λάβει ως πιστούχος ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "... (...Ε.)" των οποίων οι αναιρεσίβλητοι υπήρξαν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Την ακύρωση της υπόψη διαταγής πληρωμής, ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την από 4.12.2012 ανακοπή τους, και τους από….2015 προσθέτους λόγους αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ισχυρισθέντες ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, είναι μη βεβαία και εκκαθαρισμένη, λόγω εκτοκισμού με επιτόκια μεγαλύτερα των δικαιοπρακτικών, υπολογισμό της οφειλής με βάση έτος 360 ημερών αντί των 365 ημερών που εφαρμόζεται στις τραπεζικές καταθέσεις, ο οποίος (υπολογισμός) οδήγησε σε παράνομη προσαύξηση των νομίμων τόκων, απαγορευμένο, ως μη συμφωνηθέντα, τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων, αθέμιτη επιβάρυνση της απαίτησης με την εισφορά του ν. 128/75 και ΕΦΤΕ, χρέωση με έξοδα και δικαστικές δαπάνες που βάρυναν την καθής η ανακοπή πιστοδότρια τράπεζα, και όχι τους ίδιους, ακυρότητα της απαίτησης λόγω καταχρηστικότητας της συμπεριφοράς της καθής, η οποία επιπλέον ήταν αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ουσιώδη πλάνη των ιδίων (ανακοπτόντων ήδη αναιρεσιβλήτων) ως προς την κατάρτιση συμβάσεων εγγυήσεως, ως προς τις οποίες πεπλανημένως πίστευαν αυτοί, ότι κατήρτιζαν ως μέλη του ΔΣ του πιστούχου συνεταιρισμού και για λογαριασμό του, και όχι ως εγγυητές της πίστωσης, πλήρη άγνοια των πραγματικών συνθηκών ως προς την ιδιότητά τους ως εγγυητών (διατήρηση δηλαδή της πλάνης τους) τουλάχιστον έως το τέλος του 2011 που ο συνεταιρισμός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω της ενσκήψασας οικονομικής κρίσης που έπληξε την χώρα και τα περί την οικοδομή επαγγέλματα και τις συναφείς επιχειρήσεις (όπως αυτή του πιστούχου συνεταιρισμού που ασχολείται με την εμπορία υδραυλικών ειδών και ειδών υγιεινής), και τούτο εν αντιθέσει προς την πλήρη επίγνωση της πραγματικής κατάστασης εκ μέρους της καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, η οποία αδιαφόρησε για τη λήψη μέτρων κατά του πιστούχου συνεταιρισμού έκτοτε, και τούτο μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στις ....2012, τέλος δε, και επικουρικά, επικαλέστηκαν συνδρομή κατ' ουσίαν περίπτωσης ελευθερώσεώς τους κατ' άρθρο 862 του ΑΚ, για το λόγο, ότι ενώ η καθής είχε διαγνώσει την επερχόμενη πλήρη αδυναμία του πρωτοφειλέτη συνεταιρισμού να εξυπηρετήσει την πίστωση, λόγος για τον οποίο και προέβη σε μείωση του πιστωτικού ορίου αυτής, αδράνησε στην είσπραξη των απαιτήσεών της αποβλέποντας στη διόγκωση του, εκ της συμβάσεως, χρέους, με τόκους, παραλείποντας συνάμα να προβεί σε ικανοποίηση της αξίωσής της μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη συνεταιρισμού.

Επί της ανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων αυτής που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 215/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (αναιρεσιβαλλομένη), αντιμωλία των διαδίκων και έγινε δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων σύμφωνα με τον οποίο, κατά το χρόνο υπογραφής της αρχικής πιστωτικής σύμβασης και των τροποποιητικών και εγγυητικών αυτής συμβάσεων, αλλά και μέχρι τις ....2012 που έλαβε χώρα η καταγγελία της εν λόγω πιστωτικής σύμβασης με αλληλόχρεο λογαριασμό και η αναζήτηση του χρεωστικού καταλοίπου αυτού, οι αναιρεσίβλητοι, που ήσαν μέλη του ΔΣ του πιστούχου συνεταιρισμού πίστευαν πεπλανημένα, ότι υπέγραφαν τις εν λόγω συμβάσεις ως μέλη του παραπάνω οργάνου του συνεταιρισμού και για λογαριασμό του τελευταίου, και όχι ευθυνόμενοι προσωπικά ως εγγυητές.

Συνακόλουθα, το Μονομελές Πρωτοδικείο με την παραπάνω προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ότι παρείλκε η έρευνα των λοιπών λόγων ανακοπής, και ότι ο λόγος ανακοπής που έγινε δεκτός και αφορούσε σε ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω ουσιώδους πλάνης, προτάθηκε παραδεκτώς εντός της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 157 του ΑΚ, από της αποκαλύψεως σε αυτούς της πλάνης, που έλαβε χώρα με την καταγγελία της πιστωτικής σύμβασης το έτος 2012 εκ μέρους της πιστοδότριας τράπεζας, δέχθηκε την από ….2012 ανακοπή και τους από ….2015 προσθέτους λόγους αυτής και ακύρωσε τη με αριθμό .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά των αναιρεσιβλήτων.

Κατά το άρθρο 847 ΑΚ "με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή". Στην εγγύηση εφαρμόζονται οι κοινές για τις συμβάσεις διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Κατά συνέπεια, η εγγύηση μπορεί να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους πλάνης (άρθρα 140, 142 ΑΚ), πράγμα που συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο εγγυητής υπογράφει ένα έγγραφο, νομίζοντας εσφαλμένα ότι έχει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ αυτό περιλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154, 180 και 184 ΑΚ, η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω ουσιώδους πλάνης επέρχεται δια δικαστικής αποφάσεως και δικαιούται να τη ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε (ή ο κληρονόμος του), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη (με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε).

Ουσιώδης, κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα, είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της. Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε, με την παραπάνω έννοια, εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος.

Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 406/2019, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1270/2011, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 80/2007), εφόσον όμως αυτές ανήκουν στο περιεχόμενο της δήλωσης, δηλαδή πρόκειται για τις έννομες συνέπειες, που επιδιώκεται να επέλθουν αμέσως σύμφωνα με το νόημα της δήλωσης και όχι γι' αυτές που επέρχονται ευθέως από το νόμο, ανεξάρτητα από τη βούληση του δηλούντος, συμπληρώνοντας τη δικαιοπρακτική ρύθμιση (ΑΠ 1/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 του ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης και απειλής κατ' άρθρο 140 ΑΚ αποσβήνεται με τη παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (241 παρ. 1 ΑΚ) ενώ στη περίπτωση που η πλάνη, απάτη ή απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής.

Η ως άνω διετής αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 280 ΑΚ (ΑΠ 745/2017, ΑΠ 2/2016, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 674/1993), στη περίπτωση δε, που η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη παρέλευσή της, η εν λόγω διετής αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή, δηλαδή από τότε που ο πλανηθείς, έλαβε γνώση της πραγματικής καταστάσεως, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτός υπολάμβανε ως αληθινά ή ασυνείδητα αγνοούσε, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, με βάση την οποία διαμορφώθηκε η βούλησή του προς κατάρτιση αυτής.

Ο ισχυρισμός του πλανηθέντος, που ζητεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μετά την παρέλευση διετίας, ότι η πλάνη του διήρκησε και μετά την παρέλευση διετίας από της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, αποτελεί αντένσταση, από το άρθρο 157 εδ.β`(ΑΠ 562/2020, ΑΠ 1783/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001) δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/2003).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Για το ορισμένο του, εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες, κατά το πρώτο σκέλος του μεν, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για το λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 140, 157 εδ.

α' και 280 του ΑΚ, δεν απέρριψε τον ισχυρισμό-λόγο ανακοπής των αναιρεσιβλήτων περί ουσιώδους πλάνης τους κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων εγγυήσεως, εξ αιτίας παρελεύσεως της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 157 εδ. α' ΑΚ, από την κατάρτισή τους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής τους, κατά δε, το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του τον εκ του άρθρου 157 εδ.

β' του ΑΚ ισχυρισμό- αντένσταση σχετικά με τη διατήρηση της πλάνης των αναιρεσιβλήτων μέχρι το χρόνο καταγγελίας των επίμαχων πιστωτικών και εγγυητικών συμβάσεων κατά το έτος 2012, χωρίς όμως, ο ισχυρισμός αυτός να έχει προβληθεί από τους ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους. Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., μετά από εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών και προσαχθεισών αποδείξεων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: "Δυνάμει της με αριθμό ...1995 σύμβασης παροχής πίστωσης ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, την οποία συνήψε η δικαιοπάροχος της καθής ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." χορηγήθηκε στον τελευταίο πίστωση μέχρι του ποσού των 50 εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 146.735,14 ευρώ, διεπόμενη από τους όρους που περιέχονται στο κείμενο της ως άνω σύμβασης.

Στις 19.6.2012 η καθής προέβη στο κλείσιμο των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την ως άνω πίστωση μεταφέροντας το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 209.260,81 ευρώ σε οριστική καθυστέρηση. Το οριστικό κλείσιμο του ως άνω αλληλοχρέου λογαριασμού η καθής κοινοποίησε στους ανακόπτοντες που είχαν εν τω μεταξύ συμβληθεί σε διάφορους χρόνους με την καθής, εγγυώμενοι την εξόφληση της ανωτέρω απαίτησής της, με εξώδικες επιστολές της στους μεν τρείς πρώτους ανακόπτοντες στις ....2012, στον δε τέταρτο εξ αυτών στις ...2012 ...

Στη συνέχεια με την από 1.9.2012 αίτησή της αιτήθηκε και πέτυχε τη έκδοση της με αριθμό .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία τόσο ο πιστούχος συνεταιρισμός όσο και οι ανακόπτοντες- όπως άλλωστε και άλλοι οκτώ εγγυητές -μη διάδικοι- διατάχθηκαν να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 209.260,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 28.3.2003 και στις 1.6.2005 υπεγράφησαν οι με αριθμούς …/3 και …/4 πρόσθετες πράξεις παροχής πίστωσης μεταξύ της καθής και του πιστούχου συνεταιρισμού, ο οποίος εκπροσωπούνταν νόμιμα κατά την υπογραφή των ως άνω δικαιοπραξιών και από τον πρώτο των ανακοπτόντων με τις ιδιότητες αφενός του τότε ταμία, όσον αφορά την πρώτη ανωτέρω αναφερθείσα πράξη, αφετέρου του προέδρου του ΔΣ, όσον αφορά τη δεύτερη πρόσθετη πράξη, επιπλέον δε, στις ανωτέρω πράξεις συμβλήθηκαν και οι τρείς πρώτοι των ανακοπτόντων, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι με την ιδιότητα των εγγυητών.

Επιπρόσθετα καταρτίστηκαν και οι από ...2001, ....2001 και ...2008 συμβάσεις εγγύησης σε σχέση με την ως άνω σύμβαση πίστωσης, δυνάμει των οποίων ο μεν πρώτος των ανακοπτόντων στις ...2001, οι δεύτερος και τέταρτος στις ....2001 και ο τρίτος εξ αυτών στις ...2008 εγγυήθηκαν για την εξόφληση της απαίτησης της καθής έναντι του πρωτοφειλέτη συνεταιρισμού, που απέρρεε από την αρχική σύμβαση πίστωσης, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τους ανωτέρω χρόνους, παραιτούμενοι ταυτόχρονα από τις ενστάσεις διζήσεως και ελευθερώσεως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις εν λόγω συμβάσεις.

Οι ανακόπτοντες, κατά την κατάρτιση όλων των ως άνω επιδίκων συμβάσεων, έφεραν, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτούς από ...2001, ...2004 και ....2008 αποσπάσματα πρακτικών ΔΣ του πιστούχου συνεταιρισμού την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου του τελευταίου και είχαν την πεποίθηση ότι ενεργούν αποκλειστικά, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, για λογαριασμό αυτού ως πρωτοφειλέτη και όχι ως εγγυητές αυτού, με συνέπεια οι δηλώσεις τους, οι οποίες υλοποιήθηκαν με την θέση των υπογραφών τους στις ως άνω επίδικες συμβάσεις ως εγγυητές, να μην συμφωνούν από ουσιώδη πλάνη αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών με τη βούλησή τους και ως εκ τούτου εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση και συγκεκριμένα την νομική συνέπεια των υπογραφών τους, δεν θα έθεταν αυτές.

Και τούτο, διότι όπως προκύπτει και από τα ανωτέρω αναφερθέντα αποσπάσματα των πρακτικών συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, οι ως άνω ενέργειες των ανακοπτόντων, που σχετίζονταν με την εκπροσώπηση του συνεταιρισμού ήταν απόρροια της εντολής που κάθε φορά τους δινόταν από τις αντίστοιχες αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου του συνεταιρισμού, η οποία (εντολή) είχε σχεδόν πάντα πανομοιότυπο περιεχόμενο, ήτοι " ...

να γίνουν εξουσιοδοτήσεις στις τράπεζες και όλους τους φορείς...(...) να καταθέτουν ή αναλαμβάνουν χρήματα οποιουδήποτε ποσού προς ή από τις διάφορες εμπορικές τράπεζες ή οργανισμούς ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή ταχυδρομικά ταμιευτήρια ή δημόσιες υπηρεσίες. Να εκδίδουν και να οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν, να εκδίδουν και να οπισθογραφούν πάσης φύσεως επιταγές, να υπογράφουν εγγυητικές επιστολές οποιουδήποτε ποσού, να οπισθογραφούν τα ως άνω χρηματόγραφα και να τα προεξοφλούν για λογαριασμό του συνεταιρισμού.

Οι αποφάσεις αυτές παρείχαν πάντοτε συγκεκριμένες εντολές και εξουσιοδοτήσεις οι οποίες αφορούσαν ξεκάθαρα στην εκπροσώπηση του συνεταιρισμού στις εμπορικές και εν γένει οικονομικές συναλλαγές του. Στις συνεδριάσεις αυτές δεν ετέθη ποτέ στα μέλη του ΔΣ, ως νομίμως εκπροσωπούντων τον συνεταιρισμό, θέμα παροχής προσωπικών εγγυήσεών τους προς περαιτέρω εξασφάλιση των ανωτέρω επιδίκων συμβάσεων, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται ούτε αναγράφεται σε κανένα από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους ανακόπτοντες σχετικά πρακτικά η λήψη απόφασης περί παροχής προσωπικής εγγύησης, η δε ενημέρωση των μελών του ΔΣ του συνεταιρισμού, για την υπογραφή των συμβάσεων αυτών ήταν συγκεκριμένη και οριοθετημένη και αφορούσε αποκλειστικά στην εκπροσώπηση του συνεταιρισμού κατά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών.

Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από την σαφή κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια των ανακοπτόντων, ο οποίος, ως πρώην μέλος του ΔΣ του συνεταιρισμού, έχει άμεση και προσωπική αντίληψη της πρακτικής που ακολουθείτο στις συναλλαγές του συνεταιρισμού με την καθής. Ο εν λόγω μάρτυρας βεβαιώνει ότι όλοι οι ανακόπτοντες ήσαν αγράμματοι και άπειροι σε αυτό το είδος των συναλλαγών, ασκούσαν δε αμισθί τη διοίκηση του συνεταιρισμού ελλείψει μορφωμένων μελών, ενώ αυτοί στερούνταν αξιόλογης περιουσίας.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η καθής γνώριζε ή απέβλεπε στη περιουσιακή κατάσταση των ανακοπτόντων, ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι αυτή, καθόλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης που τη συνέδεε με τον πρωτοφειλέτη συνεταιρισμό, ζητούσε και ελάμβανε εγγυήσεις αδιακρίτως από τα εκάστοτε μέλη του ΔΣ αυτού χωρίς περαιτέρω έρευνα της περιουσιακής επιφάνειας ενός εκάστου εξ αυτών.

Συνεπώς, αν οι ανακόπτοντες γνώριζαν ότι εγγυώνται ως αυτοφειλέτες την πληρωμή των πιστώσεων, που χορήγησε η καθής στον συνεταιρισμό, όχι μόνο με την συνεταιριστική τους μερίδα, αλλά και με τη ατομική τους περιουσία, χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση, αφού πρόκειται για συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης, αλλά και χωρίς ουδέποτε να έχει τεθεί ως θέμα στις αρμόδιες συνεδριάσεις, δεν θα υπέγραφαν τις ένδικες συμβάσεις.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι άπαντες οι ανακόπτοντες μετά τη λήξη της θητείας τους αποχώρησαν από το ΔΣ του συνεταιρισμού (ο δε πρώτος εξ αυτών αποχώρησε και από τον συνεταιρισμό ήδη από το έτος 2011) και έκτοτε δεν είχαν καμία προσωπική ή εμπορική συμμετοχή και συνδιαλλαγή με τα δρώμενα του συνεταιρισμού, ούτε τους ζητήθηκε ποτέ ξανά η συμμετοχή τους σε μεταγενέστερες καταρτισθείσες συμβάσεις της πιστούχου με την καθής, επειδή ακριβώς δεν συμμετείχαν πια στην εκπροσώπηση του συνεταιρισμού, δεδομένου μάλιστα ότι στην καθής χορηγούνταν τα πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ από τα οποία προέκυπτε η ακριβής εντολή που δινόταν στα μέλη του ΔΣ και η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού.

Μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2012, οπότε και επιδόθηκε στους ανακόπτοντες η προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση, ήτοι για χρονικό διάστημα περίπου δέκα ετών όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο εξ αυτών και πέντε περίπου ετών όσον αφορά τον τρίτο ανακόπτοντα, η καθής ουδέποτε κοινοποίησε στους ανακόπτοντες, με την ιδιότητά τους ως εγγυητών, κάποια επιστολή με την οποία να τους ενημερώνει σχετικά με την πορεία του αλληλόχρεου λογαριασμού, την εξέλιξη της πίστωσης και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, ενώ όλα τα σχετικά έγγραφα αποστέλλονταν στην έδρα του νομικού προσώπου.

Ενόψει δε του ότι κατά την υπογραφή των επιδίκων συμβάσεων ενώπιον του εκπροσώπου της καθής οι ανακόπτοντες δεν ενημερώθηκαν από τον τελευταίο για το περιεχόμενό τους, το οποίο άλλωστε δεν αναγνώσθηκε σε αυτούς και του ότι, επιπρόσθετα, σε ό,τι αφορά τον πρώτο εξ αυτών, αυτός έθεσε την υπογραφή του στη θέση "ΕΓΓΥΗΤΗΣ" δίπλα από την ένδειξη "ΠΙΣΤΟΥΧΟΣ" όπου υπέγραψε και ως εκπρόσωπος του ΔΣ του συνεταιρισμού, καθίσταται σαφές ότι κατά τον χρόνο των υπογραφών, άπαντες οι ανακόπτοντες πίστευαν πεπλανημένα, ότι υπέγραφαν ως μέλη του εν λόγω οργάνου του συνεταιρισμού και για λογαριασμό του τελευταίου και όχι ευθυνόμενοι προσωπικά ως εγγυητές.

Η πλάνη τους δε αυτή διατηρήθηκε, ενόψει και της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της καθής, μέχρι και το έτος 2012, που η τελευταία τους ενημέρωσε περί της καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, όπως περί της διατήρησης σ' αυτούς της ανωτέρω πεπλανημένης εντύπωσης συνηγορεί και το γεγονός ότι, παρότι όλοι οι ανακόπτοντες είχαν σε πολύ προγενέστερα του 2012 χρονικά σημεία αποχωρήσει από τη διοίκηση του συνεταιρισμού, κανείς εξ αυτών δεν ενδιαφέρθηκε να έρθει σε οποιαδήποτε συναλλακτική επαφή με την καθής προκειμένου να επιδιώξει την απαλλαγή του από την εγγυητική ευθύνη που φερόταν να έχει αναλάβει, ενέργεια στην οποία, εάν οι ανακόπτοντες γνώριζαν τις πραγματικές έννομες συνέπειες της υπογραφής των ανωτέρω συμβάσεων θα είχαν προφανές και εύλογο συμφέρον να προβούν κατά τον μετά την αποχώρησή τους χρόνο.

Συνεπώς, οι συμβάσεις παροχής εγγύησης, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι ακυρώσιμες και συνεπώς εσφαλμένως εκδόθηκε αυτή. Ο δε ισχυρισμός της καθής η ανακοπή, περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, δεδομένου ότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων εκ μέρους των ανακοπτόντων για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους εν γένει δεν είναι καταχρηστική, ενώ και ο έτερος ισχυρισμός της καθής περί πλασματικής αναγνώρισης εκ μέρους του πρώτου ανακόπτοντος της οφειλής του και ανανέωσης αυτής, πέραν της πρόδηλης αοριστίας του, είναι και απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, ενόψει του ότι από κανένα από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε τέτοια αναγνώριση εκ μέρους του εν λόγω ανακόπτοντος, δεδομένου του ότι τυχόν αναγνωρίσεις εκ μέρους του πρωτοφειλέτη συνεταιρισμού δεν δεσμεύουν, λόγω της κατά τα ανωτέρω ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων εγγυήσεως τους ανακόπτοντες εγγυητές".

Συνεπώς προς τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, που όπως προεκτέθηκε, αφορά σε πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έλαβε χώρα διατήρηση της πλάνης των αναιρεσιβλήτων και μετά τη συμπλήρωση της διετίας από την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων εγγυήσεως, ισχυρισμός (αντένσταση) του οποίου έγινε επίκληση καθ' υποφοράν με τα δικόγραφα της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής εκ μέρους των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, προς απόκρουση του περί αποσβέσεως, του προς ακύρωση δικαιώματος, λόγω παρόδου διετίας από την κατάρτιση των εν λόγω δικαιοπραξιών (συμβάσεων εγγυήσεως) με τη μετακύλιση του χρόνου έναρξης της αφετηρίας, της αποσβεστικής, για το προς ακύρωση δικαίωμα, διετούς προθεσμίας, το οποίο έτσι ήταν ενεργό μέχρι την άσκηση της ένδικης ανακοπής. Δεδομένου δε ότι αυτή (αποσβεστική προθεσμία) ήταν αυτεπαγγέλτως ερευνητέα από το δικαστήριο, ο λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, για λήψη υπόψη πράγματος μη προταθέντος, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές αρχές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αορίστων νομικών εννοιών οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και εξακρίβωση της βασιμότητας κρίσιμων αποδεικτέων περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 74/2019, ΑΠ79/2018, ΑΠ 687/2017, ΑΠ 806/2013, ΑΠ 1609/1987).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019) ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα προκειμένου να προσδιορίσει με βάση αυτά, την αληθή έννοια εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ'αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9/2005, ΟλΑΠ 13/2005, ΑΠ 110/2019, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019), όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, διότι στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 902/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 69/2019).

Πρέπει συνεπώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 485/2019). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι αυτή εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που στη προκειμένη περίπτωση συνίστανται στο ότι α) "...η εγγύηση συνιστά σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας έννοια πασίδηλη και κατανοητή, ιδίως από ελεύθερους επαγγελματίες που δεν στερούνται παντελώς γραμματικών γνώσεων όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη για τους ανακόπτοντες..." και β) "...τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προστατεύουν τα έννομα συμφέροντά τους και να μη παρέχουν δανειοδοτήσεις αφειδώς χωρίς τις αναγκαίες εξασφαλίσεις, όταν μάλιστα ο πρωτοφειλέτης αστικός συνεταιρισμός δεν έχει μόνιμο και σταθερό κεφάλαιο, αφού αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την αυξομείωση των μελών του...." κάνοντας δε, δεκτή την ένσταση ακυρότητας λόγω πλάνης που προέβαλαν οι ανακόπτοντες-αναιρεσίβλητοι- ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 140 και 141 του ΑΚ τόσο ως προς την εκτίμηση των προαναφερομένων κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που εδέχθη, όσο και ως προς την ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφήρμοσε.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αιτιάται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτή δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης ως προεκτέθηκε, αλλά και κατά το μέρος που με βάση αυτά έδει να προσδιορισθεί η αληθής έννοια των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ιδίως, να εξειδικευθεί η αόριστη νομική έννοια της ουσιώδους πλάνης και η υπαγωγή σ'αυτές των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Τούτο διότι τα αναφερόμενα ανωτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, ώστε να μπορεί αυτά να χρησιμοποιηθούν στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, δεδομένου ότι τόσο η εγγύηση όσο και η εξασφάλιση των πιστωτικών ιδρυμάτων με προσωπικές ή εμπράγματες εξασφαλίσεις συνιστούν νομικές έννοιες, και όχι γενικές αρχές για την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που προκύπτουν από την εμπειρία ή τη συμμετοχή στις συναλλαγές, πολύ περισσότερο αφού, οι έννομες συνέπειες αυτών ως δικαιοπραξιών, αποτελούν αντικείμενο εξειδικευμένων νομικών γνώσεων και σε καμία περίπτωση γνωστικό κτήμα του μέσης μορφώσεως ανθρώπου, και τούτο παρά το ότι, ειδικώς ως προς τη σύμβαση εγγύησης, οι έννομες συνέπειές της επέρχονται ευθέως από το νόμο, ανεξάρτητα από τη βούληση του δηλούντος, αφού αυτό προϋποθέτει επίγνωση του δηλούντος ότι καταρτίζει σύμβαση εγγύησης, που όμως κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν αποδείχθηκε.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 140,141 του ΑΚ, δηλαδή την πλημμέλεια της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον με τις ανωτέρω παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της ανακοπής.

Δεν ήταν δε αναγκαία για τη πληρότητα της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με το ζήτημα της πλάνης των αναιρεσιβλήτων η παράθεση άλλων πλην των ανωτέρω αιτιολογιών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ ως προς την αυτοτελή παρέμβαση που απορρίπτεται, ως εξαρτώμενη από την τύχη της αναίρεσης, αφού δεν περιέχει αυτοτελές αίτημα, η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων καθών η πρόσθετη παρέμβαση, θα επιβληθεί εις βάρος της παρεμβαίνουσας λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.11.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 215/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και την από 1.11.2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece AE Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece"" υπέρ της αναιρεσείουσας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Καταδικάζει την προσθέτως παρεμβαίνουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων καθών η πρόσθετη παρέμβαση την οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ