Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, noting the contested issue was raised by the insurance company, not the appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a traffic accident liability dispute. The appellants argued that the Second Instance Court failed to consider the deceased passenger's contributory negligence, a point they claimed was overlooked. However, the Court found that this specific argument had actually been advanced by the insurance company during the proceedings, not by the appellants themselves. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible and unmeritorious, ordering the appellants to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2 and 495 § 4 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case ex officio if a party fails to appear, but an appeal based on a legal argument previously raised by the opposing party is inadmissible and unmeritorious.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 877/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μ. Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Π. και 2) Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. Λ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Σακελλάρη και Ροζίτα Σπινάσα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Α., 2) Β. συζ. Κ. Μ., το γένος Α. Μ., 3) Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., 4) Β. χας Α. Μ., το γένος Θ. Π., 5) Α. Μ. του Χ., 6) Μ. χας Α. Μ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ... και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2η, 3ος και 6η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραλή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η Β. χα Α. Μ. (4η ως άνω), απεβίωσε στις 23-12-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Κ. Μ. (1ος) και Α. Μ. του Α., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) ο Α. Μ. του Χ. (5ος ως άνω), απεβίωσε στις 25-1-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Β. συζ. Κ. Μ. (2η), κάτοικος ..., Μ. χα Α. Μ. (6η) και Σ. Μ. του Α., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η 7η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Β. χας Α. Μ., το γένος Θ. Π. και Α. Μ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης και συνεκδικάστηκε με την από 19-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 7ης αναιρεσίβλητης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. .../21.9.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Ι. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, Γεωργίου Αλ. Σακελλάρη προς την έβδομη (7η) αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία: "... Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη (άρθρ. 126, 127 και 129 ΚΠολΔ), νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών η έβδομη αναιρεσίβλητη (ασφαλιστική εταιρεία), δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της στην προκειμένη δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις, των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι, η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου, ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι, εκείνου, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο έστω και σιωπηρά η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 807/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: α) το απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου με αριθμό τόμου … έτους 2016 του Α. Μ., που εκδόθηκε από το ..., β) το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...21.5.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ..., 3) το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ....9.2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, 4) το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου .../23.10.2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) Πιστοποιητικό περί μη αποποίησης, εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος, περί μη προσβολής του κληρονομικού τους δικαιώματος, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, 6) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../22.10.2019 πιστοποιητικό περί μη προσβολής του κληρονομικού τους δικαιώματος, του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι ο Α. Μ. του Χ. απεβίωσε στις 25-1-2016, ήτοι μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 414/23.11.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 21-11-2017 χωρίς όμως οι αναιρεσείοντες να έχουν λάβει γνώση του θανάτου του ανωτέρω αποβιώσαντος (5ου αναιρεσιβλήτου) ο οποίος κληρονομήθηκε από τους εγγύτερούς του συγγενείς, ήτοι την σύζυγο του Μ. και τα δύο τέκνα του, Β. και Σ., με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1813 και 1820 της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Συνεπώς, νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτές πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Καραλή, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού. Περαιτέρω, 1) από το απόσπασμα της με αριθμό τόμου … έτους 2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, της Β. χήρας Α. Μ., το γένος Θ. και Ε. Π. του ..., 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....1.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., 3) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../18.7.2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 4) το υπ' αριθ. πρωτ. .../23.10.2019 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-10-2019 πιστοποιητικό μη αποποίησης εκ μέρους των κληρονόμων της αποβιώσασας στις 23-12-2017, Β. χήρας Α. Μ., του κληρονομικού τους δικαιώματος, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 6) το υπ' αριθμ. .../18.10.2019 πιστοποιητικό περί μη προσβολής του κληρονομικού τους δικαιώματος του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι στις 23-12-2017, απεβίωσε η Β. χήρα Α. Μ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομηθείσα από τους εγγύτερους συγγενείς της, Κ. Μ. και Α. Μ..
Συνεπώς, νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι κληρονόμοι της ως άνω αποβιωσάσης δήλωσαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου τους δικηγόρους, τον θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης (4ης) και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτής.
Ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων, των ανωτέρω αποβιώσαντος και αποβιωσάσης, αντίστοιχα, η παρούσα δίκη παραδεκτώς συνεχίζεται από τους ανωτέρω κληρονόμους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη από 20-11-2017 και με αυξ.
αριθμό κατάθεσης 53/2017, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 414/2015 προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 414/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες με την από 7-9-2009 (αριθμ. κατ. 222/2009) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, ισχυρίσθηκαν ότι ο Π.
Κ. του Ι., γεννηθείς στις 30-3-1992, (όντας ανήλικος επί του οποίου ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων), οδηγώντας στις 12-8-2008 το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων Α. χήρας Ι. Λ., το γένος Ν. Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την περίπτωση επέλευσης ζημιών σε τρίτους από αυτοκινητικά ατυχήματα στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "...
Α.Ε.", προκάλεσε, από συνδυασμένη δική του υπαιτιότητα, αλλά και των ασκούντων τη γονική μέριμνα, των γονέων του, οι οποίοι δεν ασκούσαν επ' αυτού την πρέπουσα εποπτεία, τροχαίο ατύχημα, το οποίο έγινε υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες και κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η συνεπιβάτης του οχήματος Μ.
Μ. του Κ., γεννηθείσα στις 15-2-1993 και ομοίως ανήλικη κατά την ημέρα του ατυχήματος, θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης, αδελφή του τρίτου και εγγονή των τέταρτης, πέμπτου και έκτης των εναγόντων. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγοντες ζητούσαν κατόπιν παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, κατ' άρθρο 294 ΚΠολΔ, ως προς την πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και όπως το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, και περιέχεται και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, να υποχρεωθεί η τέταρτη εναγόμενη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.
Εξάλλου, με την από 19-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της, η τέταρτη εναγομένη της πρώτης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία ενάγει την κυρία του ζημιογόνου οχήματος και τους ασκούντες τη γονική μέριμνα του οδηγού Π. Κ., ομοίως θανατωθέντος κατά το ατύχημα, ζητώντας να αναγνωριστεί, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι οι ανωτέρω οφείλουν να της καταβάλουν νομιμοτόκως από της καταβολής, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής, γιατί συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού από την ασφάλιση δυνάμει όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου οδηγούσε χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης, γεγονός που γνώριζε η πρώτη εναγομένη (ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου) και επέτρεψε την οδήγηση από αυτόν, και επιπλέον ο δεύτερος και η τρίτη, ως έχοντες την γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους, οδηγού του αυτοκινήτου παρέλειψαν την εποπτεία σ' αυτόν νομιμοτόκως από της επομένης της καταβολής μέχρις εξοφλήσεως.
Επί των άνω αγωγών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αιρθμ. 42/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι του θανάτου της Μ. Μ. είναι η ίδια η θανούσα και οι εποπτεύοντες αυτή γονείς της κατά ποσοστό 40% δέχθηκε εν μέρει την κύρια από 7-9-2009 αγωγή ως προς την τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει σε καθένα από τους 1ο, 2η ενάγοντες το ποσό των 60.000 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 35.000 ευρώ και σε καθένα από τους 4η, 5η και 6ο ενάγοντες το ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Με την ίδια ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου θεωρήθηκε καταργηθείσα η δίκη ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη εναγομένους της από 7-9-2009 αγωγής, ενώ απορρίφθηκε η από 19-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Πρωτοδικείου άσκησαν εφέσεις: Οι πρωτοδίκως ενάγοντες την από 10-1-2012 έφεση και η τέταρτη εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, την από 22.9.2011 έφεση, παραπονούμενοι για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και πλημμελή εφαρμογή του νόμου και ζήτησαν την εξαφάνισή της, προκειμένου, κατά μεν τους ενάγοντες της από 7-9-2009 αγωγής να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της, κατά δε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ν' απορριφθεί εξ' ολοκλήρου αυτή, άλλως να γίνει δεκτή η από 19-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της.
Το Εφετείο Ναυπλίου με την υπ' αριθμ. 414/2015 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις άνω εφέσεις δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την απόρριψη από το Πρωτοδικείο της παρεμπίπτουσας, από 19-4-2010 αγωγής: "Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενάγοντες της κύριας αγωγής παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους ως προς την κυρία του οχήματος και τους γονείς του ανηλίκου οδηγού, οι οποίοι είναι και οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Ενόψει του ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτούς έχει ως αποτέλεσμα η από 7-9-2009 αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα κατ' αυτών η παρεμπίπτουσα αγωγή που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτούς ως εναγομένους, ισχύει ως αυτοτελής αγωγή αποζημίωσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται, η ενάγουσα - εκκαλούσα.
Πρέπει, επομένως, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το σκέλος που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 19-4-2010 αγωγή, κατά το οποίο και εξεκλήθη και αφού κρατηθεί να δικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο τούτο". Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης (υπ' αριθμ. 42/2011), κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις ένδικες από 7-9-2009 και 19-4-2010 αγωγές, θεώρησε κατηργημένη τη δίκη ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη εναγομένους της από 7-9-2009 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει την από 7-9-2009 αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (Κ.
Μ.) το ποσό των 60.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα (Β. σύζυγο Κ. Μ.), το ποσό των 60.000 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα (Α. Μ.), το ποσό των 20.000 χιλιάδων ευρώ και εις ένα έκαστο των λοιπών εναγόντων από 8.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω, δέχθηκε την από 19-4-2010 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους (Α.
χήρα Ι. Λ., Ι. Κ. και Ε. συζ. Ι. Κ.), να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες με την παρούσα, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής τους προς τους ενάγοντες μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου (με αριθμ. 414/2015) οι εναγόμενοι με την από 9-4-2010 αγωγή, Ι. Κ. του Π. και Ε. συζ. Ι. Κ., ασκούν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ζητούν, για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτήν την αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως. Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Στις 12-8-2008 και περί ώρα 01.15 ο Π. Κ. του Ι., γεννηθείς στις 30-3-1992 και συνεπώς ανήλικος (16) ετών, οδηγούσε στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της Α. χήρας Ι. Λ. (γιαγιάς του), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση επέλευσης ζημιών σε τρίτους από αυτοκινητικά ατυχήματα στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Ε.", επί της επαρχιακής οδού ... με συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο τους επίσης ανήλικους, Ν.
Κ. του Ε. και Μ. Μ. του Κ., γεννηθείσα στις 15-2-1993, θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης, αδελφή του τρίτου και εγγονή των τέταρτης, πέμπτου και έκτης των εναγόντων. Ενώ βρισκόταν στο 1ο χιλιόμετρο της οδού, σε σημείο που η οδός παρουσιάζει δεξιά κλειστή στροφή, ο Π. Κ. έχασε τον έλεγχο του οχήματος, λόγω της απειρίας του περί την οδήγηση και της υπερβολικής ταχύτητας που ανέπτυξε για τις επικρατούσες συνθήκες (απότομες συνεχείς στροφές και σκότος) και κατέπεσε αριστερά σε γκρεμό 40 μέτρων, πήρε αρκετές τούμπες και στο τέλος βρέθηκε ακινητοποιημένο στο βάθος του γκρεμού με τον ουρανό στο έδαφος και τις ρόδες προς τα επάνω.
Από τη σφοδρότητα της πτώσης τραυματίσθηκαν θανάσιμα ο οδηγός Π. Κ. και η επιβαίνουσα στο πίσω κάθισμα Μ. Μ., της οποίας ο θάνατος προήλθε από κακώσεις κεφαλής και θώρακος και δεξιού κάτω άκρου. Το ανωτέρω ατύχημα και το θανατηφόρο αυτού αποτέλεσμα, οφείλεται σε αμελή οδηγική συμπεριφορά του οδηγού Π. Κ., που συνεπικουρείται από την παραμέληση της εποπτείας του από τους γονείς του Ι.
και Ε., οι οποίοι όφειλαν να τον αποτρέπουν από την οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος, καθόσον ο ανωτέρω κατά τη στιγμή του ατυχήματος οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης γεγονός που μείωσε αισθητά την ικανότητά του ως προς την οδήγηση, με αποτέλεσμα, λόγω και της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει να χάσει τον έλεγχο του οχήματος και να ξεφύγει από την πορεία του.
Συνυπαίτια όμως του θανάσιμου τραυματισμού της Μ. Μ. είναι και η ίδια ή θανούσα, ηλικίας άνω των 15 ετών, η οποία προέβη σε αυτοδιακινδύνευση, επιβιβαζόμενη στο όχημα, ενώ γνώριζε ότι ο Π. Κ., β' εξάδελφός της, στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης και προδήλως γνώριζε ότι ήταν σημαντικά μειωμένη η ικανότητά του ως προς την οδήγηση.
Η θανούσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, καθώς το συγκεκριμένο όχημα που είχε τεθεί σε κυκλοφορία το έτος 1991 δεν ήταν εφοδιασμένο με ζώνη ασφαλείας στα πίσω καθίσματα, ενώ το γεγονός αυτό δεν επέδρασε στην επέλευση του αποτελέσματος διότι, και αν ακόμη φορούσε ζώνη δεν θα αποκλειόταν ούτε θα περιοριζόταν η έκταση του τραυματισμού της λόγω της σφοδρότητας της πτώσης του οχήματος, ο ουρανός του οποίου είχε συμπιεσθεί ακουμπώντας στα καθίσματα και περιορίζοντας τον χώρο των επιβατών.
Η συνυπαιτιότητα της θανούσας ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 30%.
Συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας που προέβαλε με τις προτάσεις της η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αμυνόμενη στην αγωγή των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων (Κ. Μ. κλπ). Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της Κ. και Β. Μ., παραμέλησαν την εποπτεία αυτής.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι γονείς αυτής είχαν ασκήσει την προσήκουσα σε σχέση με την ηλικία ωριμότητα πνευματική ανάπτυξη και εν γένει περιστάσεις εποπτεία σε αυτή, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να αποτρέψουν αυτή από την επιβίβαση στο ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ανήλικος Π. Κ., καθώς βρίσκονταν για διακοπές στο χωριό της καταγωγής τους και η ανήλικη θυγατέρα τους βρισκόταν στην πλατεία του χωριού μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό της και με άλλους συνομήλικούς της και τον β' εξάδελφό της Π.
Κ. στο αυτοκίνητο του οποίου επέβη, ενώ δεν ήταν απαραίτητο στη συγκεκριμένη έξοδο της ανήλικης Μ. στο χώρο της πλατείας του χωριού τους να συνοδεύεται από τους γονείς της καθώς ως εποπτεία δεν πρέπει να εννοηθεί η συνεχής επίβλεψη του ανηλίκου βήμα προς βήμα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι του θανάτου της Μ.
Μ. είναι η ίδια η θανούσα και οι εποπτεύοντες αυτή γονείς της κατά ποσοστό 40%, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τον βάσιμο περί αυτού λόγο έφεσης των εναγόντων. Η θανούσα κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 15 ετών και συνδέονταν με τους ενάγοντες με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι οι ενάγοντες υπέστησαν μεγάλη ψυχική οδύνη από την απώλειά της, αφού ο ξαφνικός και βίαιος θάνατός της τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου.
Συντρέχει δε περίπτωση επιδικάσεως στους ενάγοντες εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που δοκίμασαν από το θάνατό της, η οποία κατ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων, δηλαδή των συνθηκών του ατυχήματος, της συνυπαιτιότητας της ανήλικης, του είδους του αγαθού που προσβλήθηκε, της φιλικής και συγγενικής σχέσης μεταξύ ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, του βαθμού της συγγενικής σχέσης και του ψυχικού δεσμού των εναγόντων με τη θανούσα, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης των διαδίκων μερών, πρέπει να προσδιορισθεί σε 60.000 ευρώ για έκαστο των γονέων, 20.000 ευρώ για τον αδελφό, και 8.000 ευρώ για έκαστο από τις γιαγιάδες και τον παππού της θανούσας.
Επομένοας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφαση, υποχρέωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει σε καθένα από τους 1ο, 2η ενάγοντες το ποσό των 60.000 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 35.000 ευρώ και σε καθένα από τους 4η, 5ο κατ 6η ενάγοντες το ποσό των 15.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης στην από 19-4-2009 αγωγή Α. Λ., λόγω κινητικής αναπηρίας της δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ...8-2-1991 απόφασης του τελωνείου Αθηνών είχε χαρακτηριστεί ως ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ και δυνάμει της ..04/20.2.1991 απόφασης επίσης του τελωνείου Αθηνών δύνανται να οδηγούν μόνο οι Ι.
Κ. και Ε. συζ. Ι. Κ. με την προϋπόθεση ότι επιβαίνει στο αυτοκίνητο η ανάπηρος για την εξυπηρέτηση και μόνο της οποίας πρέπει να κυκλοφορεί το αυτοκίνητο. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του ατυχήματος το ως άνω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Μεταξύ των άλλων όρων στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιελήφθη και όρος σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημιές που προκαλούνται από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως. Ο δεύτερος και η τρίτη εναγόμενοι γονείς του ανηλίκου Π.
Κ. και έχοντες εκ του νόμου την εποπτεία του δεν άσκησαν τη προσήκουσα επιτήρηση και επίβλεψη αυτού ώστε να τον αποτρέψουν να οδηγεί χωρίς να έχει άδεια ικανότητας οδηγού. Τούτο αποδείχθηκε από τις ρητές καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι αναφέρουν ότι έβλεπαν τον ανήλικο πολλές φορές να οδηγεί το αυτοκίνητο (βλ.
την από 2-10-2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας απόδειξης Α. Μ. και την προσκομιζόμενη από 12-8-2008 προανακριτική κατάθεση του συνεπιβαίνοντος στη θέση του συνοδηγού Ν. Κ. του Ε.). Ειδικά την ημέρα του ατυχήματος με ευκολία πήρε τα κλειδιά του οχήματος. Οι γονείς του δεν είχαν λάβει αυστηρά μέτρα για να αποτρέψουν την οδήγηση του οχήματος η οποία είχε γίνει αντιληπτή απ' αυτούς διότι εγίνετο επανειλημμένα από τον ανήλικο.
Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι δεν είχαν ασφαλίσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου σε μέρος απρόσιτο για τον ανήλικο και δεν αποδείχτηκε ότι την ημέρα του ατυχήματος εν αγνοία τους αφαίρεσε τα κλειδιά. Αντίθετα προέκυψε ότι δεν είχαν την επιβαλλόμενη αυστηρή συμπεριφορά απέναντί του στο θέμα της οδήγησης ώστε να τον εμποδίσουν να παίρνει το αυτοκίνητο.
Οι όποιες χαλαρές συστάσεις εκ μέρους τους δεν ήταν αρκετές για να τον αποτρέψουν από την επικίνδυνη ενέργειά του να οδηγεί, η οποία επαναλαμβανόταν συχνά, όπως ρητά και κατηγορηματικά αναφέρουν οι μάρτυρες.
Συνεπώς οι εναγόμενοι δεν ανέτρεψαν το μαχητό τεκμήριο σε βάρος τους από το άρθρο 923 ΑΚ περί ευθύνης τους ως εποπτεύοντες, για τη ζημία που προξένησε ο υιός τους στους ενάγοντες της κυρίως αγωγής (βλ. ΑΠ 138/2001 ΕλλΔνη 2001, 674 Εφ Πειραιώς 49/1997 ΕλλΔνη 1997, 1601, Κρητικός Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα §4 αρ. 22 σελ. 65, §4 αρ. 31 σελ. 68, §4 αρ. 28 σελ.67).
Επομένως ευθύνονται έναντι της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας για την αποζημίωση που θα καταβάλει αυτή στους ενάγοντες της από 7-9-2009 αγωγής και θεμελιώνεται δικαίωμα αυτής από την παραπάνω αιτία να στραφεί αναγωγικώς εναντίον τους απαιτώντας το ποσό που θα καταβάλει στους τρίτους (κυρίως ενάγοντες).
Επιπλέον η ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη ευθύνεται απέναντι στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως αφού επέτρεψε σ' αυτόν την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος από οδηγό που στερείτο αδείας ικανότητος. Με τη συμπεριφορά της αυτή παραβίασε υπαιτίως το σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με βάση τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται από οδηγό στερούμενο αδείας ικανότητος οδηγού.
Επομένως θεμελιώνεται δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον της εξ αυτού του λόγου (βλ. Κρητικός Αποζημίωση αυτοκινητικά ατυχήματα § 28 αρ. 43, 45, 47 σελ. 642, 643, § 28 αρ. 9 σελ. 630, § 28 αρ. 18 σελ. 635 πρβλ. ΑΠ 1011/2004 Ελλ Δνη 2007,133). Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι οι ενστάσεις που προβάλλουν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι με τις προτάσεις τους περί συνυπαιτιότητας της θυγατέρας των κυρίως εναγόντων διότι α) δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας και β) δέχθηκε να επιβιβασθεί σε όχημα οδηγούμενο από οδηγό που στερείτο αδείας ικανότητος, απορριπτέες κρίνονται διότι δεν μπορούν να προβάλλουν κατά της ασφαλιστικής εταιρείας αυτές τις ενστάσεις τις οποίες θα μπορούσαν να προβάλλουν κατά του τρίτου (στους ενάγοντες στην κυρίως αγωγή, εν προκειμένω) μόνον αν ενήγοντο απευθείας απ' αυτούς (βλ.
ο.π.π. Κρητικός § 28 αρ. 93 σελ. 656). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες οι υπό κρίση εφέσεις, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθούν από το δικαστήριο τούτο οι δύο αγωγές να εξετασθούν κατ' ουσίαν (άρθρο 535 ΚπολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 7-9-2009 αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, σε καθένα από τους 1ο, 2η ενάγοντες το ποσό των 60.000 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και σε καθένα από τους 4η, 5ο και 6η ενάγοντες τρ ποσό των 8.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 19-4-2010 αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εξ ολοκλήρου ο καθένας στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία τα παραπάνω ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες της από 7-9-2009 αγωγής πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καταβολής τους από την ενάγουσα στους κυρίως ενάγοντες".
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της πληττόμενης απόφασης, για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' ΚΠολΔ, αιτιώμενοι με τους ιδίου περιεχομένου, (ταυτόσημους) δύο αναιρετικούς λόγους, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη, αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (ένσταση) που παραδεκτά προέβαλε, κατά την εκδίκαση της κύριας αγωγής, στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, αλλά και με την από 22-9-2011 έφεσή της με σχετικό λόγο, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (4η εναγομένη στην κύρια αγωγή και εφεσίβλητη και ενάγουσα στην παρεμπίπτουσα αγωγή και εκκαλούσα), περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 95% της ίδιας της θανούσας Μ. Μ., διότι δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας και επίσης διότι γνώριζε ότι δεν είχε άδεια ικανότητος οδηγού ο ανήλικος οδηγός του αυτοκινήτου.
Οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού ο άνω ισχυρισμός (ένσταση) που παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο δεν είχε προταθεί απ' αυτούς αλλά από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υπό τη δικονομική ιδιότητά της, ως εναγομένης στην κύρια αγωγή και ως εκκαλούσας, κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής (ΑΠ 435/2009, ΑΠ 589/2009).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, το Εφετείο, έλαβε υπ' όψη τον παραπάνω ισχυρισμό, όπως τούτο προκύπτει από τις παραδοχές της πληττόμενη απόφασης οι οποίες έχουν ως ακολούθως: "...Συνυπαίτια όμως του θανάσιμου τραυματισμού της Μ. Μ. είναι και η ίδια η θανούσα ηλικίας άνω των 15 ετών, η οποία προέβη σε αυτοδιακινδύνευση επιβιβαζόμενη στο όχημα, ενώ γνώριζε ότι ο Π.
Κ., δεύτερος εξάδελφός της εστερείτο άδειας ικανότητος οδήγησης και προδήλως γνώριζε ότι ήταν σημαντικά μειωμένη η ικανότητά του ως προς την οδήγηση. Η θανούσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας καθώς το συγκεκριμένο όχημα που είχε τεθεί σε κυκλοφορία το έτος 1991 δεν ήταν εφοδιασμένο με ζώνη ασφαλείας στα πίσω καθίσματα, ενώ το γεγονός αυτό δεν επέδρασε στην επέλευση του αποτελέσματος, διότι και αν ακόμη φορούσε ζώνη, δεν θα αποκλειόταν ούτε θα περιοριζόταν η έκταση του τραυματισμού της, λόγω της σφοδρότητας της πτώσης του οχήματος, ο ουρανός του οποίου είχε συμπιεσθεί ακουμπώντας στα καθίσματα και περιορίζοντας τον χώρο των επιβατών.
Η συνυπαιτιότητα της θανούσας ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 30%.
Συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας που προέβαλε με τις προτάσεις της η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αμυνόμενη στην αγωγή των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων (Κ. Μ. κ.λπ.).".
Συνεπώς οι άνω δύο λόγοι (ταυτόσημοι) της αναίρεσης είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 εδαφ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν, οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (αρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 191 παρ. 2), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2017 και με αυξ. αριθμό κατάθεσης 53/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 414/2015 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ