Supreme Court annuls first-instance judgment due to illegal court composition violating judicial seniority rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment because the presiding judge lacked the required five years of service to hold the position. The appellant argued the court was improperly constituted, while the opposing parties contested the claim. The court ruled that the violation of judicial seniority rules rendered the trial void and ordered a retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17A and 562 of the Code of Civil Procedure; A court composition violating mandatory seniority requirements for judges constitutes a fundamental defect affecting public order, necessitating the annulment of the judgment and remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παρθενίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Μ. Μ. του Γ. και 5) Π. Γ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 4ος και 5ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις - μη δικαιούχου διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2018 αίτησή του, η δε προσθέτως υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσα, με το από 20.12.2018 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου εμφανίστηκαν εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων, η πρώτη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα α) υπ' αριθμ. …93/16.5.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.
Π. και β) τη με αριθμό …76ΣΤ/26.11.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Π. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 8.1.2018 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση στη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας ημέρα και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με παραγγελία των πληρεξουσίων δικηγόρων του αναιρεσείοντος στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αλλά και, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015 (με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 του αυτού νόμου από 1-1-2016), κατά το οποίο "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης...", στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Δ.
Γ., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτούς στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη. Επομένως, αφού οι ως άνω δεύτερη, τέταρτος και πέμπτος αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000). Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.ΑΠ 1/1996, ΑΠ 1136/2013, ΑΠ 1475/2010).
Επί της αιτήσεως του αναιρεσείοντος, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χίου κατά των αναιρεσιβλήτων, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτούς χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 39/2016 απορριπτική αυτής απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος - αιτούντος εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 53/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που απέρριψε την έφεση από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών - εκκαλών άσκησε την υπό κρίση από 8.1.2018 και αριθ. 1/2018 αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 § 1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Ακολούθως με το από 20.12.2018 δικόγραφο, η νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και έχει ήδη νόμιμα αδειοδοτηθεί με τη με αριθμό …41/10/31.07.2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος υπό την ιδιότητα της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων και μη δικαιούχος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, διάδικος, άσκησε υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ("..."), αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος, της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "....
Στην τελευταία εκχωρήθηκε το δάνειο του αναιρεσείοντος από την ειδική διάδοχο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...." και διακριτικό τίτλο "...", στην οποία περιήλθαν μεταξύ άλλων και απαιτήσεις που απορρέουν από τις με αριθμούς ...146 και ...399 συμβάσεις προσωπικών δανείων που είχαν συναφθεί μεταξύ της τελευταίας και του πρώτου των καθ' ών η παρέμβαση και ήδη αναιρεσείοντος ως οφειλέτη, δυνάμει της από 13.3.2018 ειδικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροδανειστηρίου …. (άρθρ. 3 παρ. 3 του Ν. 4354/2015 σε συνδ.
με άρθρο 3 του Ν. 2844/2000). Η κατά τα ως άνω νομιμοποιούμενη εν προκειμένω προσθέτως παρεμβαίνουσα, επικαλούμενη ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί θα εκτείνεται στις έννομες σχέσεις της εντολοδόχου της, ζήτησε με την ένδικη πρόσθετη παρέμβασή της το μεν την απόρριψη της αναίρεσης, το δε να υποκαταστήσει στη δίκη αυτή υπό τους όρους του άρθρου 85 ΚΠολΔ την υπέρ ης η παρέμβαση αρχική εκχωρήτρια των ενδίκων οφειλών δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Τράπεζα.
Η παρέμβαση αυτή ως προς το μέρος της υποστήριξης της θέσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης στη δίκη αυτή από την παρεμβαίνουσα είναι παραδεκτή και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 82, 83 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Αντιθέτως ως προς το αίτημα να χωρήσει στη δίκη αυτή, υπό τους όρους του άρθρου 85 ΚΠολΔ υποκατάσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Τραπεζας από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι δεν συντρέχει η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας, η οποία, όπως από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ προκύπτει, δεν αναβιώνει με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε και με την επ' αυτής αναιρετική δίκη, διότι δεν ανοίγεται με αυτήν νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως (ΑΠ 503/2018).
Επειδή κατά το άρθρο 560 παρ. 2 ΚΠολΔ. κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.
Ο αναιρετικός λόγος συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με την οποία "κανένας δε στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού, ως παρέδρου Πρωτοδικείου και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη" (ΑΠ 219/2019, ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε, ως Εφετείο, συγκροτήθηκε από τον Πρωτοδίκη, Κ.
Α., κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α ΚΠολΔ., που ρυθμίζει τη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, αφού ο τελευταίος κατά το χρόνο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, συζήτησης αυτής (έφεσης), υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο δύο πρωτοδίκες, αρχαιότεροι αυτού, που δίκασαν την ίδια ημέρα άλλες υποθέσεις.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι πράγματι ο προαναφερομένος πρωτοδίκης, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την 9 Νοεμβρίου 2016, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, ενόψει του ότι είχε διορισθεί ως πάρεδρος πρωτοδικείου την 11.3.2015 (αριθμ.
φύλλου 203 ΦΕΚ της 11/3/2015, τεύχος Γ') και ακολούθως είχε προαχθεί στο βαθμό του πρωτοδίκη την 21.3.2016 (σχετική από 29-1-2016 απόφαση του δεκαπενταμελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου). Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Χίου οι πρωτοδίκες Γ. Π., που έχει τοποθετηθεί με τον βαθμό του Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Χίου από το έτος 2010 (αριθμ.
φύλλων ΦΕΚ 1120/22-11-2010 και 126/19-2-2009, τεύχος Γ') και Ο. Κ., που προήχθη σε Πρωτοδίκη στις 23/8/2006 (αριθμ. φύλλου ΦΕΚ 220/23-8-2006, τεύχος Γ'), οι οποίοι ήταν αρχαιότεροι κατά διορισμό από τον πρωτοδίκη Κ. Α. και κατά την παραπάνω ημερομηνία συζήτησης της ένδικης έφεσης, δίκασαν άλλες υποθέσεις.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α Κ.Πολ.Δ., και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτώς προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ' Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. 4 του Ν. 4055/12 και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 8.1.2018 και με αριθ. καταθ. 1/2018 αναίρεση και την από 20.12.2018 πρόσθετη υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρέμβαση.
Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση.
Αναιρεί την 53/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ