Legislator Case Law & Legislation
877/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, remanding case for retrial due to procedural error.

Case Number 877/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final judgment that had declared a claim inadmissible for lack of clarity. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim for unpaid insurance contributions and fees based on an insufficient description of the debt. The court found this procedural error in applying the law regarding inadmissibility grounds and remanded the case for a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564 of the Code of Civil Procedure; A judgment declaring a claim inadmissible for lack of clarity is subject to appeal if the lower court incorrectly applied the law to dismiss the claim based on such insufficiency.

Keywords

AI generated
inadmissibility lack of clarity procedural error remand for retrial insurance contributions contractual fees Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 877 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 877/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μουκανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 10/3/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2011 μη οριστική και 134/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου (μεταβατική έδρα Λήμνου) και 15/2015 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/4/2015 αίτησή του και τους από 10/2/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 13/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι κύριοι λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και ο δεύτερος υπό στοιχείο α’ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να απορριφθούν δε ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος υπό στοιχείο β’ πρόσθετος λόγος αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και τους παραδεκτά, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 10.2.2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 10.2.2017, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 20.3.2017, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 15/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 134/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15.9.2010 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής από σύμβαση έργου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε ακολούθως την αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας.

Κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή, ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα.

Ταυτότητα ιστορική αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης. Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει, ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 34/2016).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, εφόσον η έρευνα αυτού ήταν νομικώς αναγκαία γιατί αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και έπρεπε να προηγηθεί της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς και αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 135/2016, ΑΠ 644/2015).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ’ αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 713/2011, ΑΠ 1164/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει εναντίον του αναιρεσείοντος την από 2.6.2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και ιστορούσε ότι κατάρτισαν σύμβαση έργου για την κατασκευή οικοδομής του και τμηματικά, έναντι του συνόλου των δαπανών και της αμοιβής του, είχε καταβάλει σ’ αυτόν ποσό 292830,94 ευρώ, ήτοι κατά 60086,82 ευρώ περισσότερα χρήματα από το ποσό που όφειλε με βάση την τελική επιμέτρηση των εργασιών που είχε εκτελέσει και συγκεκριμένα αναλύονταν στο δικόγραφο, ζήτησε δε να υποχρεωθεί εκείνος να του καταβάλει το επιπλέον καταβληθέν ποσό καθώς και ποσό 5000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 272/2008 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 12/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και έτσι η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, άσκησε σε βάρος του αναιρεσίβλητου την από 17.4.2004 αγωγή του, με την οποία επικαλούμενος τη μεταξύ αυτού και εκείνου καταρτισθείσα, ως και στην προηγούμενη αγωγή, σύμβαση έργου και την εκτέλεση των εργασιών που αναλύει σε εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής του, ισχυρίστηκε ότι, εκτός των εργασιών που περιγράφονται στην αγωγή του αντιδίκου του, εκτέλεσε και τις αναλυτικά αναφερόμενες εργασίες και το σύνολο της δαπάνης κατασκευής της οικοδομής ανήλθε στο ποσό των 322954,82 ευρώ, η αμοιβή του υπολογιζόμενη κατά τα συμφωνηθέντα σε 7,5% επί της δαπάνης κατασκευής σε 24221,61 ευρώ και το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε σε 19056,10 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει, αφαιρουμένου του καταβληθέντος τμηματικά ποσού των 292986,03 ευρώ, το συνολικό ποσό των 73246,50 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 134/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, μετά δε την άσκηση εφέσεως από τον αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η 15/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή και κατ’ ουσίαν η έφεση και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης, απέρριψε την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της πληρωμής της δαπάνης κατασκευής και του ποσού της αμοιβής, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου που προκύπτει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (12/2014).

Με την 272/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής ασκηθείσας έφεσης, έγινε δεκτό ότι με βάση τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση έργου, ο ήδη αναιρεσείων-εργολάβος ανέλαβε και εκτέλεσε τις αναφερόμενες εργασίες, η δαπάνη των οποίων, σύμφωνα με τις τρέχουσες τιμές μονάδας, στις οποίες συμφωνήθηκε να περιλαμβάνεται και η εργολαβική αμοιβή αυτού, και όχι σε ποσοστό 7,5% επί του συνόλου των δαπανών, όπως είχε ισχυριστεί ο εργολάβος, ανήλθε συνολικά σε 221763,21 ευρώ και ότι ενόψει της καταβολής τμηματικά από τον εργοδότη σ’ αυτόν ποσού 292986,03 ευρώ για την αιτία αυτή, ο εργολάβος έγινε πλουσιότερος με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του εργοδότη κατά το ποσό των 71222,82 ευρώ και γιαυτό υποχρέωσε τον εργολάβο να καταβάλει στον εργοδότη το αιτηθέν με την αγωγή ποσό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον είχε καταβληθεί χωρίς αιτία.

Με τις ίδιες αιτιολογίες το Εφετείο, με την προαναφερόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης αυτής. Από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση προκύπτει δεδικασμένο, μόνο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης του επικληθέντος από τον αναιρεσίβλητο ουσιαστικού δικαιώματος, ήτοι εκείνου που αποτέλεσε περιεχόμενο του νομικού ισχυρισμού του και για το οποίο ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας, όχι όμως και για το αντικείμενο της δίκης της αμοιβής για την οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έχει αξίωση και διώκει την καταβολή της για την εκτέλεση των επιπλέον εργασιών που διαλαμβάνει στο δικόγραφο.

Έτσι, η αγωγή του αναιρεσείοντος δεν ταυτίζεται, ως προς την ιστορική αιτία, ούτε όμως και ως προς τη νομική αιτία, αφού η μεν τελεσίδικη απόφαση εφάρμοσε τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ η αγωγή του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις της σύμβασης έργου των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ.

Η παραδοχή του Εφετείου στην 12/2014 απόφαση ότι "από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος πραγματοποίησε και άλλες εργασίες πέραν των ανωτέρω αναφερομένων", δεν αποτελεί δεδικασμένο για τη δίκη επί της αγωγής του επικαλούμενου την εκτέλεση και άλλων εργασιών αναιρεσείοντος, καθόσον το δεδικασμένο που προκύπτει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεν αφορά το δικαίωμα του αναιρεσείοντος, η μη εκτέλεση δε από αυτόν των εργασιών που ήδη ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή, κρίθηκε πλεοναστικά, χωρίς να είναι αναγκαία προϋπόθεση για το κύριο ζήτημα του αντικειμένου της δίκης εκείνης, ενόψει και του ότι ο εναγόμενος εργολάβος, αμυνόμενος στην εναντίον του δίκη, προέβαλε μεν την εκτέλεση και εργασιών πέραν εκείνων που διαλαμβάνονταν στην κατ’ αυτού αγωγή και ήδη αποτελούν περιεχόμενο και στηρίζουν το αίτημα της ένδικης αγωγής του, όμως μόνο ως αρνητικούς ισχυρισμούς της υπεράσπισής του και όχι θεμελιώνοντας με τα επικαλούμενα ένσταση.

Ενόψει των παραδοχών του Εφετείου και των αναφερομένων στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 12/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, αφού δεν υπήρχε ταυτότητα των περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που δέχθηκε το δικαστήριο και εφάρμοσε στην προηγούμενη δίκη με την 12/2004 τελεσίδικη απόφασή του και εκείνων που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας από την προσβαλλόμενη απόφαση στη νέα δίκη νομικής διάταξης, ούτε ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της ως άνω τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει την αξίωσή του στην ένδικη αγωγή.

Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι βάσιμοι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά, ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015). Εξάλλου, από τα άρθρα 361,478 ΑΚ, 8 παρ. 5 εδ. α’ και γ’ , 24 περ. β’ , 25 παρ. 10 και 26 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/1951 περί ΙΚΑ συνάγεται, ότι υπόχρεος για την καταβολή των εισφορών προς το ΙΚΑ, των ασφαλισμένων προσώπων που προσφέρουν την εργασία τους, είναι ο εργοδότης αυτών και τέτοιος θεωρείται για τις οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται από τον κύριο του έργου ή με τη μεσολάβηση τρίτων (εργολάβου, υπεργολάβου), ο κύριος του κτίσματος, εκτός εάν πρόκειται για ανάθεση εκτέλεσης του έργου εργολαβικώς κατά το σύστημα της αντιπαροχής.

Μπορεί, όμως, να συμφωνηθεί μεταξύ του κυρίου του έργου και του μεσολαβούντος τρίτου στην εκτέλεση αυτού εργολάβου, να καταβάλει ο τελευταίος τις εισφορές αυτές στο ΙΚΑ, και ακολούθως ο κύριος της οικοδομής να του πληρώσει το ποσό αυτό των ασφαλιστικών εισφορών. Η σύμβαση δε αυτή, ως προς τις εσωτερικές τους σχέσεις, δεν είναι άκυρη, γιατί δεν μεταθέτει το ασφαλιστικό βάρος, αλλά λειτουργεί και ισχύει μόνο μεταξύ εργοδότη και εργολάβου (ΑΠ 1720/2014).

Εάν ο εργολάβος πληρώσει το ποσό των εισφορών και ο εργοδότης κύριος της οικοδομής αρνείται να του το καταβάλει, η αγωγή, που θα ασκήσει για την αξίωσή του αυτή, για να είναι νομικά ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει τη σχετική συμφωνία, την καταβολή συγκεκριμένου ποσού για τις ασφαλιστικές εισφορές και την άρνηση του εργοδότη (οφειλέτη) να καταβάλει το χρέος του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15.9.2010 αγωγής του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε, για το ενδιαφέρον ζήτημα της αξίωσης καταβολής από τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 19056,10 ευρώ που αφορά στις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, είχε ισχυριστεί ότι μεταξύ αυτών είχε συμφωνηθεί να αναλάβει ο αναιρεσείων την επιμέλεια της κατασκευής της οικοδομής του αναιρεσίβλητου και εκτός των άλλων να πληρώσει τις ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού, το ποσό των οποίων, συμπεριλαμβανόμενο στις δαπάνες εκτέλεσης του έργου, θα το κατέβαλε σ’ αυτόν ο αναιρεσίβλητος, καθώς και τη συμφωνηθείσα από ποσοστό 7,5% επί της συνολικής δαπάνης αμοιβή του, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού, τις οποίες αναλυτικά εκθέτει στο δικόγραφο κατά το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε εργαζόμενο για κάθε επιμέρους μηνιαίο χρονικό διάστημα και για τις αναφερόμενες ημέρες εργασίας του, ανέρχεται συνολικά σε 19056,10 ευρώ, του οποίου ζήτησε την καταβολή, πέραν του ποσού των 322954,82 ευρώ στο οποίο ανήλθαν συνολικά οι υπόλοιπες, εκτός των ασφαλιστικών εισφορών δαπάνες, καθώς και του ποσού των 24221,61 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη συμφωνημένη αμοιβή του, υπολογίζοντας αυτήν στο ποσό των δαπανών, όχι δε και το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών.

Με το περιεχόμενο τούτο η αγωγή, ως προς την αξίωση της πληρωμής του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών που ο αναιρεσείων πλήρωσε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της. Το Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας της κατά το ως άνω κεφάλαιο, κατά το οποίο την απέρριψε για το λόγο αυτό, παρά το νόμο απάγγειλε απαράδεκτο και επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο σχετικός με στοιχ.

Β’ περ. α’ πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως και των αντίστοιχων πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτών, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.

Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 15/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ