Supreme Court allows writ of review against public body appeal, remanding case for retrial on contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State and Rodos Municipality's appeals against a final lower court decision. The court found the State's and Municipality's arguments regarding the notary's lack of legal basis for the contract to be inadmissible or insufficient. Consequently, the court accepted the notary's request to annul the lower court's decision and remanded the case for a retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject vague appeals lacking specific legal grounds and accept a request to annul a judgment if the appellant demonstrates the lower court's decision lacks a legal basis, remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Α. Π., το γένος Φ. Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Μπίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΙΩΝ" που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Α. Π., το γένος Φ. Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Μπίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΙΩΝ" που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Α. Π., το γένος Φ. Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Μπίρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" ήδη "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.) - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Τ.Α.Ν.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αδαμαντία Καπετανάκη, Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2005 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχεία Β και Γ1 ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκε με τις από 16/7/2005 και 15/9/2005 πρόσθετες παρεμβάσεις, του Ταμείου Νομικών και του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσα και υπό στοιχεία Β και Γ1 ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30/6/2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 92/2010 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που συνεκδικάζοντας την παρούσα αίτηση με την από 15/2/2008 αίτηση και τους από 30/4/2009 πρόσθετους λόγους του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος και την από 23/1/2008 αίτηση του υπό στοιχείο Γ αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Α2 αναιρεσιβλήτου, τις παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε η 8/2012 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που απέρριψε τους παραπεμφθέντες σε αυτήν λόγους και ανέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσα και υπό στοιχεία Β και Γ1 ήδη αναιρεσίβλητη με την από 31/7/2012 κλήση της.
Εκδόθηκε η 441/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που συνεκδικάζοντας εκ νέου τις ως άνω αιτήσεις, ανέβαλλε την πρόοδο της δίκης κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσα και υπό στοιχεία Β και Γ1 ήδη αναιρεσίβλητη με την από 19/7/2013 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/10/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βασίλειου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30/6/2008 αίτηση αναιρέσεως, και να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως των από 15/2/2008 και από 23/1/2008 αιτήσεων.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχεία Β και Γ1 ήδη αναιρεσίβλητης και του υπό στοιχείο Γ2 ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 30/6/2008 αιτήσεως, την απόρριψη των λοιπών και την καταδίκη των αντίδικων μερών στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Φέρονται προς συζήτηση οι ένδικες αναιρέσεις κατά της υπ' αριθμ. 248/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, ήτοι : α) η 30-6-2009 αίτηση της Α. συζ. Α. Π., συμβολαιογράφου, β) η από 15-2-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και η γ) από 23-1-2008 του Δήμου Ροδίων. Οι αιτήσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 92/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με την ίδια απόφαση: α) απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η αίτηση του Δήμου Ροδίων, ως προς το Ταμείο Νομικών και τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Αθηνών - Πειραιώς-Αιγαίου, β) απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι οι από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος (κύριος) και δεύτερος πρόσθετος αναιρετικοί λόγοι που προέβαλαν το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Ροδίων και γ) παραπέμφθηκαν στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
πρώτος κύριος, δεύτερος πρόσθετος αναιρετικοί λόγοι του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και ο πρώτος αναιρετικός λόγος του Δήμου Ροδίων, με τους οποίους προέβαλαν τον ισχυρισμό, ότι η ενάγουσα συμβολαιογράφος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, προς άσκηση της ένδικης, περί καταβολής συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων αγωγής.
Από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου (Β' Τακτική) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8/2012 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω λόγοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Δικαστήριο τούτο, προς έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων των ενδίκων αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάζονται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 92/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
2.- Κατά το άρθρο 40 παρ.1 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν 2830/2000): "Ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή. Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενο τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή τη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά.
Τέλη και δικαιώματα που εισπράχθηκαν από το συμβολαιογράφο νόμιμα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου ουδέποτε επιστρέφονται. Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας.
Με όμοιες αποφάσεις ορίζεται ο τρόπος είσπραξης των αμοιβών των συμβολαιογράφων για τη διαφορά που τυχόν προκύπτει ανάμεσα στην αξία που δηλώθηκε για το αντικείμενο της δικαιοπραξίας και στη μεγαλύτερη αξία που οριστικά καθορίσθηκε από την αρμόδια αρχή". Περαιτέρω με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης 40330/2005 ( ΦΕΚ Β 599 2005), 74084/1996 (ΦΕΚ Β 995 1996) και 2470/1978 καθορίστηκαν τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων.
Ειδικότερα με το άρθρο 5 της ΥΑ 74084 /1996 που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, αλλά και με το ταυτόσημα κατά το περιεχόμενο άρθρο της ΥΑ 40330/2005, ορίστηκε ότι: "Εάν με το ίδιο συμβόλαιο καταρτίζονται περισσότερες δικαιοπραξίες τα δικαιώματα του Συμβολαιογράφου κανονίζονται για κάθε μία απ' αυτές ξεχωριστά".
Με το άρθρο 7 της Υ Α 74084 /1996 ορίστηκε ότι για τα δικαιώματα των Συμβολαιογράφων, στις περιπτώσεις που υπόχρεος για την καταβολή αυτών είναι το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., η Τράπεζα της Ελλάδος και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, θα εξακολουθήσει να ισχύει η απόφαση 2470/1978 (ΦΕΚ 56/Τ.Β/1978). Έτσι τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων στις πιο πάνω περιπτώσεις είναι τα καθοριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 της πιο πάνω ΥΑ 2470/1978, κατά την οποία "Δια την σύνταξιν παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου ο συμβολαιογράφος λαμβάνει ως αμοιβή α) πάγιον δικαίωμα δραχμάς εξήκοντα (60), β) επί πλέον της αμοιβής ταύτης και προκειμένου περί πράξεων των οποίων το αντικείμενον απτοτιμάται εις χρήμα, αναλογικόν δικαίωμα εις ποσοστόν, κανονιζόμενον επί τη βάσει της εν τω συμβολαίω δηλουμένης αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως ή της υπό της αρμοδίας αρχής καθοριζομένης μείζονος τοιαύτης τρία τοις εκατόν (3ο/ο) δια το μέχρι τριάκοντα χιλιάδων (30.000 δραχμών ποσόν της αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως και ένα τοις εκατόν (1ο/ο) δια το πέραν των τριάκοντα (30.000) χιλιάδων δραχμών ποσόν".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. ιστ. περ. αα του ν.4114/60, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 1512/1985 πόρο του Ταμείου Νομικών αποτελεί, πλην άλλων, ποσοστό 1, 30% επί της αξίας του αντικειμένου κάθε συμβάσεως που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, πλην των προβλεπομένων εξαιρέσεων. Κατ' εξαίρεση το άνω δικαίωμα περιορίζεται επί εργολαβικών συμβάσεων, όπου μεταξύ των συμβαλλομένων είναι το Δημόσιο, Δημόσιες εν γένει Υπηρεσίες, Ιδρύματα και Οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στο ήμισυ (1/2) επί τοις εκατόν.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, εάν με το ίδιο συμβόλαιο καταρτίζονται περισσότερες δικαιοπραξίες τα δικαιώματα του Συμβολαιογράφου κανονίζονται για κάθε μία απ" αυτές ξεχωριστά, στις περιπτώσεις δε, που υπόχρεος για την καταβολή των δικαιωμάτων αυτών είναι το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., η Τράπεζα της Ελλάδος και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, τα δικαιώματα αυτά υπολογίζονται κατά τον οριζόμενο στις πιο πάνω ΥΑ τρόπο, βάσει της δηλουμένης στο συμβόλαιο αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως ή της μεγαλύτερης που καθορίζεται από την αρμοδία αρχή.
Ήδη τα δικαιώματα αυτά ρυθμίζονται με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΥΑ 40330 /2005. Εξάλλου, κρατικά, κατά το άρθρο 115 του Ν. 2830/2000, είναι τα συμβόλαια όταν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέλη είναι, μεταξύ άλλων, το Δημόσιο, οι Δήμοι και Κοινότητες, οι Ενώσεις και οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.).
Εξάλλου στο κεφ.Γ του ν.2160/1993 ορίζονται, πλην άλλων, και τα εξής: "Άρθρο 30. 1.Η διοίκηση, διαχείριση, εκμετάλλευση και έλεγχος των τουριστικών λιμένων ανήκει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ... 5.Εγκρίνονται από της ισχύος του παρόντος νόμου στις ακόλουθες θέσεις και περιοχές η χωροθέτηση, τα όρια της χερσαίας ζώνης, οι προσχώσεις, καθώς και οι χρήσεις γης και οι όροι και περιορισμοί δόμησης ...
Οι θέσεις και περιοχές που εγκρίνονται με την παρούσα παράγραφο είναι: α ... θ. ΡΟΔΟΣ τουριστικός λιμένας. Οι διατάζεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 31 του παρόντος ισχύουν και για τις ανωτέρω θέσεις και περιοχές και η παραχώρηση και εκμετάλλευση των ανωτέρω πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία, που προβλέπεται στο άρθρο 31 παρ. 4 και 7 του παρόντος νόμου.
Η χρήση και εκμετάλλευση των παραπάνω τουριστικών λιμένων μπορεί να παραχωρείται με σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάζεις του άρθρου 31 παρ. 7 του "παρόντος, σε Ο.Τ.Α. α' ή β' βαθμού ή σε εταιρεία στην οποία μετέχει ο Ο.Τ.Α., εφόσον ο ίδιος είναι κύριος ή επικαρπωτής παράκτιου ακινήτου που έχει περιληφθεί στη χερσαία ζώνη του τουριστικού λιμένα ή συνέχεται με αυτήν και αναλαμβάνει την υποχρέωση εκτέλεσης όλων των αναγκαίων νια τη λειτουργία του λιμένα έργων, είτε ο ίδιος είτε η εταιρεία". "Άρθρο 31 παρ. 7.
Η παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της ζώνης του τουριστικού λιμένα στο φορέα διαχείρισης τουριστικού λιμένα διέπεται από τους όρους της σύμβασης, τις διατάζεις του παρόντος νόμου και του Αστικού Κώδικα. Η σύμβαση υπογράφεται για λογαριασμό του Δημοσίου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και το φορέα διαχείρισης τουριστικού λιμένα και περιλαμβάνει, τουλάχιστο, λεπτομερή περιγραφή των έργων που αναλαμβάνει να κατασκευάσει ο φορέας διαχείρισης τουριστικού λιμένα, το ελάχιστο ποσό της επένδυσης που απαιτείται και τον τρόπο κάλυψης αυτής, τη χρονική διάρκεια της παραχώρησης, που δεν δύναται να υπερβαίνει τα 99 έτη κατ' ανώτατο όριο, το καταβλητέο στο Δημόσιο αντάλλαγμα για όλη τη χρονική διάρκεια της παραχώρησης, τις ποινικές ρήτρες για παραβάσεις της σύμβασης, τους λόγους λύσης της σύμβασης, την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του Δημοσίου και του φορέα διαχείρισης τουριστικού λιμένα με διεθνή ή εσωτερική διαιτησία και οποιονδήποτε άλλο όρο συνδεόμενο με την παραχώρηση ή την εκμετάλλευση του τουριστικού λιμένα και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Στη σύμβαση, από την εμπρόθεσμη κατάθεση τους, προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της όλες οι μελέτες, τα σχέδια, το χρονοδιάγραμμα και λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Τροποποίηση της σύμβασης δεν επιτρέπεται χωρίς τη συγκατάθεση του φορέα διαχείρισης τουριστικού λιμένα ... 8.
Ο φορέας διαχείρισης τουριστικού λιμένα οφείλει, εντός διμήνου από την ολοκλήρωση του συνόλου των έργων του τουριστικού λιμένα, να υποβάλει αίτηση στη Γραμματεία στην οποία θα επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα και πλήρη σειρά σχεδίων του τουριστικού λιμένα και των εγκαταστάσεων αυτού, όπως κατασκευάσθηκαν προκειμένου να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του τουριστικού λιμένα και όλων των εγκαταστάσεων αυτού ...".
Περαιτέρω στο άρθρο 681 του Α.Κ. ορίζονται τα εξής:"Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή". Οι ως άνω διατάξεις του ν. 2160/1993 προσδιορίζουν τη φύση και το οικονομικό αντικείμενο της συναπτόμενης, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 5 του άρθρου 30 και 7 του άρθρου 31 του νόμου αυτού, σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου και Ο.Τ.Α.
Η σύμβαση αυτή είναι ειδικώς ρυθμιζόμενη από το νόμο, ήτοι από τις πιο πάνω διατάξεις και οι ενοχές που δημιουργούνται με τη σύμβαση αυτή συνίστανται, στην υποχρέωση του Δημοσίου να παραχωρήσει τη χρήση και την εκμετάλλευση τουριστικού λιμένος για τουλάχιστον 99 έτη και του φορέα διαχείρισης του τουριστικού λιμένα ( και εν προκειμένω του Δήμου Ροδίων), αφενός να καταβάλει οικονομικό αντάλλαγμα για τη παραχώρηση αυτή και αφετέρου να προβεί στην κατασκευή των αναγκαίων έργων για τη λειτουργία του λιμένα, προσδιοριζομένου στη σύμβαση του ελάχιστου ποσού της επένδυσης.
Επομένως ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της συμβάσεως αυτής, είτε ως αμιγούς sui generis συμβάσεως, από την οποία δημιουργούνται περισσότερες ενοχές, είτε ως μικτής συμβάσεως (εργολαβίας, σύμβασης παραχώρησης χρήσεως του λιμένος), τα δικαιώματα του Συμβολαιογράφου που συντάσσει το σχετικό συμβόλαιο, κανονίζονται, βάσει της δηλουμένης στο συμβόλαιο αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως, που περιλαμβάνει τόσο την αξία του οικονομικού ανταλλάγματος για τη παραχώρηση, όσο και τη δηλούμενη στο συμβόλαιο αξία της απαιτούμενης επενδύσεως για την εκτέλεση των αναγκαίων έργων για τη λειτουργία του λιμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσείουσα με την 31.1.2005 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι και σε ολόκληρο καθένας, άλλως κατά το ήμισυ, να της καταβάλουν το ποσόν των 514.949, 89 ευρώ (με το νόμιμο τόκο από τη σύνταξη του συμβολαίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση για συμβολαιογραφικά αυτής δικαιώματα, για δικαιώματα του Ταμείου Νομικών και για έξοδα έκδοσης αντιγράφων, σύνταξης περίληψης μεταγραφής και μεγαρόσημο πρωτοτύπου (195.659, 68 ευρώ για συμβολαιογραφικά δικαιώματα, ποσό 318.944, 21 € για δικαιώματα Ταμείου Νομικών και 346, 00€ για έξοδα), τα οποία προήλθαν από τη σύνταξη του 23.079/2003 κρατικού συμβολαίου, το οποίο αυτή συνέταξε κατ' εντολή των συμβαλλομένων εναγόμενων - αναιρεσιβλήτων, ήτοι του Δήμου Ροδίων και Ελληνικού Δημόσιου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 97/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια περί συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων και εισφορών υπέρ του Ταμείου Νομικών λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι, όπως κρίθηκε, στην έγερση της αγωγής νομιμοποιείται μόνο ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος και ως προς το αιτούμενο ποσό για έξοδα της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, ως αόριστο.
Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-6-2006 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 248/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση, και δέχθηκε εν μέρει την από 31-1-2005 αγωγή της και υποχρέωσε τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους να της καταβάλουν, το μεν Ελληνικό Δημόσιο το ποσόν των 124.116, 406, ο δε Δήμος Ροδίων το ποσόν των 25.166, 206 ευρώ και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ενώ το κονδύλιο των 346, 00 6, απορρίφθηκε ως αόριστο.
Ειδικότερα το Εφετείου Δωδεκανήσου δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα μετά από εντολή των εναγομένων συνέταξε το .../ 13.6.2003 κρατικό συμβόλαιο με συμβαλλομένους αφενός το Ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου το Δήμο Ροδίων. Δυνάμει του συμβολαίου αυτού το Ελληνικό Δημόσιο παρεχώρησε στο Δήμο Ροδίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 του Ν. 2160/1993 και 52 του Ν. 3105/2003 τη χρήση και εκμετάλλευση της ζώνης του τουριστικού λιμένα Ρόδου για χρονικό διάστημα 40 ετών αρχομένης από 13.6.2003 και ετήσιο αντάλλαγμα 252.560 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο στην αρχή κάθε έτους βάσει του άρθρου 6 του συμβολαίου αυτού.
Ο Δήμος Ροδίων παρεχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο αντί τιμήματος 30.800 ευρώ την κυριότητα σε παράκτια έκταση 100 τ.μ. εντός της χερσαίας ζώνης του λιμένα. Με την ίδια σύμβαση (άρθρο 3) ο Δήμος Ροδίων ως φορέας διαχείρισης του λιμένα ανέλαβε την κατασκευή στη ζώνη του τουριστικού λιμένα διαφόρων έργων ελαχίστου κόστους 15.000.000 ευρώ (άρθρο 4).
Η παραχώρηση έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 2160/1993 (άρθρα 30 § 5 και 31). Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη χρήση και εκμετάλλευση των τουριστικών λιμένων. Για το λόγο αυτό ήτοι για την παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης προβλέπεται η σύναψη μιας συμβάσεως (άρθρο 31 § 7) μικτής, όπου ο υπολογισμός των αμοιβών γίνεται στο αντικείμενο του έργου (15.000.000 ευρώ).
Συνεπώς με το παραπάνω συμβόλαιο πέραν της συμβάσεως μεταβίβασης κυριότητας συνήφθη και μία σύμβαση έργου (εργολαβία) με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης των άρθρων 30 και 31 του ν. 2160/1993. Στα πλαίσια αυτά περιλαμβάνονται ανταλλάγματα όπως αυτά που ορίζονται στο άρθρο 6 της παραχώρησης τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με μισθώματα.
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και η περιεχόμενη σε αυτό αναφορά "ότι η παρούσα παραχώρηση δεν εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων", η οποία είναι προφανές ότι απέβλεψε στον αποκλεισμό κάθε αμφισβήτησης ως προς το είδος της συναφθείσας συμβάσεως παραχωρήσεως της χρήσεως του λιμένα.
Επομένως το αντικείμενο των συμβάσεων που συνήφθησαν με το παραπάνω συμβόλαιο ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των 15.030.800 ευρώ και όχι στο ποσό των 24.564.970 ευρώ, που ισχυρίζεται η ενάγουσα. Τα δικαιώματα του Ταμείου Νομικών επί της αξίας του αντικειμένου κάθε συμβάσεως που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ανέρχεται σε ποσοστό 1, 30 % (άρθρο 14 § 1 του ν. 1512/1985).
Σε εργολαβικές συμβάσεις όπου ένας από τους συμβαλλόμενους είναι το δημόσιο το ποσοστό ορίζεται στο 1/2 % (0, 65 %). Ως προς τους δήμους κατ' άρθρο 304 του Π.Δ 410/1995 απαλλάσσονται των εισφορών υπέρ του Τ. Ν. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 1 ΑΚ, η οποία αποτελεί κανόνα ενδοτικού δικαίου και ισχύει για την περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι δεν ορίζουν διαφορετικά με τη μεταξύ τους συμφωνία στη σύμβαση πώλησης και ανταλλαγής τα έξοδα και τέλη που απαιτούνται για την κατάρτιση αυτής βαρύνουν εξ ίσου και τα δύο μέρη.
Στην κρινόμενη υπόθεση κατά την οποία υπόκειται αγοραπωλησία αγαθών δεν αποδείχθηκε ούτε και επικαλείται κάποιος διάδικος συμφωνία αυτών που να κατανέμει διαφορετικά το βάρος της δαπάνης αυτής και επομένως αυτή βαρύνει εξ ίσου τα διάδικα μέρη (εναγόμενους). Σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα συμβολαιογράφος δικαιούται από την παραπάνω σύμβαση για συμβολαιογραφικά αυτής δικαιώματα: 1) 3% για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι 30.000 δραχμές (88, 04 ευρώ) ήτοι 25, 40 ευρώ 2) 1% για το αντικείμενο της σύμβασης πέραν των 88, 04 ευρώ, (15.030.712 € Χ 1%), ήτοι 150.307 ευρώ και συνολικά 150.332, 40 ευρώ, το οποίο υποχρεούνται να της καταβάλλουν εξ ίσου οι εναγόμενο το αιτούμενο ποσόν των 346 ευρώ που ζητεί η ενάγουσα για έξοδα 5 αντιγράφων, έξοδα περίληψης μεταγραφής και μεγαρόσημο πρωτοτύπου, όπως ζητείται είναι αόριστο αφού δεν εξειδικεύονται τα επί μέρους ποσά ώστε να μπορούν οι εναγόμενοι να αμυνθούν, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εναγόμενος δήμος απαλλάσσεται από τα έξοδα μεταγραφής (άρθρο 304 του Π.Δ 410/1995).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο αυτό ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως κρίνονται απορριπτέα. Για δικαιώματα του ταμείου νομικών η ενάγουσα από το προαναφερόμενο συμβόλαιο δικαιούται:1) Για τη σύμβαση αγοραπωλησίας αντικειμένου 30.800 ευρώ (30.800 Χ 1, 30%), 400, 4 ευρώ 2) Για την εργολαβική σύμβαση αντικειμένου 15.000.000 ευρώ δικαιούται (15.000.000 Χ 0, 65%) 97.500 ευρώ και συνολικά 97.900, 40 ευρώ, το οποίο υποχρεούνται εξ ίσου να κατά βάλλουν οι εναγόμενοι.
Όμως σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις ο εναγόμενος δήμος απαλλάσσεται από την εισφορά αυτή κατ' άρθρο 304 του ΠΔ 410/1995".
Μετά ταύτα το Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της υποθέσεως και δέχθηκε ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής, απέρριψε την ένσταση του Δήμου από το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς και την ένσταση και περί συντρέχοντος πταίσματος, δέχθηκε στη συνέχεια κατά ένα μέρος και ως ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά.
Με την κρίση του το Εφετείο με το να υπολογίσει την αξία των αντικειμένων της συμβάσεως μόνο στο ποσό των 15.030.800 ευρώ, δηλαδή στο ποσό που αποτελείται από το άθροισμα των οικονομικών αντικειμένων της αξίας των εκτελεσθησομένων έργων και του τιμήματος μεταβίβασης της εδαφικής έκτασης του Δήμου Ροδίων προς το Ελληνικό Δημόσιο, παραλείποντας τον συνυπολογισμό και του ποσού των 9.534.170, 00€ δηλαδή το αντάλλαγμα της παραχωρηθείσας χρήσεως του τουριστικού λιμένα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω διατάξεις που καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές δικαιωμάτων (άρ 40 ν. 2830/2000, αρθ. 1 ΥΑ 74084/1996 και αρθ. 1 της 2470/18-24/1-1978 ΚΥΑ) καθώς και τα δικαιώματα του Ταμείου Νομικών ( αρθ. 10 παρ. 1 εδ.
ιστ περ. αα ν.δ. 4114/1960), αφού στην προκειμένη περίπτωση που αφορά κρατικό συμβόλαιο και υπόχρεοι για την καταβολή των δικαιωμάτων είναι το Δημόσιο και ο Δήμος Ροδίων, τα δικαιώματα αυτά δεν υπολογίστηκαν κατά το οριζόμενο στις πιο πάνω ΥΑ τρόπο, βάσει της δηλουμένης στο συμβόλαιο αξίας της συμβάσεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην οποία περιλαμβάνεται και το αντάλλαγμα χρήσης του τουριστικού λιμένα .
Επομένως, ο πρώτος, από το άρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο η ενάγουσα αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Καθό μέρος, όμως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι στο αντικείμενο της συμβάσεως περιλαμβανόταν και το χρηματικό ποσό των 15.000.000 ευρώ, που αποτελούσε το τίμημα του έργου, που ανέλαβε να κατασκευάσει ο Δήμος Ροδίων, με αυτοχρηματοδότηση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων (άρ 40 ν. 2830/2000, αρθ. 1 ΥΑ 74084/1996 και αρθ. 1 της 2470/18-24/1-1978 ΚΥΑ) και τα δικαιώματα του Ταμείου Νομικών ( αρθ. 10 παρ. 1 εδ.
ιστ περ. αα ν.δ. 4114/1960) καθώς και τις διατάξεις των άρ.29 - 31 του ν. 2160/1993, αφού στην προκειμένη περίπτωση, που αφορά κρατικό συμβόλαιο και υπόχρεοι για την καταβολή των δικαιωμάτων είναι το Δημόσιο και ο Δήμος Ροδίων, τα δικαιώματα αυτά υπολογίστηκαν κατά το οριζόμενο στις πιο πάνω ΥΑ τρόπο, βάσει της δηλουμένης στο συμβόλαιο αξίας του αντικειμένου κάθε επί μέρους συμβάσεως συνεπώς και της αναφερόμενης σε αυτό συμβάσεως έργου με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης των άρ. 30 και 31 του κεφ.
Γ του ν. 2160/1993, όπως αυτά διεξοδικά αναφέρθηκαν παραπάνω στη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου (υπ' αριθμ. 2).
Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι το εφετείο, με την ως άνω κρίση του, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, κατ'άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αφενός μεν διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αφετέρου δε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προταθεί χωρίς να συντρέχει μία από τις περιπτώσεις εξαιρέσεως που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη της παρ.2 του άρ. 562 ΚΠολΔ, για να κριθούν παραδεκτοί.
3.- Με τον αυτό, τρίτο πρόσθετο λόγο, από το άρ. 19 του άρ. 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τούτο, διότι, όπως αναφέρει, "το Εφετείο δεν ερεύνησε ούτε μνημονεύει στην απόφαση του τη συνδρομή των στοιχείων που κατά τις ως άνω διατάξεις είναι απαραίτητα για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως έργου, δηλαδή την ανάληψη και τον προσδιορισμό της υποχρέωσης από τον Δήμο εκτέλεσης συγκεκριμένου έργου έναντι της από το Δημόσιο καταβολής από την αιτία αυτή συμφωνημένης αμοιβής, την πρωτοβουλία, το άμεσο συμφέρον και την ευθύνη του εργοδότη για την επιλογή, την πραγματοποίηση της επένδυσης, τον τρόπο και τη δαπάνη κατασκευής των έργων που συνιστούν αυτήν". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, αφενός μεν, ως αλυσιτελείς, διότι η τυχόν μη αναφορά στο συμβόλαιο στοιχείων που καθιστούν αόριστη τη σύμβαση, δεν απαλλάσσει τους συμβαλλόμενους της υποχρεώσεως να καταβάλλουν τα αναλογούντα για τη σύμβαση αυτή συμβολαιογραφικά δικαιώματα, αφετέρου ως αβάσιμες, αφού στην απόφαση προσδιορίζεται η εν λόγω σύμβαση ως "σύμβαση έργου με το σύστημα της αυτοχρηματοδοτήσεως των αρ.30 και 31 του ν. 2160/1993" με το αναφερόμενο πιο πάνω περιεχόμενο, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά επιπλέον στοιχείων.
Συνεπώς, ο προσβαλλόμενος από τον αριθμόν 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ προαναφερόμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος.
4.- Με τον τέταρτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο, από το άρ. 1 του άρ. 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο προβάλλει ότι το Εφετείο υποχρεώνει το Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη δικαιώματα του Ταμείου Νομικών ποσού 48.950, 20 ευρώ, που οφείλονται λόγω της σύνταξης ενοχικής συμβολαιογραφικής σύμβασης για τη δημιουργία τουριστικών λιμένων, σύμφωνα με τα άρθρα 29 και επόμενα του ν.2160/1993, πλην όμως, όπως αναφέρει, κατά το χρόνο της συζήτησης της έφεσης της αντιδίκου του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στις 16-3-2007, ίσχυε η διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3498/2006, κατ' εφαρμογή της οποίας είχε ήδη αποσβεσθεί κάθε ένδικη ανεξόφλητη οφειλή του από την αιτία αυτή προς το Ταμείο Νομικών και το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας, παρότι έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, με την ως άνω κρίση του παραβίασε ουσιαστικό κανόνα δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά την πιο πάνω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον είχε προτείνει ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος, ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από τις αναφερόμενες στην παρ.2 του άρ. 562 του ΚΠολΔ.
Ανεξαρτήτως τούτων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3498/2006 "1. Το Δημόσιο απαλλάσσεται από οποιαδήποτε κράτηση, εισφορά ή δικαίωμα υπέρ οποιουδήποτε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικού οργανισμού ή οποιουδήποτε τρίτου, για συμβάσεις, εμπράγματες ή ενοχικές, που καταρτίζει με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό έγγραφο, για δημιουργία τουριστικών λιμένων, σύμφωνα με τα άρθρα 29 και επόμενα του ν.2160/1993 (ΦΕΚ 118 Α').
Τα δικαιώματα και οι αμοιβές των συμβολαιογράφων και υποθηκοφυλάκων για τις συμβάσεις αυτές και κάθε άλλη προς πραγμάτωση αυτών πράξη περιορίζονται στο δέκα τοις εκατό (10%) των προβλεπομένων. 2. Τυχόν οφειλόμενα από το Δημόσιο δικαιώματα, εισφορές, κρατήσεις ή αμοιβές προς Ν.Π.Δ.Δ. για συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2160/1993 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος αποσβέννυνται, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται".
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρ. 533 παρ.2 του ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω διάταξη του άρ.26 του ν. 3498/2006 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ίδιου νόμου από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως δηλαδή από 24-10-2006 (ΦΕΚ Α 230/24-10-2006).
Η πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε, όπως εξ αυτής προκύπτει στις 6-6-2006 και συνεπώς δεν ίσχυε η πιο πάνω διάταξη κατά το χρόνο αυτό. 5.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή..
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό .
Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Ροδίων με τον αρ. 1 του 559 του ΚΠολΔ, τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει: "κατά παράβαση των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 2830/2000, άλλως του άρθρου 281 Α.Κ., άλλως κατά συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 2 του Ν. 2830/2000, 8 του Ν. 2251/1994 και 300 του Α.Κ...".
Ειδικότερα αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι : 1) Κατά παράβαση της παραγρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), η αναιρεσίβλητη δεν εξήγησε στον αναιρεσείοντα ποιο θα είναι το ύψος των συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων Ταμείων που θα απαιτήσει, ούτε ότι θα απαιτούσε αμοιβή και για εργασία που δεν εκτέλεσε αναφορικά με μέρος της σύμβασης παραχώρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης της ζώνης του τουριστικού λιμένα Ρόδου, ούτε ότι θα απαιτούσε την πληρωμή δικαιωμάτων του Ταμείου Νομικών, παρά τα αντίθετα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 304 του τότε ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Π.Δ. 410/1995) και ότι, εάν πρόβαινε στις εξηγήσεις που αναφέρει στην αίτηση του, δεν θα προχωρούσε στην σύνταξη ολόκληρης της επίδικης συμβάσεως με τον συμβολαιογραφικό τύπο ( που δεν απαιτείτο), αλλά μόνο στη σύνταξη του συμβολαίου που αφορούσε τη μεταβίβαση κυριότητας. 2) Η αξίωση της ενάγουσας αναιρεσίβλητης να της καταβάλει ο αναιρεσείων Δήμος για την παραπάνω ενοχική σύμβαση της παραχώρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης της ζώνης του τουριστικού λιμένα Ρόδου, στην σύνταξη της οποίας δεν συνέπραξε και παρά την υποχρέωση της, υπαίτια δεν εξήγησε πριν από την σύναψη αυτής, ότι θα απαιτούσε τις επίδικες επ' αυτής οικονομικές αξιώσεις σε βάρος δημόσιου χρήματος, οπότε ο Δήμος θα την κατάρτιζε με τον ιδιωτικό τύπο, δεδομένου ότι δεν απαιτείτο κατά το νόμο η σύνταξη συμβολαίου -, συνιστά απαγορευμένη άσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει η καλή πίστη. 3) Η ενάγουσα αναιρεσίβλητη με υπαιτιότητα της δεν εξήγησε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με το συμβόλαιο ο Δήμος, ούτε διαπίστωσε ότι αυτός τις γνώριζε, ούτε του επέστησε την προσοχή, ότι θα δημιουργηθούν τέτοιες αξιώσεις και αντίστοιχα υποχρεώσεις για μη παρασχεθείσα εργασία και συγκεκριμένα δεν εξήγησε ότι θα αξιώσει στο μέλλον από το Δήμο Ροδίων αποζημίωση - αμοιβή, για το μέρος της σύμβασης, που αφορούσε την παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της ζώνης του τουριστικού λιμένα Ρόδου, για το οποίο δεν παρείχε καμιά εργασία ή υπηρεσία.
Συνεπώς, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις της παραγρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 2830/2000, άλλως του άρθρου 281 Α.Κ., άλλως και κατά συνδυασμό τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του Ν. 2830/2000, 8 του Ν. 2251/1994 και 300 του Α.Κ.- Ο αναιρεσείων Δήμος είχε προβάλλει και ενώπιον του Εφετείου (ως εφεσίβλητος και προς απόκρουση της κατ' αυτού εφέσεως), κατά τον αυτό τρόπο, τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου, καθώς και την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος.
Επί των προβαλλόμενων από τον αναιρεσείοντα Δήμο πιο πάνω αιτιάσεων πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), ο συμβολαιογράφος ασκών τα "καθήκοντα του ευσυνείδητα και αμερόληπτα, κατά την σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων "οφείλει να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών".
Ούτε, όμως, από τη διάταξη αυτή, αλλά ούτε και από άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο συμβολαιογράφος κατά την κατάρτιση του συμβολαίου δεν εξηγήσει στους συμβαλλόμενους τις υποχρεώσεις τους, σχετικά με τα οφειλόμενα σε αυτόν δικαιώματα, οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν υποχρέωση καταβολής αυτών.
Συνεπώς, ο από το άρ. 559 άρ. 1 τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της πιο πάνω διατάξεως, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του ισχυρισμού αυτού, κατ' αρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, αφού για πρώτη φορά προβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει μία από τις περιπτώσεις εξαιρέσεως που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη της παρ.2 του άρ. 562 ΚΠολΔ για να κριθεί παραδεκτός (ενώπιον του Εφετείου η πιο πάνω παράλειψη της συμβολαιογράφου προτάθηκε ως γεγονός για τη θεμελίωση μόνο της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεώς της), είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Επίσης ο αναιρεσείων Δήμος με το αναιρετήριο του επαναφέρει τις ενστάσεις περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου, καθώς και την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που είχε προβάλλει και ενώπιον του Εφετείου εκθέτοντας τα κατ' αυτόν "πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα", όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω ( με αρ.2) από τα οποία συνάγεται ότι ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά την αγωγή της.
Επίσης εκθέτει το περιεχόμενο των διατάξεων του άρ.5 παρ.2 του ν.2830/2000, του άρ. 8 του ν.2251/1994 και του άρ. 300 του ΑΚ, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που, κατ' αυτόν θεμελιώνουν τον περί συντρέχοντος πταίσματος ισχυρισμό του, όπως πιο πάνω εκτίθεται (με αρ.3). Όμως, η απλή έκθεση των αποδειχθέντων κατά τον αναιρεσείοντα ισχυρισμών του, χωρίς να εκτίθεται, σε τι συνίσταται η παραβίαση από την προσβαλλόμενη απόφαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που αναφέρει, δεν καθιστούν τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως ορισμένο.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος κατά τον πιο πάνω τρόπο λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος. Ανεξαρτήτως τούτων, τα προβληθέντα πιο πάνω περιστατικά δεν θεμελιώνουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού και αληθινά υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ η ένσταση του άρ. 300 ΑΚ, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού δεν πρόκειται περί αγωγής αποζημιώσεως, αλλά για την επιδίκαση αμοιβής και συνεπώς το Εφετείο, ως εκ περισσού απάντησε στους πιο πάνω ισχυρισμούς. 6.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Αν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζονται οι αντιφατικές παραδοχές της, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών. (ΑΠ 1300/07).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ενώπιον του προβληθέντες περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου, και συντρέχοντος πταίσματος ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "... Περαιτέρω ο ίδιος εναγόμενος Δήμος εκθέτει ότι η ενάγουσα συμβολαιογράφος στα πλαίσια των καθηκόντων της κατ' άρθρο 5 § 2 του ν. 2830/2000 δεν τον ενημέρωσε περί των υποχρεώσεων του για καταβολή των συμβολαιογραφικών εξόδων, λαμβανομένου υπόψη ότι για την εκτός από τη σύμβαση πωλήσεως δεν ήταν αναγκαίο η άλλη σύμβαση να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να επιβαρυνθεί υπέρμετρα από άσκοπα έξοδα στα οποία δεν θα υποβαλλόταν, αν τον ενημέρωνε.
Όπως, όμως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την ΑΚ 281, αφού ο ίδιος ο Δήμος είχε νομικό παραστάτη, ο οποίος είχε υποχρέωση να τον ενημερώσει. Απορριπτέα κρίνεται για τον ίδιο λόγο και η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος που παραδεκτά προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος Δήμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός τείνει στην απόρριψη της εφέσεως και υποστήριξη του διατακτικού αυτής, αφού επικαλείται τα ίδια πραγματικά γεγονότα ...".
7.- Ο αναιρεσείων Δήμος Ροδίων, με τον αυτό τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι εκλείπουν αιτιολογίες, άλλως οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκέστατες επί των αυτών πιο πάνω αναφερόμενων ζητημάτων ( μη παροχή εργασίας της συμβολαιογράφου για τη σύνταξη της σύμβασης παραχώρησης της χρήσης του τουριστικού λιμένος και της μη παροχής εκ μέρους της των πιο πάνω εξηγήσεων πριν από τη σύνταξη του ένδικου συμβολαίου). Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης (ΑΠ 1300/07), ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο είναι δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου, ενώ τα αναφερόμενα "ζητήματα", δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, ώστε να διαλαμβάνονται περί αυτών αιτιολογίες.
8.- Μετά από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα του δευτέρου, από τον αριθμό 19 λόγου της αίτησης της συμβολαιογράφου Α. Π., πρέπει, αφού απορριφθούν στο σύνολό τους οι αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, να γίνει δεκτή αυτή (αίτηση της συμβολαιογράφου), ως κατ' ουσία βάσιμη καθώς και η πρόσθετη επ' αυτής, υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' όσον αφορά την αναιρεσείουσα αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι-αναιρεσείοντες, Ελληνικό Δημόσιο και Δήμος Ροδίων πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος, η οποία προσδιορίζεται ως εξής, αφού ληφθούν υπόψη και οι διατάξεις των άρθρων 22 του Ν. 2693/1957, καθόσον αφορά το Δημόσιο και 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3463/20076, καθόσον αφορά τον Δήμο Ροδίων: Α) για την αναιρεσείουσα σε χίλια διακόσια (1200), ευρώ για την οποία ο Ελληνικό Δημόσιο επιβαρύνεται μέχρι το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και β) για τον προσθέτως παρεμβαίνοντα εκ τετρακοσίων (400) ευρώ, για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο επιβαρύνεται μέχρι το ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις ένδικες αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Δέχεται την από 30-6-2008 αίτηση της Α. Π. και την πρόσθετη επ' αυτής παρέμβαση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου,
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 248/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες-αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Α. Π. και του υπέρ αυτής παρεμβαίνοντος Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) και τετρακοσίων (400) ευρώ, αντίστοιχα, επιμεριζόμενη κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ