Supreme Court dismisses appeal on defamation grounds, rejecting claim that common sense dictates legal recourse is a constitutional right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment, ruling that the defendant's threats of legal action did not constitute defamation. The court found the appellant's argument—that seeking legal recourse is a constitutional right protected by common sense—failed to identify specific legal rules violated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 920, 932 of the Civil Code; Article 361 of the Penal Code: The court held that alleging a party's intent to seek legal recourse does not constitute defamation or violation of common sense, as such intent is a legitimate exercise of constitutional rights rather than an unlawful attack on reputation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Θ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου-Μιχαήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4385/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6659/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 6-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των δεύτερου και τέταρτου, κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του, λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Κατά το άρθρο 59 Α.Κ. "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 Α.Κ. "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 920 Α.Κ. "Όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 εδ.α και β του ίδιου κώδικα: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη 361 παρ.1 Π.Κ. "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ..." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (Α.Π. 34/2010).
Τέλος κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
Α.Κ. Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται λόγω διαφυλάξεως (προστασίας) δικαιώματος κ.λ.π.
και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.
ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (Α.Π. 624/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] είναι δικηγόρος Αθηνών και είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της Μ. Μ., πρώην συζύγου του εναγομένου [ήδη αναιρεσιβλήτου], κατά τη διάρκεια της πολυετούς δικαστικής διαμάχης που υπήρξε μεταξύ του εναγομένου και της πρώην συζύγου του αναφορικά με τη λύση του γάμου τους και την επιμέλεια των τέκνων τους, η οποία εξελίχθηκε και σε αντιδικία μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου.
Στις 7-7-2005 ο εναγόμενος έστειλε στον ενάγοντα με τηλεομοιοτυπία (fax) τη με ίδια ημερομηνία επιστολή του με το εξής περιεχόμενο: "Από Σ. Μ. 7/7/2005 ΕΠΕΙΓΟΝ κ. Θ. Κατ' εξακολούθηση ενεργείτε κακόπιστα (κατ' εντολή της πελάτισσάς σας?) Με έκπληξη έλαβα την από 7-7-2005 την επιταγή προς εκτέλεση που με καλείτε να πληρώσω -Ε1241,02- ως δικαστική δαπάνη δια την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη απόφ. 955/05 του Αρείου Πάγου.
Αν και γνωρίζεται παρά πολύ καλά ότι η πελάτισσα σας Μ. οφείλει σε εμένα Δικαστικές Δαπάνες σύμφωνα με τις κατωτέρω αποφάσεις Εφετείου Αθηνών: Υπ' αριθ.3083/05 (Ε:380), 1985/05 (Ε:400) 2466/05 (Ε:400) συν Ευρώ: 3.000 επί πλέον τόκους που κατέβαλα ενώ δεν έπρεπε σύμφωνα με την 4959/05 Εφετείου ΑΘΗΝΩΝ. Κατόπιν τούτου (μου ζητάτε Ε: 1241,02! Σας ενημερώνω ότι θα καταφύγω στα δικαστήρια και στον δικηγορικό σύλλογο, εάν δεν μου απαντήσετε γραπτώς μέχρι αύριο ότι παραιτείσθε από την προαναφερόμενη επιταγή λόγω συμψηφισμού, ώστε επιτέλους να βρεθεί ακόμη μία φορά το δίκαιο μου.
Αν σας κοινοποιήσω την κάθε μία ξεχωριστά από τις προαναφερόμενες αποφάσεις δια τις δικαστικές δαπάνες θα προκύψει να μου οφείλει η πελάτισσα σας μεγαλύτερο ποσό. Σ. Μ.". Με τα δεδομένα αυτά ... τα ως άνω αναφερόμενα στην από 7-7-2005 επιστολή που απεστάλη με τηλεομοιοτυπία (fax) στο γραφείο του ενάγοντος δεν πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της δυσφήμησης διότι έγινε μόνο ενώπιον του ενάγοντος ...
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι τα αναφερόμενα στην εν λόγω επιστολή συνιστούν έκφραση γνώμης και αξιολογική κρίση, εκτιμώμενες με βάση το συνολικό περιεχόμενο των ισχυρισμών και συνιστούν εξύβριση, πλην όμως έλαβε χώρα για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος συμψηφισμού εκατέρωθεν απαιτήσεων από επιδικασθέντες δικαστικές δαπάνες, για τις οποίες ο ενάγων στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι τα οφειλόμενα ποσά από τον εναγόμενο είναι περισσότερα για τα οποία υπάρχουν εκκρεμείς δίκες και συνακόλουθα δεν αποτελεί άδικη πράξη (άρθρο 367 παρ.1 εδ.γ).
Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή κάθε πολίτη ενώπιον της δικαιοσύνης ή των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων για την επίλυση των αστικών, ποινικών ή άλλων διαφορών του, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του, όπως τέτοιο δικαίωμα του κάθε πολίτη είναι και η ένδικη υπεράσπιση των δικαιωμάτων του σε περίπτωση που αυτός εναχθεί ενώπιον δικαστηρίων".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος της την αγωγή με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία τελεσθείσης από εκείνον αδικοπραξίας (συκοφαντικής δυσφημήσεως) σε βάρος του], εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 Α.Κ., 361, 362, 363 και 367 Π.Κ., τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος του αναιρεσείοντος ο αναιρεσίβλητος (εξυβρίσεως) και της άρσεως του άδικου χαρακτήρα αυτής διότι έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος του τελευταίου.
Δεν έχει δε οποιαδήποτε έννομη επιρροή το γεγονός ότι το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για τη διαφύλαξη του οποίου έγινε η πιο πάνω αδικοπραξία υπήρχε έναντι της συζύγου του και όχι έναντι του αναιρεσείοντος αφού, κατά τις παραδοχές του εφετείου, ο αναιρεσείων, ως πληρεξούσιος της συζύγου και αντιδίκου του αναιρεσιβλήτου, επέσπευδε την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος αυτού (του αναιρεσιβλήτου), ο οποίος του απηύθυνε την επιστολή του, διαμαρτυρόμενος για την ενέργειά του αυτή.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους κατά το οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 399/2011). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π. 26/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 12 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής πλημμέλειες: Ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα προσέδωσε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως του αναιρεσιβλήτου από αυτόν που είχε δοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περιλαμβάνοντας αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι ουδόλως αναφέρθηκε στο αναληθές των γεγονότων που διέλαβε ο αναιρεσίβλητος στην επιστολή του, η οποία απευθυνόταν σ' αυτόν (τον αναιρεσείοντα) και όχι στην εντολέα του.
Ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι δεν υφίστατο συκοφαντική του δυσφήμηση, χωρίς όμως να πραγματεύεται και να αιτιολογεί περί της αναληθείας των συκοφαντικών για τον ίδιο γεγονότων που περιλαμβάνονται και ομολογούνται στην επίδικη επιστολή του αναιρεσιβλήτου, ήτοι προκύπτουν από έγγραφο, η γνησιότητα και το περιεχόμενο του οποίου συνομολογείται, παραβίασε τον κανόνα δικαίου του άρθρου 363 Π.Κ.
και έσφαλε ως προς την ερμηνεία της σχετικής έννοιας της συκοφαντικής δυσφημήσεως και την υπαγωγή της στην ως άνω διάταξη, δεδομένου ότι άπαντα τα εντός της επιστολής ήταν ψευδή και συκοφαντικά, αφού επιτίθεται κατά του δικηγόρου για διαμάχες που έχει με την εντολέα του δικηγόρου, με αποτέλεσμα να ιδρύεται και ο από την περίπτωση 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και της περ.12 του αυτού άρθρου λόγος αναιρέσεως, αφού δεν δέχθηκε τη δύναμη της ομολογίας του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα: α) ως προς τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του (από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) διότι, εφόσον το εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ή διάδοση των αναγραφομένων στην επιστολή του αναιρεσιβλήτου ενώπιον τρίτων (δηλαδή ότι δεν συνέτρεχε ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της συκοφαντικής αλλά και της απλής δυσφημήσεως, όπως αυτά αναφέρθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσης), δεν υπήρχε πλέον λόγος να ερευνηθεί η αλήθεια ή όχι αυτών, β) ως προς το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν συνιστά μη λήψη υπόψη πραγμάτων προταθέντων το γεγονός ότι το εφετείο δεν προσέδωσε στην επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπραξία τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό τον οποίο έδωσε σ' αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε άλλωστε υφίσταται τέτοια υποχρέωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και γ) ως προς το τρίτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ.) διότι το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος συνομολόγησε το περιεχόμενο της επιστολής του προς τον αναιρεσείοντα δεν συνιστά και ομολογία του ότι αυτό ήταν αναληθές, συκοφαντικό ή υβριστικό, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της ομολογίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη.
Ως πράγματα δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Α.Π. 39/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής πλημμέλειες: Ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι προτάθηκε από αυτόν (τον αναιρεσείοντα) το αβάσιμο της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου για άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεώς του σύμφωνα με το άρθρο 367 Π.Κ., δεδομένου ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις δεν αφορούσαν αυτόν (τον αναιρεσείοντα) προσωπικά αλλά την εντολέα του και συνακόλουθα σε καμία περίπτωση ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προβάλει την ένσταση εναντίον του αλλά εναντίον της αντιδίκου του Μ.
Μ.-Σ.. Ότι τα ανωτέρω προταθέντα από αυτόν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο πιο πάνω σκέλη του και ειδικότερα: α) κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.) διότι ο ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων συνιστούσε άρνηση της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 367 Α.Κ.
και συνεπώς, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της προηγούμενης σκέψεως, δεν συνιστούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. και β) κατά το τρίτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο οποιοδήποτε περιστατικό για τη νόμιμη θεμελίωσή του. Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν (Α.Π. 115/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς και ειδικότερα:
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την εξής παραδοχή "Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή κάθε πολίτη ενώπιον της δικαιοσύνης ή των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων για την επίλυση των αστικών, ποινικών ή άλλων διαφορών του, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του, όπως τέτοιο δικαίωμα του κάθε πολίτη είναι και η ένδικη υπεράσπιση των δικαιωμάτων του σε περίπτωση που αυτός εναχθεί ενώπιον δικαστηρίων".
Ότι αποτελεί κοινή πείρα ότι η προσφυγή στο δικηγορικό σύλλογο δεν επιλύει αστικές ή ποινικές διαφορές και στην πειθαρχική δικαιοδοσία του δικηγορικού συλλόγου δεν υπαγόταν η αντίδικος του αναιρεσιβλήτου, εντολέας του. Ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπάρχουν αστικές ή ποινικές διαφορές που να αναφέρονται στην επίδικη επιστολή πλην του δικαιώματος που παρέχεται σ' αυτόν (τον αναιρεσείοντα) να στραφεί και ποινικά εναντίον του αναιρεσιβλήτου για τις ψευδείς καταμηνύσεις του στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών που αποτελεί τέτοια και η πραγματωθείσα απειλή της προσφυγής του στον πιο πάνω σύλλογο για πολλοστή φορά.
Ότι το δικαίωμα όμως αυτό προστατεύεται όταν δεν ασκείται καταχρηστικά και παράνομα, διαφορετικά η ψευδής αναφορά σε αρχές και η ψευδής καταμήνυση σε πειθαρχικά όργανα συνιστούν ποινικό αδίκημα. Ότι στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος έχει στραφεί εναντίον του πολλάκις, όλες τις φορές αβασίμως και χωρίς νόμιμη αιτία, ως με την άνω επιστολή, πραγματοποιηθείσα απειλή, εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμηση, τις οποίες σαφώς ανέφερε στις προτάσεις του και απέδειξε με τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα και ιδίως το τηλεομοιότυπο (fax) του οποίου την αποστολή και την πατρότητα ομολογεί ο αναιρεσίβλητος και τα οποία προφανέστατα ουδόλως ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο.
Ότι είναι αυτονόητο ότι στο δικηγόρο πρέπει να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη άσκηση του λειτουργήματός του και ο σεβασμός της επαγγελματικής του υπολήψεως και τιμής, αποτελεί δε παράνομη πράξη η οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά κατά του δικηγόρου για να μην ασκήσει τα δικαιώματα του εντολέως του ή να αποστεί τούτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρονται οι κανόνες δικαίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2010 αίτηση του Ιωάννου Θ. για αναίρεση της 6659/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ