Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to procedural default and lack of new facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Shell Gas Company's appeal against a labor tribunal judgment regarding early termination compensation. The court ruled that the appellant failed to appear for the hearing and that the third ground of appeal, alleging the employer had implicitly accepted a counter-claim via a 2003 letter, did not constitute a new fact under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the costs of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 § 2 KPolD; Art. 6 § 1 N.2112/1920; Art. 559(8) KPolD: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear without valid excuse, and a ground based on evidence already considered or merely denying the plaintiff's claim does not constitute a 'new fact' requiring retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SHELL GAS Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Υγραερίων" Α.Ε.Β.Ε.Υ, που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής (όπισθεν ΕΛΔΑ), διατηρεί γραφείο στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Μαγδαληνή Μπακόλα, η οποία διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσιο και τον δικηγόρο Αντώνιο Βάγια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Υπαλλήλων Εταιρειών Πετρελαιοειδών και Υγραερίων" (ΣΥΕΠΥ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουρέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2005 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων και με την από 31-1-2005 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 598/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 747/2007 και 441/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... και τις κάτω από αυτήν βεβαιώσεις του άρθρου 128 § 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγινε η επίδοση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Η αναιρεσίβλητη, όμως, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 6 §1 του Ν.2112/1920 που ορίζει ότι "μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι, εάν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μισθωτός παρέχει τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επήλθε με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με δικαιοπραξία είτε κατ' εφαρμογή νομικής διατάξεως, εναλλαγή ή υποκατάσταση στο πρόσωπο του εργοδότη, εκείνος που διαδέχεται αυτόν ή τον υποκαθιστά, υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεις του πρώτου προς τους μισθωτούς του, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της, με το νέο φορέα, με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο.
Τότε θεωρείται ότι συνεχίζεται με τους ιδίους όρους και συνθήκες η σύμβαση εργασίας με το νέο εργοδότη χωρίς διακοπή και δεν απαιτείται, ως πρόσθετη προϋπόθεση η συναίνεση του μισθωτού, εκτός εάν κατά τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι είχαν αποβλέψει στο πρόσωπο του εργοδότη και η σύμβαση λύθηκε με το θάνατο του τελευταίου.
Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση για την ύπαρξη διαδοχής κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι η χωρίς πραγματική διακοπή συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως με άλλο πρόσωπο. Όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 § 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο η Ελληνική Νομοθεσία εναρμονίστηκε με την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977, καθώς και το ΠΔ 178/2002, με το οποίο η Ελληνική Νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τις διατάξεις της οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29-6-1998, η οποία τροποποίησε την προηγούμενη πιο πάνω οδηγία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε προφορικά , στις 6-12-1989, μεταξύ της εφεσίβλητης ( ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και της " ΒΡ ΗΕLLAS Α.Ε.Ε.Π.", η πρώτη προσλήφθηκε από τη δεύτερη ως υπάλληλος.
Την 1-8-2001 στην εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) μεταβιβάστηκε η επιχείρηση της ανωτέρω εταιρείας και ειδικότερα ο κλάδος υγραερίων. Προηγουμένως, στις 14-3-2001 μεταξύ της άνω εταιρείας και της εκκαλούσας υπεγράφη προσύμφωνο για την εξαγορά των μετοχών της, οι οποίες αντιστοιχούσαν στον κλάδο υγραερίων. Το προσύμφωνο αυτό αποτέλεσε το περιεχόμενο της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεως που υπογράφηκε την 1-8-2001 της "BP HELLAS A.E.E.Π." προς την εκκαλούσα.
Στο προσύμφωνο είχε επισυναφθεί το "Παράρτημα 12" συντεταγμένο στην αγγλική γλώσσα αναφορικά με τα δικαιώματα των εργαζομένων που θα μεταφέρονταν στην εκκαλούσα. Σ' αυτό , διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση: 3. "Αποζημίωση βασιζόμενη στην ηλικία και τα έτη υπηρεσίας".
Η αποζημίωση αυτή ανερχόταν για υπαλλήλους ηλικίας 35-39 ετών σε: 0,5 ΒΜ επί έτη υπηρεσίας συν δυο ΒΜ με ανώτατο όριο 7 ΒΜ. Τα δικαιώματα των εργαζομένων που μεταφέρθηκαν στην εκκαλούσα κοινοποιήθηκαν σ' αυτούς και ειδικότερα, για την "Αποζημίωση ( Πρώϊμος Διαχωρισμός) αποτέλεσε από 14-3-2001 και "όρο" της ως άνω ατομικής προφορικής συμβάσεως εργασίας της εφεσίβλητης στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από την εργοδότιδά της.
Η εργασιακή σχέση της εφεσίβλητης από 1-8-2001 συνεχίστηκε υπό τους ίδιους όρους. Στις 6-8-2001 υπογράφηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπό την προεδρία του συμφιλιωτή ... "πρακτικό συμφιλίωσης" ( άρθρο 13 ν. 1876/1990) μεταξύ της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή, Διυλιστήρια και Χημική Βιομηχανία" της "BP HELLAS Α.Ε.Ε.Π." και της εκκαλούσας.
Στο πρακτικό συμφιλίωσης αναγράφονται τα παρακάτω κρίσιμα στην προκείμενη περίπτωση: " Ύστερα από διαλογική συζήτηση συμφωνήθηκαν τα εξής: 1.- Η μεταβίβαση θα γίνει σύμφωνα με τις αρχές/κανόνες/προϋποθέσεις και επιφυλάξεις, όπως αυτές ορίζονται στο σχετικό π.δ. 572/1988. 2.- Οι εργαζόμενοι μεταφέρονται με τα δικαιώματά τους, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στο παράρτημα 12 ( SCHEDULE 12) της συμφωνίας μεταβίβασης που υπεγράφη μεταξύ της "BP HELLAS A.E.E.Π." και της εκκαλούσας και το οποίο έχει κοινοποιηθεί, με εξαίρεση των προγραμμάτων που αναφέρονται:
α.- στην ιατροφαρμακευτική- νοσοκομειακή κάλυψη ( MEDICAL), β.- στην παροχή σύνταξης (ΡΕΝΣΙΟΝ), 3.-...Τα δυο μέρη αποδέχονται το παράρτημα 12 του αγγλικού κειμένου...". Στις 30-11-2004 η εκκαλούσα κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 22.444,92 ευρώ ως αποζημίωση του ν. 2112/1920, την οποία υπολόγισε στο μηνιαίο μισθό της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της καταγγελίας ποσού 1.749 ευρώ.
Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο της επίμαχης ατομικής συμβάσεως εργασίας της εφεσίβλητης δικαιούται αυτή, στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από την εργοδότιδά της, αποζημίωση πρόσθετη πέραν της νόμιμης του ν. 2112/1920, με βάση την ηλικία της και τα έτη υπηρεσίας της , κατά το χρόνο της καταγγελίας.
Δεν πρόκειται δε περί οικειοθελούς παροχής που χορηγείται από την εκκαλούσα στην περίπτωση της συναινετικής λύσης της σύμβασης εργασίας. Έτσι, η εφεσίβλητη, ενόψει της ηλικίας της (35 ετών) και των ετών υπηρεσίας της ( 14 έτη, 11 μήνες και 24 ημέρες) δικαιούται το ποσό των 14.283,50 ευρώ ( 1.749 ΒΜ επί 14/12 επί 7 ΒΜ). Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το παραπάνω ποσό ως αποζημίωση απολύσεως. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, αφού η αναιρεσείουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως ως διάδοχος εργοδότρια στις από τις συμβάσεις εργασίας υποχρεώσεις προς την αναιρεσίβλητη από του χρονικού σημείου που συνήφθη η παραπάνω σύμβαση με την "BP HELLAS Α.Ε.Ε.Π.", είχε δε καταστεί κατά τις επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της πρώτης αναιρεσίβλητης η πληρωμή προς αυτή πρόσθετης αποζημίωσης από την αρχική εργοδότρια, με τις άνω δε αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς το διατακτικό της και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια τη διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, τόσο με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, όσο και με τις προτάσεις που υπέβαλε για την ανάπτυξη και παραδοχή της. Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον εξής ισχυρισμό:
Ότι από τις προσκομισθείσες πρωτοδίκως αποδείξεις προέκυψε ότι με επιστολή την οποία απηύθυνε στις 20-2-2003 ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της προς όλο το προσωπικό δήλωσε ότι η εταιρεία έχει ούτως ή άλλως τη διακριτική ευχέρεια να εξετάζει κατά περίπτωση τη δυνατότητα ή και αναγκαιότητα καταβολής οποιουδήποτε αυξημένου ποσού αποζημιώσεως, σε περιπτώσεις πρόωρης συναινετικής λύσεως της συμβάσεως εργασίας των μισθωτών.
Σ' αυτήν την επιστολή η ενάγουσα δεν αντέδρασε, όπως και κανείς άλλος από το προσωπικό ή το σωματείο του, επομένως, την είχε αποδεχθεί σιωπηρώς, δεδομένου ότι από τότε και έως την έγερση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν θεμελιώνει ένσταση κατά του δια της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας ασκηθέντος δικαιώματος προς επιδίκαση πρόσθετης εφάπαξ παροχής λόγω της πρόωρης αποχώρησής της από την εργασία της αλλά αποτελεί απλό πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας, αντλούμενο από τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, με το οποίο αυτή αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής.
Συνεπώς, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, έστω και αν διατυπώνεται υπό μορφή λόγου εφέσεως. Επομένως, πρέπει ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SHELL GAS Α.Ε.Β.Ε.Υ." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 441/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ