Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the request for compensation determination is not an appealable remedy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision regarding compensation for forced expropriation. The appellant argued that the lower court violated principles of good faith by altering its request after a provisional valuation was set. The court held that the request for a final compensation determination is an independent action, not an appealable remedy against the provisional ruling, and thus the procedural objection was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15, Art. 13 of the Forced Expropriation Code; Art. 526 of the Code of Civil Procedure: The request for final determination of compensation in forced expropriation cases is an independent action and not an appealable remedy against the provisional valuation, rendering procedural objections regarding the alteration of the request inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 877/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Βασιλογιάννη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Π. Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-2-2003, 26-2-2003, 28-2-2003 και 3-3-2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 6821/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το άρθρο 15 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζει στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.
Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. Εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3193/2003)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ, η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι απαράδεκτη εάν δεν προσαχθούν: α)...., β) η κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 15 έκθεση ή η κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου βεβαίωση και γ) η έκθεση που ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με την παράγραφο 6 εδ. α του άρθρου 15 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι δεν απαιτείται, ως μέρος της προδικασίας η σύνταξη έκθεσης από την άνω επιτροπή εκτίμησης της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, όταν αυτό εμπίπτει στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, η οποία αναπροσαρμόζεται το βραδύτερο, ανά διετία, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982.
Η ακύρωση εν μέρει μιας τέτοιας απόφασης Υπουργού για το νεότερο καθορισμό της τιμής εκκίνησης του ακινήτου αυτού δεν σημαίνει ότι το ακίνητο παύει να εμπίπτει στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η αμέσως προηγούμενη αντικειμενική αξία του, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του, άρα ελλείπει η συνδρομή της προϋπόθεσις του άρθρου 15 παρ. 6 του ΚΑΑΑ και απαιτείται για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης για καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσις η προσκομιδή της κατά τις παραγράφου 3 και 4 του ίδιου άρθρου και κώδικα έκθεσης της εκτιμητικής επιτροπής ή βεβαίωσης του προέδρου της, αντίστοιχα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης έκρινε, ότι δεν χρειαζόταν, για το παραδεκτό της συζήτησης ενώπιόν του σχετικών αντίθετων συναφών αιτήσεων των διαδίκων, να προσκομιστεί και η έκθεση της επιτροπής εκτίμησης του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ, επειδή η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμπίπτει στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, μάλιστα έλαβε υπόψη και εκτίμησε κατά το νόμο την αντικειμενική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου δραχμών 360.000 ανά τ.μ., που καθόρισε τελευταία η 1015544/770/00 ΤΥΔ/23-2-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 214/5-3-2001), παρά το γεγονός ότι η απόφαση αυτή, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος και άλλων, ακυρώθηκε κατά το μέρος που καθορίζει τιμή εκκίνησης στη ζώνη 1ου Διαμερίσματος του Δήμου Αθηναίων στο ύψος των 360.000 δραχμών, με την 1585/2002 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 15 παρ. 1 έως 6 και 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001).
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες επίσης από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 του πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο δεν ασχολήθηκε καθόλου. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, κατ' εκτίμηση από τα εδάφια 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και πρέπει οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα να απορριφθούν ως αβάσιμες σε κάθε περίπτωση.
Ακόμη, η αιτίαση του ίδιου λόγου από το εδάφιο 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που την στοιχειοθετούν, χωρίς να ασκεί η παράθεση στο αναιρετήριο μόνο της διάταξης αυτής.
ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1885/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης στα επίδικα ακίνητα και συγκεκριμένα του διατακτικού της, ως αποδεικτικού για τη δίκη αυτή στο Εφετείο εγγράφου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο και διατακτικό της απόφασης αυτής, αλλά συνεκτίμησε αυτή μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να την εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα για ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε εδώ λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου αυτού, αφού στην προσβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει και ότι "το μονομελές πρωτοδικείο καθόρισε προσωρινά την μεν τιμή του εδάφους στο ποσό των 2.000 ευρώ το τ.μ.
και για τα επικείμενα κτίσματα ως εξής: για το ισόγειο (1ο ισόγειο) στο ποσό των 600 ευρώ ανά μ3, για τον πρώτο όροφο (2ο ισόγειο) στο ποσό των 750 ευρώ ανά μ3, για το δεύτερο όροφο (1ο όροφο) στο ποσό των 1.000 ευρώ ανά μ3, για τον τρίτο όροφο (2ο όροφο) στο ποσό των 1.100 ευρώ ανά μ3, για τον τέταρτο όροφο (3ο όροφο) στο ποσό των 1.200 ευρώ ανά μ3, για τον πέμπτο όροφο (1ο όροφο - εσοχή) στο ποσό των 1400 ευρώ ανά μ3 και για τον έκτο όροφο (2ο όροφο-εσοχή) στο ποσό των 1.600 ευρώ ανά μ3", κατ' αντιγραφή του διατακτικού της πιο πάνω 1885/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
Περαιτέρω, είναι αλήθεια ότι παραθέτει κάποια εξήγηση (χωρίς να χρειάζεται) και σημειώνει ότι "όσον αφορά την αγοραία αξία των διαμερισμάτων, οι τιμές που προσδιόρισε το μονομελές, που υπερβαίνουν κατά ποσοστό μόλις 5% των τιμών που ζήτησαν τα αναιρεσίβλητα με την αίτησή τους για προσωρινό προσδιορισμό τιμής μονάδος, οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι με την αίτησή τους και τις προτάσεις τους ζήτησαν καθορισμό αυτών σε κυβικά μέτρα από προφανή παραδρομή", όμως από την εξήγηση αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί, ότι το Εφετείο έκανε λάθος στην ανάγνωση του διατακτικού της παραπάνω δικαστικής απόφασης, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό της "με αντικατάσταση της μονάδας μέτρησης όγκου (κυβικά μέτρα) με τη μονάδα μέτρησης επιφανείας (τετραγωνικά μέτρα)", όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προέτεινε με την αίτηση και το υπόμνημά του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα επικαλείται, ότι τα αναιρεσίβλητα με την από 28-2-2002 αίτησή τους στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών κατ' αυτού και άλλων ζήτησαν να καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδας, για μεν το οικόπεδο σε 1173,88 ευρώ ανά τ.μ., για δε το κτίσμα (οριζόντια ιδιοκτησία στον 5ο όροφο) που ανήκει στην κυριότητά του, σε 1320,62 ευρώ ανά κυβικό μέτρο.
Με την 1885/2002 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου προσδιορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, για μεν την οικοπεδική έκταση σε 2.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για δε το κτίσμα (διαμέρισμα του αναιρεσείοντος) σε 1400 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Στη συνέχεια τα αναιρεσίβλητα με την από 28-2-2003 αίτησή τους στο Εφετείο Αθηνών ζήτησαν οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, για μεν την οικοπεδική έκταση στο ίδιο ύψος που είχαν ζητήσει στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών (δηλαδή 1.173,88 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο), για δε το κτίσμα (διαμέρισμα σε εσοχή του 5ου ορόφου του αναιρεσείοντος) σε 1320,62 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (όχι ανά κυβικό μέτρο).
Δηλαδή για την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία ζήτησαν να ορίσει τώρα το Εφετείο τιμή υποπολλαπλάσια εκείνης που είχαν ζητήσει με την αρχική αίτησή τους στο μονομελές πρωτοδικείο. Η προσβαλλόμενη 6821/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για μεν την εδαφική έκταση το ποσό των 1.900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για δε τον πέμπτο όροφο (οριζόντια ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος) το ποσό των 600 ευρώ ανά κυβικό μέτρο (έναντι 1400 ευρώ ανά κυβικό μέτρο που είχε καθορίσει προσωρινά η άνω απόφαση του μονομελούς).
Με βάση αυτά υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων προσκρούει στη θεμελιώδη αρχή του δικαίου που εκφράζει το άρθρο 116 ΚΠολΔικ., κατά το οποίο "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις".
Μετά απ' αυτά έπρεπε το Εφετείο, εφαρμόζοντας αναλογικά εδώ και τη διάταξη του άρθρου 526 εδ. α΄ και β΄ ΚΠολΔικ., που ορίζει ότι "είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί, το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως",:
α) να απορρίψει την αίτηση των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη και απαράδεκτη, για την ασυνήθη αυτή μεταβολή στο δικόγραφό της αυτό για οριστικό καθορισμό αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου σε σχέση με το δικόγραφο της αίτησης και των προτάσεών τους ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και β) να κάνει δεκτή τη δική του αίτηση με καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης σε ποσό υψηλότερο των 600 ευρώ ανά κυβικό μέτρο για την οριζόντια ιδιοκτησία του.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ήταν μη νόμιμοι και απορριπτέοι, ιδίως διότι η αίτηση ενώπιον του Εφετείου για οριστικό καθορισμό αποζημίωσης, μετά από προηγηθέντα προσωρινό προσδιορισμό αυτής από το μονομελές πρωτοδικείο, είναι αυτοτελής αίτηση και δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου που προσδιόρισε προσωρινή αποζημίωση, η οποία απόφαση δεν υπόκειται (άρθρο 19 παρ. 10 εδ.
β του ΚΑΑΑ) σε κανένα ένδικο μέσο, άρα δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 526 εδ. α, β ΚΠολΔικ. Επιπρόσθετα, το Εφετείο με την προαναφερθείσα σημείωση - εξήγηση που παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι "από παραδρομή προφανή" τα αναιρεσίβλητα ζήτησαν από το μονομελές καθορισμό τιμής μονάδας σε κυβικά μέτρα, δίδοντας έτσι την απάντηση, ότι δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔικ.
Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η παράβαση των καθηκόντων που η διάταξη αυτή επιβάλλει στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και τους πληρεξούσιούς τους, όπως αυτό της τήρησης των κανόνων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και της αποφυγής ενεργειών που φανερά οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης, μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔικ ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημίωσης , όχι όμως και το απαράδεκτο της συζήτησης.
Συνακόλουθα ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Ολ ΑΠ 2/1989).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-9-2004 αίτηση του ......., για αναίρεση της 6821/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ