Legislator Case Law & Legislation
877/2006 AI generated

877/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 877/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

877/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει του ότι ο 'Αρειος πάγος δεν γνωρίζει ανυπαρξία εθίμου, όπως το προαναφερόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της παραβιάσεως τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει το περιεχομένο των αποδείξεων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Keywords

AI generated
personal title enforceable title usurpation of title loss of citizenship ownerless property previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 877 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. συζύγου Θ. Ι., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Καλογήρου.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ... και 2)Α. χήρας Α. Γ., το γένος Σ. Γ., κατοίκου ..., Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαπετρόπουλο, 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση παραιτήθηκε και σ' εκείνη μόλις χθες της ανατέθηκε και δεν έχει ακόμα ενημερωθεί. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής, χορήγησε μεγαλύτερη προθεσμία και την κατάθεση των σχετικών εγγράφων και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.12.1970 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Ε. Σ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9333/99 του ίδιου Δικαστηρίου και 4095/01 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31.8.2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1518/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου , η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση του ίδιο ως άνω Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1027/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 22.2.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παρισταμένου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ'αριθ.9449/22-12-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Ν., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την στο τέλος αυτής πράξη, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, καθώς και κλήση για συζήτηση, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, αλλά να απορριφθεί ως προς αυτήν η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτης, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση η διάδικος αυτή κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη δικάσθηκε ερήμην και δεν προκύπτει ότι τελεσιδίκησε ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση, με παρέλευση της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας κατ'αυτής, ούτε παραίτηση από τον δικαιώματος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων που διατάχθηκαν, ότι στις 16-2-1920, σύμφωνα με έθιμο που ίσχυε από αμνημονεύτων ετών ομοιομόρφως και αδιακόπτως, με συνείδηση δικαίου, στη νήσο Ανδρο, τόσο τα άρρενα, όσο και τα θήλεα τέκνα έπρεπε να προικήζονται και από τους δύο γονείς τους, η δε περιουσία που είχε απομείνει, όταν οι γονείς πέθαιναν, περιερχόταν σε εκείνα μόνο τα τέκνα που δεν είχαν προικισθεί, το ίδιο δε δικαστήριο με βάση τον ως άνω εθιμικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου έκρινε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου μέρους κατά του αναιρεσείοντος μέρους παραδεκτή.

Ηδη το εναγόμενο μέρος με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ύπαρξη του παραπάνω εθίμου, άλλως με το να προσδώσει σ'αυτό την παραπάνω έννοια, η οποία είναι ψευδής, διότι το περιεχόμενο αυτού ήταν διαφορετικό, αφού περιοριζόταν στην προίκιση, εκτός των θηλέων, και των αρρένων τέκνων, πλην όμως δεν απέκλειε το προικισθέντα τέκνα από την κληρονομία των γονέων τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ενόψει του ότι ο 'Αρειος πάγος δεν γνωρίζει ανυπαρξία εθίμου, όπως το προαναφερόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της παραβιάσεως τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει το περιεχομένο των αποδείξεων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι οι λόγοι έφεσης, η τυχόν μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι άφησε αδίκαστους τους υπ'αριθ.4 και 1 λόγος εφέσεως του εναγομένου μέρους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ., απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός απ' αυτά και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχτηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα στον τρίτο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα, δηλαδή το υπ' αριθμ. .../1936 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρνης Αθανασίου Λεμπέση, τις υπ' αριθμ. 5712/1954 και 10417/1956 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα υπ' αριθμ. .../1943 και .../1944 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών, τα υπ' αριθμ. .../1943 και .../1944 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Επ.

Σταματόπουλου και τα υπ' αριθμ. .../1954, .../1956 και …/1957 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Αυγερόπουλου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις του ν. 3 κωδ. 7,34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν.7 παρ. 5 πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3, ν.8 παρ. 1 πανδ. 7.39, ν.9 παρ. 13α (50,14) που προϊσχυσαν, όσο και των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 Α.Κ., προκύπτει ότι ο συγκοινωνός που νέμεται το κοινό πράγμα λογίζεται ότι νέμεται επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστή σ'αυτούς (και όχι βέβαια και σε άλλον ή άλλους μη κοινωνούς) τη θέλησή του να νέμεται ολόκληρο το πράγμα ως κύριος μόνο για τον εαυτό του.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 16-2-1920 απεβίωσε στην Άνδρο Κυκλάδων, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, η Σ. χήρα Ε. (Ε.) Λ., της οποίας εν ζωή τέκνα ήταν ο Κ. Λ., Λ. Λ., Σ. Λ., Α. Α., Ά. Κ., Α. Π. και Φ. Μ.. Σύμφωνα με το έθιμο που ίσχυε κατά τον χρόνο του θανάτου της και από αμνημονεύτων ετών ομοιομόρφως και αδιακόπως στη νήσο Άνδρο, τόσο τα άρρενα, όσο και τα θήλεα τέκνα έπρεπε να προικίζονται και από τους δύο γονείς τους, η δε περιουσία που είχε απομείνει, όταν οι γονείς πέθαιναν, περιερχόταν σε εκείνα μόνο τα τέκνα που δεν είχαν προικισθεί, η άσκηση δε του εθίμου αυτού γινόταν με την πεποίθηση και τη συνείδηση ότι εφαρμόζεται κανόνας δικαίου.

Η ως άνω Σ. Λ. είχε κατά τον χρόνο θανάτου της στην κυριότητά της τα 2/3 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου τη θέση "Παράγκες" του Δήμου Μοσχάτου Αττικής, που ήταν λαχανόκηπος και είναι ήδη οικόπεδο, εντός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 2.800,22 τ.μ.. Το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Α. Π., δικαιοπάροχο του εναγομένου. Από τα προαναφερθέντα τέκνα της Σ.

Λ. είχαν προικισθεί η Α. και Λ. δυνάμει των .../...0 και .../1887 προικοσυμβολαίων Γαυρίου Άνδρου Ιωάννη Δελαγραμμάτικα και Άρνης Άνδρου Γεωργίου Γιαννούλη Μαμάη αντίστοιχα. Προίκιση των υπολοίπων πέντε τέκνων της δεν αποδείχθηκε, πλην, όμως, εξ αυτών, μόνοι οι Κ. και Σ. Λ. αναμίχθηκαν στην κληρονομιαία περιουσία της, ειδικά δε όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, εκάτερος τούτων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Στις 8-1-1926 αμφότεροι, υπό την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους, επέδωσαν στον Οικονομικό Έφορο Άνδρου τη με αριθ. πρωτ. ΔΥ 133/8-1-1926 δήλωση κληρονομίας για τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, ενώ στην 1992/14-5-1926 πράξη του συμβολαιογράφου Γαυρίου Αθαν. Λεμπέση ο Κ. Λ. δηλώνει ότι το 1/3 του εν λόγω ακινήτου ανήκει σ' εκείνον και το έτερον 1/3 στον αδελφό του Σ., τον οποίο αναγνωρίζει αποκλειστικό νομέα και κάτοχο.

Οι ανωτέρω δύο κληρονόμοι, μαζί με τον Α. Π. εκμίσθωναν το ακίνητο προκειμένου να καλλιεργείται ως λαχανόκηπος. Περαιτέρω, με τα νομίμως μεταγραφέντα .../1936 και .../1938 πωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Γαυρίου Άνδρου Αθανασίου Λεμπέση και Μπατσίου Άνδρου Γεωργίου Τσετσενέκου επώλησαν εκάτερος το ιδανικό μερίδιό του (1/3 εξ αδιαιρέτου), ο μεν Κ.

Λ. στον γιό του Ε., ο δε Σ. Λ. στον γιό του Ε. (αρχικό ενάγοντα). Οι ανωτέρω πωλήσεις είναι πραγματικές, έγιναν σπουδαίως και όχι κατά το φαινόμενο μόνον, ούτε οι αντισυμβληθέντες τελούσαν σε γνώση της φαινομενικής κατάρτισής τους, η δε περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα Ι. Σ. που συνάγει την εικονικότητα των δικαιοπραξιών εκ του ότι οι συμβαλλόμενοι πωλητές δεν δήλωσαν ότι ήσαν συγκύριοι των 2/3 βάσει εθίμου, δεν μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή διαφορετικού συμπεράσματος.

Από τη μεταβίβαση του 1/3 εξ αδιαιρέτου στον αρχικό ενάγοντα (4-7-1938), ο τελευταίος ενέμετο αδιακόπως το επίδικο ακίνητο κατά το ιδανικό μερίδιό του, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του δεν προσβάλλεται το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητος άλλου, μέχρι της 23-2-1946, έκτοτε δε ανεξάρτητα από καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο, το προαναφερθέν πωλητήριο συμβόλαιο.

Με το από 23-9-1939 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι ως άνω, συγκύριοι εκμίσθωσαν το ακίνητο στον γείτονά τους Γ. Μ., ο οποίος το καλλιεργούσε με διάφορα κηπευτικά (αγγινάρες, μαρούλια) και κατέβαλλε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου Κ. Π., αδελφού του εναγομένου, το 1/3 του μισθώματος στον ενάγοντα, τον οποίο γνώριζε ως συγκύριο του μισθίου, μέχρι του θανάτου του, το έτος 1960, οπότε συνέχισαν την καλλιέργειά του τα τέκνα του, μέχρι το έτος 1965.

Το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων δεν μετέβη στο επίδικο για να εισπράξει το μίσθωμα εξηγείται από τον διορισμό του ανωτέρω πληρεξουσίου. Με την 8869/1948 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, χορηγήθηκε άδεια εγγραφής υποθήκης στο 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, προς εξασφάλιση απαίτησης του Ι. Λ., ύψους 25.000.000 δραχμών, μετά από σχετική αίτηση τούτου κατά του ενάγοντος, ο οποίος το μεν 1949 κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, το δε 1970 πέτυχε την πτωχευτική του αποκατάσταση.

Με την 6495/1952 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών χορηγήθηκε στον σύνδικο της πτώχευσης Θ. Τ. η άδεια να εκποιήσει αντί ελαχίστου τιμήματος 50.000 δραχμών, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, το μερίδιο του ως άνω πτωχεύσαντος και δη το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Ταυτόχρονα (1952), προκειμένου να μην εκποιηθεί το μερίδιο του ενάγοντος, οι αδελφές του Ν.

συζ. Γ. Τ., Μ. συζ. Π. Κ., Ζ. συζ. Μ. Χ. και Χ. θυγ. Σ. Λ. άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών τη με αριθ. κατάθεσης 2696/31-1-1952 αγωγή τους κατά του συνδίκου με αίτημα την ακύρωση της λαβούσας χώρα πώλησης του 1/3 από τον πατέρα τους στον ενάγοντα γιό του, ως εικονικής. Επί της αγωγής αυτής δεν εκδόθηκε απόφαση, η δε εκποίηση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Εξ άλλου, κανένα τρίτο πρόσωπο δεν είχε προβάλει οποιαδήποτε αξίωση ως προς το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του ενάγοντος μέχρι το έτος 1954, οπότε για πρώτη φορά η Α. Π., εναγόμενο μέρος (ήδη αναιρεσείουσα) ισχυριζόμενη ότι έχει μερίδιο 1/7 των 2/3 (8/84) επί του όλου ακινήτου από την κληρονομία της μητέρας της Σ. Λ., έδωσε ως προίκα με το .../1954 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Αυγερόπουλου το άνω μερίδιό της στον γαμβρό της Κ.

Μ., ο οποίος το μεταβίβασε με το .../1956 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου στον εναγόμενο. Στη συνέχεια, ο τελευταίος αγόρασε με τα πωλητήρια συμβόλαια .../1957, .../1957 και .../1957 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Αυγερόπουλου, .../1958 του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Αυγερόπουλου από τους κληρονόμους της Α.

Α., Ά. Κ., Φ. Μ. και του Λ. Λ. αντίστοιχα που ισχυρίζοντο ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, ως τέκνα της Σ. Λ., κληρονόμησαν καθένας το 1/7 των 2/3 (8/84), τα ανωτέρω μερίδιά τους, πλην εκείνου που αφορά τον κληρονόμο της Ά. Κ., Κ. Α., ο οποίος με το προαναφερόμενο .../1957 συμβόλαιο μεταβίβασε στον εναγόμενο τα 8/84, καθώς και με το …/1957 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Αυγερόπουλου από τον Δ.

Κ. Λ. τα 8/84 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Πλην, όμως όλοι οι προαναφερόμενοι, πλην του τελευταίου, μεταβιβάσαντες μερίδια στον εναγόμενο δεν είχαν αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ούτε παραγώγως, καθόσον μετά τον θάνατο της Σ. Λ. (16-2-1920) τα, ως άνω, τέκνα της, εκ των οποίων μάλιστα ο Λ. και Α. απεκλείοντο της κληρονομικής διαδοχής, ως προικισθέντες, δυνάμει του προαναφερθέντος τοπικού εθίμου, ουδέποτε υπεισήλθαν δι' αναμίξεως στην κληρονομία της, ρητώς ή σιωπηρώς με οποιαδήποτε πράξη ή εν γένει συμπεριφορά, από την οποία να καθίσταται εμφανής ο σκοπός τους, αλλ' ούτε και πρωτοτύπως (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία) καθόσον ουδέποτε εκείνοι (μεταβιβάσαντες) ή οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν επί του επιδίκου από το 1920 μέχρι το 1954 με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επιδηλωτική της συννομής των, ει μη μόνον οι Α., Ά.

και Α., οι οποίες ναι μεν πώλησαν με τα .../1943 και .../1944 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμ. Σταματόπουλου στον Α. Γ. εκάστη τα 8/84 εξ αδιαιρέτου, πλην όμως οι ανωτέρω πωλήσεις ακυρώθηκαν με τις 986/1952 και 2430/1951 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών που τελεσιδίκησαν επικυρωθείσες από τις 986/1952 και 2339/1952 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα.

Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από τις φερόμενες ως γενόμενες κατά τα ανωτέρω έτη 1957 και 1958 αγορές και εντεύθεν μέχρι τον Ιούνιο του 1970 ασκούσε οποιεσδήποτε εμφανείς διακατοχικές πράξεις επιδηλωτικές της νομής του, ούτε ότι είχε καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα καλή πίστη, καθόσον γνώριζε ότι δεν έγινε παραγώγως κύριος του επιδίκου κατά το ποσοστό που αναφέρεται στα μεταβιβασθέντα μερίδια των φερομένων ως κληρονόμων τέκνων της, πλην εκείνου από τον Δ.

Λ. (δικαιοδόχο του εξ αρχής αναμισθέντος στην κληρονομία της Σ. Λ. ετέρου τέκνου της Κ. Λ.) και δη στα (8 συν 8 συν 8 συν 8 συν 4) 36/84 εξ αδιαιρέτου. Για πρώτη φορά, τον Ιούνιο του έτους 1970, με τα από 1-6-1970 ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωσε το επίδικο, ως υπαίθρια αποθήκη υλικών και εμπορευμάτων, κάνοντας χρήση του άρθρου 789 ΑΚ, στο μεν Κ.

Κ. το νότιο τμήμα του, στους δε Ν., Σ. και Δ. Μ. το βόρειο τμήμα του και εφεξής εισέπραττε το ανάλογο για το (κατ' αυτόν) ποσοστό του (72/84) καταβαλλόμενο μίσθωμα.

Συνεπώς, στο πρόσωπό του δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος (δεκαετία ή εικοσαετία) για τη θεμελίωση τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας για ολόκληρο το ανωτέρω ποσοστό και, ως εκ τούτου, ο περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Αντιθέτως, ο ενάγων έγινε κύριος του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως και δη με τακτική χρησικτησία καθόσον από το έτος 1938 μέχρι το έτος 1954 τουλάχιστον, οπότε κατόπιν αιτήσεως του συνδίκου της πτώχευσης του ενάγοντος, κατά τροποποίηση της προαναφερόμενης 6495/1952 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, δόθηκε από το ίδιο Δικαστήριο με την 5712/1954 απόφασή του (και αργότερα με την 10417/1956 όμοια) η άδεια προς εκποίηση των 8/84 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, διακατείχε συνεχώς και αδιαταράκτως με διάνοια κυρίου τούτο κατά το, ως άνω, ποσοστό (1/3), ασκώντας τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το .../1938 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μπατσίου Γεωργίου Τσετσενέκου.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή για την αναγνώριση του αρχικώς ενάγοντος ως κυρίου του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των περί κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου διατάξεων που εφάρμοσε.

Επομένως, και ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2004 αίτηση της Α. Λ. συζ. Θ. Ι. για αναίρεση της υπ'αριθ.1027/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά μεν το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, κατά δε το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ