Legislator Case Law & Legislation
876/2024 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, remanded case and rejected restitution request due to lack of specificity.

Case Number 876/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, ordering a remand for further proceedings before a different judge. While the court found the appellant partially successful regarding the allocation of court costs, it rejected the request for restitution of executed funds because the application failed to distinguish payments made under the annulled portion from those under the unannulled portion. Consequently, the case was sent back to the same court for a new trial, and the appellants were ordered to pay part of the appellant's legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299, 553, 573, 577, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment and remand the case if the lower court's decision is flawed on specific grounds, but a request for restitution of executed funds must precisely identify amounts paid under the annulled parts versus the unannulled parts, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
partial annulment remand for retrial restitution of funds inadmissible application court costs allocation different judge Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298, 299, 553, 573, 577, 579, 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 216, 217 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1261/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to implied acceptance of final judgment by full payment.
AP 958/2021
Supreme Court dismisses appeal due to implied acceptance of lower court judgment before filing the appeal.
AP 1474/2019
Supreme Court dismisses appeal where debtor's unconditional payment of judgment debt constitutes implied waiver of appeal rights.
AP 314/2018
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to defendant's acceptance of final judgment without reservation.
AP 2011/2017
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to implied waiver via bank checks and procedural error regarding appealable decision.
AP 348/2006
Supreme Court dismisses appeal due to defendant's failure to appear after valid summons.
AP 99/2023
Supreme Court partially annuls labor dispute verdict regarding collective agreement applicability and dismisses restitution request.
AP 1158/2017
Supreme Court dismisses appeal against two defendants but allows it against the Social Security Institute due to statute of limitations.
AP 1423/2010
Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees but rejects restitution request for being vague.
AP 1392/2018
Supreme Court dismisses appeal against two intervenors but allows it against the insurance company regarding lost income damages.
AP 959/2022
Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment regarding invalid leave and salary claims.
AP 1870/2022
Supreme Court partially allows appeal against second ancillary claim, remanding case for retrial on tort liability.
AP 1196/2022
Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees but dismisses claim for compensation against the opposing party.
AP 1618/2017
Supreme Court partially allows claimant's request for restitution of funds after annulment of prior enforcement judgment.
OLAP 15/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 876 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 876/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Πανταζή, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 8) Ε. Μ. (E. M.), κατοίκων ..., εκ των οποίων η με α/α 1η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε μετά και όλοι οι λοιποί δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Γιόγλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 123/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 267/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ.1 573 παρ.1 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλομένης απόφασης πριν από την άσκηση αναίρεσης εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, και συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 297 του ιδίου κώδικα, και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός της αποδοχής.

Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου συνιστά και η από τον εναχθέντα ως οφειλέτη, καταβολή του χρηματικού ποσού που επιδικάστηκε στον ενάγοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση, με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη, εφόσον η καταβολή αυτή γίνει χωρίς επιφύλαξη από τον υπόχρεο που κατέβαλε και δεν επισπεύδεται σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση (ΟλΑΠ 15/2018, ΑΠ 1261/2023,958/2021, 1474/2019, 314/2018, 2011/2017, ΑΠ 348/2006).

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να ισχύσουν τα ανωτέρω είναι να έχει γίνει η καταβολή και η λήψη του επιδικασθέντος ποσού με τους τόκους και τα έξοδα πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 636/2023, 1713/2018). Ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί σιωπηρής παραίτησης προβάλλεται με την ποινή της απόρριψης του ως απαραδέκτου, με τις προτάσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), οι οποίες πρέπει να κατατεθούν μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 570 ΚΠολΔ προθεσμία και ειδικότερα 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, και ερευνάται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 636/2023, 1279/2021, 314/2018, 1253/2017).

Με την από 3-1-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 267/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επί: α) της από 9-7-2016 έφεσης των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) και των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων), β) της από 23-9-2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) της από 16-1-2017 έφεση του τρίτου εναγομένου (και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθ. 123/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Iωαννίνων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 21-1-2013 αγωγή.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16-1-2017 έφεση, έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι λοιπές (από 9-7-2016 και 23-9-2016) εφέσεις και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Οι αναιρεσίβλητοι με τις από 20.3.2024 προτάσεις τους που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 26.1.2024, προ είκοσι (20) ημερών από τη δικάσιμο (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ), προτείνουν την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ισχυριζόμενοι ότι η επίσπευση και ο προσδιορισμός δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης εχώρησε μετά τον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος με βάση την 25435/2023 κατακυρωτική έκθεση του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταύρου Παργανά και επομένως υπάρχει πλήρης αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος γιατί η επίκληση εκ μέρους των αναιρεσίβλητων σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 8.1.2018 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών. Σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και μάλιστα μετά τον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος σε εκτέλεση της εφετειακής (προσβαλλόμενης) απόφασης, δεν συνιστούν πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται η προς αποδοχή της απόφασης αυτής βούληση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, πολλώ δε μάλλον εφόσον εν προκειμένω δεν πρόκειται για εκουσία συμμόρφωση με την καταψηφιστική διάταξή της απόφασης, αλλά με ικανοποίηση των επισπευδόντων αναιρεσιβλήτων μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 8.1.2018, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την 9.12.2017, επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείοντα με την επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ' αριθμ. 9262Γ/8-12-17 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Δ.

Σ. και έληξε στις 8-1-2018, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η αναίρεση, ενόψει του ότι η τελευταία ημέρα της ως άνω προθεσμίας (7.1.2018) ήταν Κυριακή που είναι εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα (άρθρα 495 παρ.1-2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1-2, 144 παρ. 1-3 και 145 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ)..

Επίσης παραδεκτοί είναι και οι από 2-11-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 3-11-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ. 157/3-11-2023) και επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (16-4-2024), που ορίστηκε για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.

την υπ' αριθμ. 5344β/18-1-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Η. Π.).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, 805/2020, 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, 837/2019, 1864/2011, 329/2007). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 142/2021, 111/2020, 108/2020, 515/2016). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, 707/2022, 142/2021, 935/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 211/2022, 1398/2015).

Εξ άλλου, η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (άρθρο 662 Α.Κ.), η οποία είχε ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση των άνω διατάξεων ή υποχρεώσεων οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, εν όψει του ότι στις γενικές διατάξεις νόμου κατά την έννοια του άρθρου 16 ν. 551/1915 εντάσσεται και αυτή του άρθρου 662 Α.Κ. (ΑΠ 211/2022).

Ακολούθως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 Α.Κ., για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688 - 691 και 698 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 και 5 του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν.

Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτόν του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού.

Και τούτο, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτελέσεως τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων (ΑΠ 231/2021, 934/2013).

Τέλος, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 ν.551/1915, 914 και 932 Α.Κ., 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τη θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή), εκτός από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, και ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με το θανατωθέντα εργαζόμενο.

Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου, η ηλικία του θανόντος και των συγγενών του θανόντος εργαζόμενου κ.λπ.

δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής (ΑΠ 1723/2022), ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 961/2022, 981/2015, 212/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 21-1-2013 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι ο σύζυγος της πρώτης εξ αυτών και πατέρας του υπ' αυτής εκπροσωπουμένου ανηλίκου τέκνου, υιός και αδελφός των λοιπών εναγόντων, αντίστοιχα, τραυματίστηκε θανάσιμα σε εργατικό ατύχημα που επισυνέβη κατά τη διάρκεια εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων της αγωγής τους, την επίβλεψη και κατασκευή της οποίας είχε αναλάβει εργολαβικώς ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη αναιρεσείων, πολιτικός μηχανικός, δυνάμει συμβάσεως που είχε συνάψει με την ιδιοκτήτρια, με υπεργολάβο τον τρίτο των εναγομένων, που είχε αναλάβει την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών σιδηροπλισμού, και ο οποίος είχε προσλάβει τον θανόντα συγγενή τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ακολούθως περιέγραψαν τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα, την υπαιτιότητα εκάστου των εναγομένων και την ειδικότερη ζημία και ηθική βλάβη που τους προκάλεσε ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους. Με βάση τα παραπάνω, η αγωγή είχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις για να είναι ορισμένη, και συγκεκριμένα 1) τη ζημιογόνο συμπεριφορά (παράλειψη) των εναγομένων, με αναφορά της ιδιότητας εκάστου εξ αυτών και των περιστάσεων της προστήσεως, 2) τον παράνομο χαρακτήρα της παραλείψεως, 3) την υπαιτιότητα εκάστου των εναγομένων, 4) τη ζημία και 5) τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Συγκεκριμένα εκτίθεται η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ του θανόντος και του τρίτου εναγομένου, οι ειδικότερες περιστάσεις της προστήσεως, η επελθούσα βλάβη του σώματος και ο συνεπεία αυτής θάνατος του εργαζόμενου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα των εναγομένων, με τη μορφή της αμέλειας, και δη, η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.

Δεν ήταν δε απαραίτητο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, η αναφορά της αμοιβής του αναιρεσείοντος, ως εργολάβου, και του συμφωνημένου χρόνου παράδοσης του έργου, ούτε η ονομαστική αναφορά του προσώπου που έδωσε εντολή στον θανόντα να χρησιμοποιήσει την ξύλινη κλίμακα, και περαιτέρω, με ποιους συνομίλησε αυτός, τι περιεχόμενο είχε η συνομιλία και γιατί επιχείρησε να ανέλθει κρατώντας στα χέρια του βαριά εργαλεία.

Ωσαύτως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πέραν της συγγενικής σχέσεως και των δεσμών των εναγόντων μετά του θανόντος, που με σαφήνεια αναγράφονται στην αγωγή, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά της περιουσιακής και κοινωνικής τους κατάστασης, στοιχεία τα οποία ανάγονται στην αποδεικτική διαδικασία.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε την αγωγή ως ορισμένη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 681- 691 ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1914 στοιχεία, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο, αληθώς εκ του αρ.14 (και όχι εκ των αρ. 1, 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της αναιρετικής εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένες παραδοχές, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν είχε οριστεί ως εργολάβος, ότι η ιδιοκτήτρια είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τον έλεγχο, ότι δεν διόρισε αυτός τον υπεργολάβο ούτε έδωσε εντολή στο θανόντα να ανέλθει στην οροφή της οικοδομής, ως πλήττων την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, 87/2013, 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 21/2023, 989/2018, 388/2018, 358/2017).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (τον οποίο ο αναιρεσείων αριθμεί ως "τρίτο, τέταρτο και πέμπτο"), και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα: α) ότι ο ίδιος ουδέποτε ήλθε σε επαφή με τον θανόντα εργαζόμενο, τον οποίο δεν γνώριζε, ούτε του ανέθεσε οποιαδήποτε εργασία, ενώ μόλις τον είδε να κατευθύνεται προς την οικοδομή του ζήτησε να σταματήσει, πλην αυτός αδιαφόρησε, β) ότι ο ίδιος ο θανών, καίτοι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από την 23-4-2010 έως και την 7-5-2010, μετέβη στην οικοδομή για να εργασθεί, διακόπτοντας αυτοβούλως την άδειά του και παραβαίνοντας τα μέτρα ασφαλείας, ευθυνόμενος συνεπώς κατά 90% για το ατύχημα και όχι κατά 30%, που εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αρ.πρωτ.801/2010/16759 έγγραφο του ΙΚΑ, με το οποίο ο θανών είχε κριθεί ανίκανος προς εργασία κατά το αμέσως προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από την 23-4-2010 έως και την 7-5-2010), ούτε αξιολόγησε τούτο ως προς τη βαρύτητα της επέλευσης του ατυχήματος, και ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 932 Α.Κ., ενώ δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα το εν λόγω έγγραφο του ΙΚΑ, που αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον, όπως αναφέρεται και στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό έγγραφο, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.

Επίσης ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς την αιτίαση ότι ο θανών ήταν συνυπαίτιος κατά ποσοστό 90% του θανάσιμου τραυματισμού του και ότι εσφαλμένα το Εφετείο καθόρισε ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος αυτού κατά ποσοστό 30%, εφόσον εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος (συνυπαιτιότητας) του θανόντος, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 392/2022, 252/2020, 1176/2019).

Τέλος κατά τις λοιπές αιτιάσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). IV. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/2013, 214/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, τα οποία αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.

Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 424 Κ.Πολ.Δ.- πρβλ.

ΑΠ 698/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 1008/2019, 104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ` άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 1283/2023,1226/2017, 45/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 11β και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και επιπλέον δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι την κρίση του ότι οι δεύτερος και έως και όγδοη των εναγόντων τυγχάνουν συγγενείς του θανόντος, τη στήριξε στο από 23-12-2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, που εκδόθηκε στην Αλβανία.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει το προσκομισθέν από τους αναιρεσίβλητους ως άνω αποδεικτικό μέσο, που έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ομοίως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από:

α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, β) τις ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα, τις οποίες λεπτομερώς αναφέρει και γ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων.

Συνεπώς το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη συγγενικής σχέσης των ως άνω εναγόντων με τον θανόντα, δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, αντιθέτως δε, στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε μετά από τη συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προαναφέρθηκαν, στις οποίες, ορθά, συμπεριέλαβε και το παραπάνω έγγραφο, χωρίς να προσδώσει σ' αυτό ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη.

V. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1915, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα, δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ` αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 599/2020, 425/2018, 517/2017, 330/2017, 133/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 922 του ΑΚ, των άρθρων 681, 688-691 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 374/2018).

Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 218/2018, ΑΠ 1154/2018, ΑΠ 1840/2011).

Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 1356/2018, 59/2017, 876/2012), οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες, αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (ΑΠ 1533/2017, 876/2012).

Επί οικοδομικών εν γένει εργασιών, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π/Δτος 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", του Π/Δτος 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού - μέτρα ασφαλείας", του Ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του Π/Δτος 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι α) σε περίπτωση που ο κύριος του έργου έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, β) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου ή στον εργολάβο ή στον κατά περίπτωση υπεργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος και γ) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου και ο προστηθείς από αυτόν υπεργολάβος τμήματος αυτού έχει, επίσης, νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ανεξάρτητα προς το αν δόθηκαν ή μη σ' αυτόν σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό (ΑΠ 392/2022, 1188/2018, 1154/2018).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 102 παρ.6 και 114 παρ. 4-6 του Π.Δ.1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε οικοδομές και έργα" οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται η χρήση τους, να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες ασφάλειας, να εφαρμόζουν ασφαλείς μεθόδους εργασίας, να λαμβάνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική τους ασφάλεια, να απέχουν από οποιαδήποτε πράξη η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τους ίδιους ή άλλα άτομα και τέλος, να προσέρχονται ή να εγκαταλείπουν τη θέση τους χρησιμοποιώντας τα μέσα ασφαλούς πρόσβασης ή εξόδου, τα οποία έχουν προβλεφθεί (ΑΠ 309/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί κοινωνικών ασφαλίσεων", συνδυαζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ 1 και 3 του ως άνω Ν. 551/1915, σαφώς, συνάγεται ότι, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα, υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), δηλαδή το ατύχημα επισυνέβη στον τόπο της εργασίας του, που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, οπότε ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σ` αυτό (ήδη η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με το άρθρο 3 του Ν. 1305/1982), τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δίκαιου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 Α.Ν. 1846/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνης με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος χορηγεί στον εργαζόμενο το ΙΚΑ.

Από τις ίδιες διατάξεις, εξάλλου, συνάγεται ότι η παραπάνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του εργαζομένου (παθόντος), αλλά και την περίπτωση που προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη προσώπου που είχε προστηθεί από τον εργοδότη, καλύπτει δε η απαλλαγή αυτή και την περίπτωση της "ειδικής αμελείας", δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων (ΑΠ 863/2023, 599/2020, 1085/2008). 'Ετσι ο εργαζόμενος, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και υπέστη εργατικό ατύχημα, δικαιούται στις παραπάνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις, μόνο τις παροχές που χορηγούνται από το ΙΚΑ, και δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη οποιαδήποτε περιουσιακού χαρακτήρα αποζημίωση (πρβλ.

ΟλΑΠ 18/2008), διατηρεί, όμως, την αξίωση του γα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και σε περίπτωση θανάτου οι συγγενείς του, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών (ΑΠ 1236/2023, 1649/2017, 309/2015, 1118/2007).

Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συντέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και τρίτου προσώπου, εκτός αν η παρεμβολή του τρίτου οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, οπότε και μόνο επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου.

Άλλωστε, όσον αφορά τον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 268/2021, 831/2021, 719/2012, 315/2008). Εξάλλου, εφόσον η ως άνω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, 266/2021).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, 649/2019), αφού είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος, ή αντίστροφα, το εάν μεταξύ του γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2023, 1083/2022, 354/2022, 1426/2021, 1182/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, ΑΠ 258/2022, 219/2020).

Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μ' αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: " Η 1η εναγόμενη, μόνιμη κάτοικος Γλυφάδας Αττικής, το έτος 2005 είχε ανεγείρει στους ... σε οικόπεδό της διώροφη οικοδομή με αποθήκη (οικοδ. άδεια 804/2005) και στις 7-7-2009 υπέβαλλε αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία της Πολεοδομίας για αναθεώρηση της προηγούμενης άδειας με τις απαιτούμενες δηλώσεις ανάθεσης, ανάληψης μελετών και επίβλεψης του 2ου εναγομένου -αρχιτέκτονα μηχανικού, οποίος κατέθεσε σχετικό φάκελο για την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Στη συνέχεια η 1η ενάγουσα με την από 18-5-2010 αίτησή της στην ίδια Υπηρεσία ζήτησε την αλλαγή τίτλου της υπό έκδοση αδείας σε "Προσθήκη καθ' ύψος ισογείου τμήματος διώροφης οικοδομής και νομιμοποίηση ισογείων τμημάτων" με μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό τον 2° εναγόμενο, η οποία οικοδομική άδεια εκδόθηκε στις 27-5-2010 (αρ. 283/2010).

Έτσι ο 2ος εναγόμενος (εργολάβος), κατόπιν προφορικής συμφωνίας (σύμβαση έργου) με την 1η ενάγουσα - ιδιοκτήτρια (εργοδότρια), ανέλαβε τη μελέτη, την έκδοση οικοδομικής άδειας, την επίβλεψη και την εκτέλεση εργασιών στην ανωτέρω οικοδομή και ειδικότερα τη νομιμοποίηση υπάρχουσας αυθαίρετης δόμησης και την κατασκευή Β' ορόφου της οικοδομής με υλικά και συνεργεία της επιλογής του.

Η ιδιοκτήτρια, μη έχουσα τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις κατασκευής και λόγω της μόνιμης κατοικίας της και επαγγέλματος της (είναι φαρμακοποιός) στη Γλυφάδα Αττικής, ήταν αδύνατον να δίνει οδηγίες στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου και να έχει την ουσιαστική επίβλεψη αυτού, μαζί δε επικοινωνούσαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) για την πορεία του έργου και τα απαιτούμενα χρήματα για την εκτέλεσή του (πληρωμές υλικών και συνεργείων), ειδικότερα η εργοδότρια δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου καθώς και το δικαίωμα παροχής οδηγιών, δεσμευτικών για τον εργολάβο, με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται έναντι τρίτων για τυχόν πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου.

Κάποιες εργασίες άρχισαν να γίνονται τον Σεπτέμβριο 2009 και έπαυσαν προσωρινά στις αρχές του 2010 λόγω του χειμώνα αλλά κι επειδή δεν είχε εκδοθεί ακόμη η οικοδομική άδεια, άρχισαν δε πάλι τον Απρίλιο 2010. Ο 2ος εναγόμενος προσέλαβε για μεν την τοποθέτηση ξυλότυπου στην πλάκα του Β' ορόφου συνεργείο με τους τεχνίτες Η.

Κ. και Γ. Γ. (καλουπατζήδες) και τις εργασίες σιδηροπλισμού ανέθεσε στον 3° εναγόμενο (υπεργολάβο), ο δε τελευταίος προσέλαβε ως εργάτη τον αλλοδαπό G. M., αλβανικής καταγωγής, ο οποίος κατοικούσε και εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα στην περιοχή Ιωαννίνων και τον οποίο απασχολούσε περιστασιακά στο παρελθόν στο συνεργείο του ως εργάτη (σιδερά) σε οικοδομικές εργασίες και πλήρωνε ο ίδιος.

Στις 30-4-2010 και περί ώρα 08.00' ο 2ος εναγόμενος και οι προαναφερόμενοι τεχνίτες ξυλοτύπου πήγαν στην οικοδομή για εργασία. Μπροστά από την οικοδομή υπήρχε μεταλλικό ικρίωμα από προηγούμενο συνεργείο, που έφερε ξύλινο δάπεδο σε ύψος 3,50 μ. από το έδαφος και στον ίδιο χώρο υπήρχε, επίσης από προηγούμενο συνεργείο που είχε προσλάβει ο 2ος εναγόμενος, ξύλινη κλίμακα (σκάλα), η οποία τοποθετήθηκε στο δάπεδο του ικριώματος για να φθάσουν στην πλάκα του Β' ορόφου για να εργαστούν.

Η βάση της κλίμακας στερεώθηκε με καρφιά στο δάπεδο του ικριώματος και η κορυφή της δέθηκε στα σίδερα (αναμονές) του υποστηλώματος της πλάκας του Β' ορόφου. Οι ανωτέρω τεχνίτες ξυλοτύπου ανέβηκαν στην πλάκα του Β' ορόφου από τη φορητή ξύλινη σκόλα και άρχισαν να εργάζονται και στη συνέχεια ανέβηκε και ο 2ος εναγόμενος για να τους δώσει οδηγίες.

Ακολούθως στο χώρο της οικοδομής ήλθε ο Κ./νος Π., που οδηγούσε γερανοφόρο όχημα (παπαγάλος) με σίδερα και ανέμενε την άφιξη του 3ου εναγομένου για να του υποδείξει σε ποιο σημείο της πλάκας έπρεπε να εναποθέσει τα σίδερα. Μετά από λίγο έφθασε και ο 3ος εναγόμενος με τον G. M. και αφού υπέδειξε στον Κ.. Π. το χώρο εναπόθεσης των σιδηρικών, ο τελευταίος τοποθέτησε το γερανοφόρο όχημα σε όμορο με την οικοδομή οικόπεδο, από το οποίο υπήρχε οπτική επαφή με το σημείο των εργασιών.

Στη συνέχεια ο G. M., κρατώντας στα χέρια του δύο εργαλεία (ψαλίδι και κλειδί) και χωρίς να φορά κράνος προστασίας της κεφαλής, επιχείρησε να ανέβει στην πλάκα του Β' ορόφου μέσω της φορητής ξύλινης κλίμακας για να τοποθετήσει τον σιδηροπλισμό και μόλις άλλαξε πόδι για να ανέβει στο επόμενη σκαλοπάτι της κλίμακας, δεν πάτησε στο σκολοπάτι αλλά στο κενό ανάμεσα στα δύο σκαλοπάτια, με αποτέλεσμα να απολέσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος από ύψος 3,50 μ.

και να τραυματιστεί σοβαρά, υποστάς κακώσεις κεφαλής, θώρακα, κοιλίας και σπονδυλικής στήλης, συνεπεία των οποίων στις 10-5-2010 πέθανε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Γ. Χατζηκώστα" Ιωαννίνων, όπου είχε μεταφερθεί αμέσως μετά το ατύχημα. Το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας και στην παράλειψη του εργολάβου και του υπεργολάβου (2ου και 3ου εναγομένου) να καθοδηγήσουν τον θανόντα στην ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του και στην επίβλεψη αυτών για χρήση των ατομικών μέτρων ασφαλείας, για τις ελλείψεις δε αυτές, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (πτώση από ύψος και θάνατος του εργαζόμενου], υπεύθυνοι είναι τόσο ο εργολάβος όσο και ο υπεργολάβος, οι οποίοι δεν κατέβαλλαν τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, του ίδιου επαγγέλματος όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις ίδιες συνθήκες να καταβάλει, δηλαδή για την ευθύνη των ανωτέρω προσώπων αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια του άρθρου 914 ΑΚ και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915.

Ειδικότερα, ο 2ος εναγόμενος - εργολάβος κατά την υποβολή του φακέλου στην Πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 4 και 8 του ΠΔ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια...", δεν υπέβαλε σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των δικαιολογητικών που υποβάλλονται και στο οποίο θα περιγραφόταν τα μέτρα ασφαλείας για τις συγκεκριμένες εργασίες.

Της έναρξης και εκτέλεσης των εργασιών επί σταθερών ικριωμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 2 του ΠΔ 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", δεν προηγήθηκε βεβαίωση του εργολάβου και του υπεργολάβου ότι τα ικριώματα έχουν εγκατασταθεί σύμφωνα με το νόμο. Προς εκτέλεση του έργου χρησιμοποιήθηκε ικρίωμα - ιδιοκατασκευή μη πιστοποιημένου τύπου χωρίς να πληροί τις προδιαγραφές ασφαλείας και συγκεκριμένα το δάπεδο εργασίας του ικριώματος δεν διέθετε πλευρική προστασία έναντι πτώσης των εργαζομένων (άρθρο 13 παρ. 6 ΠΔ 778/1980) και το κεκλιμένο επίπεδο που αποτελούσε την πρόσβαση από την οροφή του γκαράζ προς το δάπεδο του ικριώματος επίσης δεν διέθετε πλευρική προστασία έναντι πτώσης των εργαζομένων ούτε επαρκές πλάτος, ήτοι ήταν μόνο 0,47 εκ.

αντί 0,75 εκ., όπως προβλέπεται από το άρθρο 38 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πόσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού". Για την πρόσβαση του θανόντος στην πλάκα του Β' ορόφου χρησιμοποιήθηκε ανασφαλή εγκατάσταση, δηλαδή φορητή ξύλινη κλίμακα επί δαπέδου ικριώματος που δεν τηρούσε τις ως άνω προδιαγραφές ασφάλειας, καίτοι απαγορεύεται η τοποθέτηση φορητής κλίμακας επί δαπέδου ικριώματος, κατά παράβαση του άρθρου 9 παρ.2 και 13 παρ.8 του ΠΔ 778/1980.

Περαιτέρω, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος δεν άσκησαν τη δέουσα εποπτεία στον θανόντα, όταν αυτός ανέβηκε στη φορητή ξύλινη κλίμακα κρατώντας στο χέρι του αντικείμενα (ψαλίδι και κλειδί), γεγονός που απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του ΠΔ 1073/1981, σύμφωνα με την οποία [............]. Το θύμα δεν έφερε κράνος προστασίας της κεφαλής του, καίτοι η χρήση αυτού εις τα εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, είναι υποχρεωτική, οι δε εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζόμενους [.........].

Το ατύχημα αυτό θα είχε αποφευχθεί αν για τις συγκεκριμένες εργασίες χρησιμοποιούνταν ασφαλής πρόσβαση του θύματος προς την πλάκα οροφής με σταθερό ικρίωμα πιστοποιημένου τύπου με πλευρική προστασία έναντι πτώσης και με τις προβλεπόμενες ασφαλείς προσβάσεις σε όλα τα δάπεδα του ικριώματος, το ύψος του οποίου θα έφθανε μέχρι το ύψος της πλάκας οροφής του Β' ορόφου, όπου θα εκτελούντο οι εργασίες, αν δεν χρησιμοποιείτο η φορητή ξύλινη κλίμακα που στηριζόταν επί ικριώματος που δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες προδιαγραφές ασφαλείας, όπως προαναφέρθηκε και αν τα εργαλεία που κρατούσε το θύμα μεταφέρονταν με άλλον τρόπο, ήτοι προσδεδεμένα στερεώς στο σώμα του ή μεταβιβάζοντας ώστε το θύμα να είχε τα χέρια του ελεύθερα κατά την άνοδό του στην ξύλινη κλίμακα.

Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο εργολάβος είχε εφοδιάσει το θύμα με κράνος ασφαλείας κεφαλής (άρθρο 4 παρ. 6 ΠΔ 396/1994, αλλά κι αν ακόμη το είχε εφοδιάσει και αυτό δεν το χρησιμοποιούσε, έπρεπε τόσο ο εργολάβος όσο και ο υπεργολάβος κατά την επίβλεψη στην εκτέλεση των εργασιών, εφόσον την ασκούσαν και δεν την είχαν παραμελήσει, να μην του επιτρέψουν να εργασθεί χωρίς να φορά κράνος.

Συνυπαίτιος του ατυχήματος είναι και ο θανών κατά ποσοστό 30% διότι, ενώ ήταν, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έμπειρος τεχνίτης (σιδεράς) και είχε εργαστεί και σε άλλα εργοτάξια, αφενός μεν δεν έφερε κράνος προστασίας κεφαλής, το οποίο για ασφάλειά του έπρεπε να απαιτήσει από τον εργολάβο και τον υπεργολάβο, αφετέρου δε γνώριζε ότι, για να ανέβει ασφαλώς στη φορητή ξύλινη κλίμακα, έπρεπε να έχει τα χέρια του ελεύθερα από οποιοδήποτε αντικείμενο της εργασίας του, αλλά αυτός υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του και παρέβηκε τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας [.......] Ο θανών, ηλικίας 28 ετών, αλβανικής υπηκοότητας, εργαζόταν στην Ελλάδα ως οικοδόμος από 12ετίας περίπου, έχοντας άδεια παραμονής και εργασίας και την τελευταία διετία εργαζόταν ως οικοδόμος στα Ιωάννινα, όπου κατοικούσε σε μισθωμένο διαμέρισμα με την σύζυγό του (26 ετών) και τον ανήλικο γιο του (3 ετών), οι δε λοιποί ενάγοντες γονείς του (ηλικίας 65 και 53 ετών αντίστοιχα) και τα αδέλφια του (ηλικίας 31, 30, 26, 21 και 19 ετών αντίστοιχα) κατοικούσαν στο Τεπελένι Αλβανίας.

Το θύμα αλλά και η σύζυγός του και το ανήλικο τέκνο του ουδέν περιουσιακό στοιχείο έχουν, η σύζυγος δεν εργάζεται και μετά το θάνατο του προσφιλούς προσώπου τους φιλοξενούνται από συγγενικά τους πρόσωπα στο Περδικάκι Αιτωλ/νίας, διατρέφονται δε από τη σύνταξη που λαμβάνουν από το ΙΚΑ ποσού 310,84 € η σύζυγος και ποσού 155,42 € το ανήλικο τέκνο.

Ο 2ος εναγόμενος είναι πολιτικός μηχανικός και ο 3ος εναγόμενος ασχολείται και αυτός με οικοδομικές εργασίες, επαγγέλματα που μετά την οικονομική κρίση της Χώρας από το έτος 2010 και εντεύθεν αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης, από τα εισοδήματα δε αυτά οι προαναφερόμενοι ζουν τις οικογένειές τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και συνδεόταν με τους ενάγοντες, όσο ζούσε, με στενούς ψυχικούς και συναισθηματικούς δεσμούς: επισκεπτόταν δε τακτικά τους γονείς του και τα αδέλφια του στην Αλβανία και όλοι δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο από το βίαιο και κατά τραγικό τρόπο θάνατό του, το δε ανήλικο τέκνο παρά την ηλικία του των 3 ετών είναι βέβαιο, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ότι με την ολοκλήρωση της συναισθηματικής του ανάπτυξης μελλοντικά θα αισθανθεί ψυχικό πόνο από την έλλειψη του πατέρα του.

Για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους πρέπει να προσδιοριστεί το ύψος της δικαιούμενης από αυτούς (ενάγοντες) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ως εξής: α) στο ποσό των 45.000 € για καθένα από τη σύζυγο και το ανήλικο τέκνο, από το οποίο 20.000 € καταψηφιστικό και το υπόλοιπο αναγνωριστικό, β) στο ποσό των 20.000 € για καθένα των γονέων του θύματος και γ) στο ποσό των 10.000 € για καθένα των αδελφών του.

Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα ενόψει της ηλικίας του θανόντος και των εναγόντων, καθώς και του βαθμού συγγένειας τους, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του θύματος και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών και δεν είναι υπερμέτρως ασυνήθη για την περίπτωση θανάτωσης οικείου προσώπου από αδικοπραξία, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Η 1η ενάγουσα και το ανήλικο τέκνο της, του οποίου ασκεί τη γονική μέριμνα, δικαιούνται αποζημίωσης από τους εναγόμενους εργολάβο και υπεργολάβο για την αποκατάσταση της ζημίας τους από την στέρηση του δικαιώματος διατροφής, την οποία κατά το νόμο θα όφειλε ο θανών και υπόχρεος αν ζούσε. Ο θανών εργαζόταν σε οικοδομικές εργασίες ως σιδεράς και το έτος 2010 πραγματοποιούσε 20 ημερομίσθια το μήνα, που του απέφεραν καθαρό μηνιαίο εισόδημα 1.000 € (20 ημερομ.

X 50 €/ημερομ = 1.000). Άλλα εισοδήματα και άλλες υποχρεώσεις εκτός από τη διατροφή της οικογένειάς του δεν είχε ο θανών. Από το ανωτέρω εισόδημά του ο θανών, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής τους που ήταν λιτή, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της συζύγου του όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβίωσης (διατροφή, ένδυση, ψυχαγωγία, μόρφωση κλπ), η οποία δεν εργαζόταν, δεν είχε εισοδήματα και οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο , διέθετε για τη διατροφή της συζύγου του 250 € μηνιαίως.

Το ανήλικο τέκνο αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του, διότι δεν έχει εισοδήματα ούτε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και οι διατροφικές ανάγκες αυτού (φαγητό, ένδυση, μόρφωση, ψυχαγωγία κλπ.), λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της οικογενειακής ζωής, ανέρχονται σε 200 € μηνιαίως, ποσό που ο θανών διέθετε για την διατροφή του. 'Ετσι, το χρονικό διάστημα από το χρόνο του ατυχήματος (30-4-2010) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Ιανουάριος 2013) δικαιούνται αποζημίωσης λόγω στέρησης του δικαιώματος διατροφής τους η μεν ενάγουσα ποσού 5.775 ευρώ (33 μήνες Χ 250 ευρώ/μην= 8.250-30% ποσοστό συνυπαιτιότητας θανόντος = 5.775), το δε ανήλικο τέκνο ποσού 4.620 ευρώ (33 μήνες Χ 200 ευρώ/μην = 6.600 - 30% ποσοστό συνυπαιτιότητας θανόντος =4.620), η οποία πρέπει να τους επιδικαστεί εφάπαξ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Λόγω της μεγάλης κρίσης όλων των επαγγελμάτων που σχετίζονται με την οικοδομή και της ασφυκτικής οικονομικής κατάστασης της Χώρας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η εξέλιξη του εισοδήματος του θανόντος, αν αυτός ζούσε, θα παρουσίαζε φθίνουσα κλίμακα και θα πραγματοποιούσε μηνιαίως 15 ημερομίσθια περίπου, που θα του απέφεραν καθαρό μηνιαίο εισόδημα 750 ευρώ (15 ημερομ.Χ 50 ευρώ/ημερομ = 750), από το ποσό δε αυτό θα διέθετε για τη διατροφή της συζύγου του 200 ευρώ και του ανηλίκου τέκνου του 150 ευρώ από την 1-2-2013 μέχρι την ενηλικίωσή του στις 4-1-2025, ο οποίος θα ζούσε μέχρι τότε. 'Ετσι, από 1-2-2013 μέχρι 30-9-2017 δικαιούνται αποζημίωσης η μεν σύζυγος 7.840 ευρώ (56 μήνες Χ 200 ευρώ/μην = 11.200 - 30% ποσοστό συνυπαιτιότητας θανόντος = 7.840), το δε ανήλικο τέκνο ποσό 5.880 ευρώ (56 μήνες Χ 150 ευρώ/μην = 8.400 - 30% ποσοστό συνυπαιτιότητας θανόντος =5.880), η οποία πρέπει να τους επιδικαστεί εφάπαξ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για δε το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-10-2017 μέχρι 4-1-2025 πρέπει να καταβληθούν τα ανωτέρω ποσά στους ανωτέρω δικαιούχους (200 ευρώ και 150 ευρώ αντίστοιχα) το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που κάθε δόση πρέπει να καταβληθεί, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και με το να κρίνει ότι ο αναιρεσείων είχε συνάψει μετά της ιδιοκτήτριας της οικοδομής, σύμβαση έργου, και ανέλαβε ως εργολάβος τη μελέτη, την έκδοση οικοδομικής άδειας, την επίβλεψη και την εκτέλεση εργασιών στην οικοδομή της τελευταίας, ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, περιέχει δε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στους προσήκοντες κανόνες δικαίου.

Και τούτο διότι με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο του 2009, που κατατέθηκε η αρχική αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία της Πολεοδομίας για αναθεώρηση της προηγούμενης οικοδομικής άδειας, με τις δηλώσεις ανάθεσης, ανάληψης μελετών και επίβλεψης του ιδίου, ως αρχιτέκτονα-μηχανικού, είχε αναλάβει, με προφορική συμφωνία, την εκτέλεση του παραπάνω έργου με συνεργεία της επιλογής του, και συνεπώς ως εργολάβος, ταυτόχρονα δε προστήσας στη συγκεκριμένη εργασία σιδηροπλισμού τον υπεργολάβο τρίτο εναγόμενο, ήταν συνυπεύθυνος μετά του τελευταίου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στην οικοδομή, τα οποία από αμέλειά του δεν τήρησε, η ευθύνη του δε αυτή, ήταν αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ευθύνη της ιδιοκτήτριας (η οποία κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δεν είχε ευθύνη για το ατύχημα).

Λεκτέον ότι, το γεγονός ότι οι εργασίες ξεκίνησαν και το ατύχημα επισυνέβη πριν την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ουδόλως αναιρεί την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργολάβου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, καθ' όσον η κατάρτιση της σύμβασης, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε χώρα προφορικά σε προγενέστερο χρόνο (τουλάχιστον από το χρόνο που κατατέθηκε η αρχική αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομία), ήτοι σε χρονικό σημείο προ του ατυχήματος, όντος αδιαφόρου του χρόνου εκδόσεως της οικοδομικής άδειας και του ύψους της συμφωνημένης αμοιβής του εργολάβου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, και κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 681, 688-691, 688 και 922 του Α.Κ., ως και των άρθρων 3 και 5 του ν.1396/1983 και 16 παρ.1 του Ν. 551/1915, σε σχέση με την ανάθεση της εργολαβίας από την ιδιοκτήτρια στον ίδιο, είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο ο αναιρεσείων μηχανικός, όσο και ο τρίτος εναγόμενος υπεργολάβος, δεν έλαβαν από πταίσμα τους τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή μέτρα ασφαλείας, γεννάται εις ολόκληρον υποχρέωσή τους προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες κατά τα άρθρα 914, 481 και 932 Α.Κ., η δε "οποιαδήποτε αμέλεια", η οποία αρκεί για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εξειδικεύτηκε από το Εφετείο ως παραβίαση των προαναφερθέντων μέτρων ασφαλείας.

Εξάλλου, υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, η παραβίαση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφασή του μέτρων ασφαλείας, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του) στη συγκεκριμένη περίπτωση, και, συνεπώς, θεμελιώνει τις ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ η απόφαση είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, όπως προεκτέθηκε, ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος που δέχθηκε ότι συνέτρεχε (ΑΠ 392/2022, 252/2020, 1176/2019).

Εξάλλου, ορθά το Εφετείο δεν προέβη σε επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και του τρίτου εναγομένου, ως συναιτίων του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εφόσον έκαστος των συναιτίων ευθύνεται εις ολόκληρον έναντι των εναγόντων σύμφωνα με τα άρθρα 481 και 926 του Α.Κ. (ΑΠ 1389/2018) και δεδομένου δεν επρόκειτο για δίκη αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων συναιτίων σύμφωνα με το άρθρο 927 Α.Κ. (ΑΠ 606/2020).

Συνεπώς είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενος ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω προαναφερθεισών διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 926, 927 και 288 του Α.Κ. Εξάλλου, είναι αβάσιμες και οι περιλαμβανόμενες στον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 914 Α.Κ., και ειδικότερα ως προς το αν η παραβίαση συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας συνδέεται αιτιωδώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την πρόκληση του ατυχήματος.

Σε σχέση, όμως, με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στην καταδίκη του αναιρεσείοντος εναγομένου στην καταβολή διατροφής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και του υπ' αυτής εκπροσωπουμένου τέκνου, η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, καθ' όσον, η κατ' άρθρο 928 εδ. β` ΑΚ αποζημίωση εκείνου που κατά νόμο έχει δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών σκοπεί στην αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας, ο δε θανών υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ και, επομένως, ο αναιρεσείων εργολάβος απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς αποζημίωση (αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας) των ως άνω αναιρεσιβλήτων, ενόψει και του ότι στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν σε δόλο του.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει ως νόμιμη την αγωγή και ως προς το ανωτέρω κεφάλαιό της (της επιδίκασης, δηλαδή, διατροφής στην πρώτη αναιρεσίβλητη και στο υπ' αυτής εκπροσωπούμενο ανήλικο τέκνο), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ 1 και 3 του Ν. 551/1915 και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα προβάλλει ο αναιρεσείων με τους έβδομο και όγδοο πρόσθετους λόγους της αναίρεσης.

VI. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".

Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ` αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ` αυτόν.

Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση.

Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.

Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.

ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.

Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ` ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 61/2023, 211/2022, 617/2022).

Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ή και αρ. 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2023, 298/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης της πρώτης αναιρεσείουσας συζύγου του θανόντος και του ανηλίκου τέκνου τους, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 45.000 ευρώ στον καθένα, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με αυτό του θανόντος και με την κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 70% και την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 30% και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο.

Γι` αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς τους ως άνω συγγενείς του θανόντος, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος των δικαιούχων και στο βάρος των υποχρέων.

Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς συγγενείς του ως άνω θανόντος, το Εφετείο, με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ στο δεύτερο και στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, γονέων του θανόντος, και 10.000 ευρώ στους τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομη και όγδοη αναιρεσίβλητους, αδελφούς του θανόντος, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα ποσά που τους επιδικάστηκαν, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση χρηματικής παροχής, κατ` άρθρο 932 ΑΚ, ενόψει και των παραδοχών ότι ο θανών είχε ήδη δημιουργήσει δική του οικογένεια και κατά το χρόνο του θανάτου του, έχοντας από πολλών ετών μεταναστεύσει από την Αλβανία, διέμενε με τη σύζυγο του και το τέκνο του μακράν των γονέων και των αδελφών του, καθώς επίσης και χωρίς να αξιολογούνται και οι οικονομικές, κοινωνικές και λοιπές συνθήκες διαβίωσης των δικαιούχων και του αναιρεσείοντος.

Ως εκ τούτου ο έκτος πρόσθετος λόγος της αίτησης, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 8 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατ` εφαρμογή της διάταξης αυτής του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά, καθότι είναι δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, και βάσιμος ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός.

VII. Τέλος, με τον ένατο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 481 και 926 του ΑΚ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 108 παρ.3 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, και ειδικότερα ότι, ενώ στο σκεπτικό της δέχθηκε εις ολόκληρον ενοχή του ιδίου και του τρίτου εναγομένου, στο διατακτικό της η καταδίκη στη δικαστική δαπάνη γίνεται διαιρετώς.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον στο περί δικαστικής δαπάνης σκέλος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως περιλαμβάνεται τέτοια διάταξη, η δε αναφορά της φράσης "μετά την κατανομή τους", έχει την έννοια της προηγούμενης κατανομής των δικαστικών εξόδων μεταξύ των αντιδικούντων διαδίκων μερών (εναγόντων και εναγομένων) ανάλογα με το βαθμό της νίκης και της ήττας εκάστου εξ αυτών, μετά την οποία οι υπόχρεοι εναγόμενοι καταδικάστηκαν να πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των 5.000 ευρώ, ενεχόμενοι εις ολόκληρον.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει, κατά παραδοχή των εβδόμου και ογδόου και εν μέρει του έκτου των προσθέτων λόγου της αίτησης αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αντίστοιχα ως άνω κεφάλαιά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Επί επιδικάσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων κονδυλίων, η αίτηση πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν και την αιτία του καθενός, ώστε, επί μερικής αναιρέσεως, να μπορεί να προσδιοριστεί το αποδοτέο ποσό. Άλλως, σε περίπτωση αναίρεσης εν μέρει, η αίτηση θα απορριφθεί ως αόριστη (ΑΠ 99/2023, 1158/2017, 1423/2010).

Δεν αποκλείεται όμως η υποβολή της κατά τρόπο ορισμένο στο δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 99/2023, 1392/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, στη νομοτύπως υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα αίτηση επαναφοράς, αναφέρεται στο συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (26.975,79 ευρώ) και στο υπ' αυτής εκπροσωπούμενο τέκνο (21.717,46 ευρώ), και με τον τρόπο αυτό καθίσταται αδύνατη η διάκριση μεταξύ αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του αναιρεθέντος τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του μη αναιρεθέντος τμήματος, για το οποίο το αίτημα επαναφοράς θα απορριπτόταν ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσίβλητων, μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό του αίτημα, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2022, 1870/2022, 1196/2022, 1618/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 267/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ