Legislator Case Law & Legislation
876/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 876/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a car accident insurance dispute. The appellant argued the lower court accepted unproven facts about traffic signal operation, but the court found these arguments merely complained about the court's evaluation of evidence rather than alleging a legal error. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's findings were based on admissible evidence presented in the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it merely complains about the court's evaluation of evidence or accepts facts without proof when the judgment clearly shows the court formed its conviction from the admissible evidence adduced in the proceedings.

Keywords

AI generated
cassation appeal evaluation of evidence admissible evidence unproven facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11b of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 10 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 876 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2087/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4643/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε (και) ο ήδη αναιρεσείων με την από 5-5-2005 αίτησή του. Εκδόθηκαν οι 299/2008 και 1293/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που ανέβαλαν τη συζήτηση της υπόθεσης και η 710/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 4033/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4033/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, των άρθρων 681Α, 666 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, το οποίο δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής μετά από αναίρεση με την υπ' αριθμ. 710/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) της υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-1-2001 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και της υπ' αριθμ. 2087/1998 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ.

κατ. 3045/97 αγωγή του αναιρεσείοντος Π. Τ., στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "... ΑΕ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ και δέχτηκε ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, τη συνεκδικασθείσα με την ως άνω αγωγή υπ' αριθμ. κατ. 3527/1997 αντίθετη αγωγή των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη εναγόντων Σ.

και Κ. Θ., στρεφόμενη εναντίον των Κ. Τ., Π. Τ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος η ασφαλιστική εταιρία "... ΑΕΓΑ". Με την ασκηθείσα κατά τα ανωτέρω υπ' αριθμ. κατ. 3045/97 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας τους, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη αυτός, από τη σύγκρουση του υπ' αριθμ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, οδηγούμενου από το γιο του Κ.

Τ., με το υπ' αριθμ ...46 ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί), η οποία προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του αυτοκινήτου ταξί, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με τη δε δεύτερη υπ' αριθμ. κατ. 3527/1997 αντίθετη αγωγή τους, οι σ' αυτήν ενάγοντες Σ. και Κ. Θ., ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Κ.

και Π. Τ., ως οδηγός, ο πρώτος, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οποίου προκλήθηκε η ως άνω σύγκρουση και ως ιδιοκτήτης, ο δεύτερος. του υπ' αριθμ. ...82 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, και η τρίτη ως ασφαλίζουσα το εν λόγω ζημιογόνο όχημα, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστησαν από το ίδιο ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος. Κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την αναίρεση της αποφάσεως εξαφανίζεται αυτή και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής ή εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε. Η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει, κατά το αναιρεθέν μέρος της, κάθε ισχύ και θεωρείται ως άκυρη, με αποτέλεσμα να καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειές της, οι δε διάδικοι να επανέρχονται στην υφισταμένη προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση.

Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του Εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση. Επομένως, οι προτάσεις, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο.

Ο ενάγων τέλος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της νέας, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της εφέσεως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Επίσης κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα αλλά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση περί του απαραδέκτου δεν ήταν εσφαλμένη.

Η διάταξη εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, κατ' άρθρο 591 ΚΠολΔ. Για να ληφθούν υπόψη τα νέα αποδεικτικά μέσα πρέπει να γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση και προσκόμισή τους στο Εφετείο. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεσμεύον το δικαστήριο της παραπομπής προς το οποίο η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα, το σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

β' και 14 περ. γ' λόγους, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκε ο διάδικος με τις προτάσεις του που υπέβαλε ενώπιόν του και δεν κήρυξε απαράδεκτα τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δηλ. της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση ενώπιόν του, και της μη κήρυξης ως απαράδεκτων των εν λόγω μη νομίμως επικληθέντων με τις προτάσεις της μετ' αναίρεση συζήτησης αποδεικτικών μέσων, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης (από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

β' και 14 περ. γ') και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ (ΑΠ 780/2009, ΑΠ 1840/2007). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε, μετ' αναίρεση, η υπόθεση (έφεση) της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για περαιτέρω εκδίκαση, δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 710/2011 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και ειδικότερα για το λόγο μόνο ότι δεν κατέστη αδιστάκτως βέβαιον πως η αναιρεθείσα απόφαση έλαβε υπ' όψιν της και συνεκτίμησε την υπ' αριθμ. 2879/2001 αθωωτική απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να αντικρούσει την ως άνω ποινική απόφαση, απλά συμπλήρωσε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη της τη με αριθμό Α.Τ. 2879/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, αναφέροντας ότι δεν δεσμεύεται από αυτή και χωρίς να την ερμηνεύσει έκρινε τα εντελώς αντίθετα απ' αυτή αναφορικά με την υπαιτιότητα του Κ.

Τ., οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα υπ' αριθμ. κυκλ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Π. Τ.. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 710/2011 αναιρετική απόφαση αναίρεσε την υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνον για το λόγο ότι δεν κατέστη αδιστάκτως βέβαιον ότι η αναιρεθείσα απόφαση έλαβε υπ' όψιν της και συνεκτίμησε την υπ' αριθμ. 2879/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο, και δεν επέλυσε νομικό ζήτημα δεσμεύον το δικαστήριο της παραπομπής, ώστε η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου προς την ως άνω αναιρετική να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα, τον σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 παρ. 1 και 681Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί, που θεμελιώνουν την αγωγή. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 42/2012).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 704/2008). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 671 και 681Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή μέσα για τα οποία δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού τους ή οι διαδικαστικοί όροι της αποδεικτικής τους δυνάμεως (ΑΠ 616/2006, ΑΠ 380/2009).

Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπ' αριθμ. 2, 3, 4, 6 και 7 λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων Π. Τ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε αβάσιμη την από 7-3-1997 αγωγή του, δεχόμενο ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, Κ. Τ. είναι υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, επειδή παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα, τα οποία ήταν κρίσιμα για την απόδειξη της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού και ειδικότερα α) την υπ' αριθμ. 2879/2001 αθωωτική απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο κήρυξε τον οδηγό του υπ' αριθμ ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Κ.

Τ., αθώο για τη σωματική βλάβη σε βάρος του επιβάτη του ταξί Ν. Σ., αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να αντικρούσει την ως άνω ποινική απόφαση, απλά συμπλήρωσε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη τη με αριθμό Α.Τ. 2879/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, αναφέροντας ότι δεν δεσμεύεται από αυτή και χωρίς να την ερμηνεύσει έκρινε τα εντελώς αντίθετα απ' αυτή αναφορικά με την υπαιτιότητα του Κ.

Τ., οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα υπ' αριθμ. κυκλ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Π. Τ., β) τις καταθέσεις αυτόπτη μάρτυρα καθώς και δύο μαρτύρων που δεν είχαν κανένα όφελος από την έκβαση της δίκης και οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως, ο πρώτος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου πολιτικού Δικ...ίου και όλοι προανακριτικά, αλλά και στα ακροατήρια του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάμιου ποινικού δικ...ίου, ότι το ταξί πέρασε το σηματοδότη της πορείας του με παλλόμενο κίτρινο φως και ότι οι σηματοδότες που είχε στην πορεία του επί της ...

ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν σβηστοί κατά την σύγκρουση, αλλά και πολύ πριν από την σύγκρουση (υπ' αριθμ 3 λόγος) και γ) την υπ' αριθμ …83/25-02-2002 Ένορκη Βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που βεβαίωνε την μετέπειτα ομολογία του Σ. Ν. (επιβάτη του ταξί) ότι κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Αστικού Δικαστηρίου κατέθεσε ψεύδη καθ' υπόδειξη του οδηγού του ταξί, επειδή ο οδηγός του ταξί ανέλαβε όλα τα έξοδά του (υπ' αριθμ. 4 λόγος).

Επίσης, με τον υπ' αριθμ. 2 λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στήριξε αποκλειστικά την κρίση της, στην χωρίς όρκο μαρτυρία ενός εκ των αντιδίκων του και έχοντος έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης (επιβάτη του ταξί), ο οποίος ανακάλεσε αργότερα την μαρτυρία του, η οποία από την ίδια την κατάθεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποδεικνύεται ως ψευδής στο σημείο που αναφέρει ότι είδε με τα μάτια του ότι το φανάρι ήταν κόκκινο (εννοώντας το σηματοδότη που φέρεται ότι παραβίασε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ.

Τ.). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και την ανωμοτί εξέταση του αρχικώς διαδίκου Ν.

Σ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι (η από 17-11-2000 υπεύθυνη δήλωση του Ν. Σ. και η ….83/25-2-2002 ένορκη βεβαίωση του Σ.

Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά που προσκομίζει ο εκκαλών δεν λαμβάνονται υπόψη, η πρώτη γιατί δόθηκε μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη και η δεύτερη γιατί δόθηκε για τον ίδιο λόγο χωρίς προηγούμενη κλήτευση της εναγομένης - εφεσίβλητης), αποδεικνύονται, σε σχέση με τους λόγους έφεσης (κυρίους και πρόσθετους), τα ακόλουθα:

Στις 10-11-1996, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 05.15 ο Κ. Τ., ηλικίας 33 ετών και αρχιφύλακας τότε της Ελληνικής Αστυνομίας, οδηγούσε το ...82 ΙΧΕ αυτοκίνητο (BMW 318), που ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος της ένδικης αγωγής και πατέρα του Π. Τ., στην οδό ..., στην περιοχή ..., με κατεύθυνση από …. προς …. Ο πρώτος εναγόμενος Κ.

Θ. οδηγούσε το ...45 ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί), που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, είναι η διάδικος ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕΓΑ", στην κάθετη προς την παραπάνω οδό ..., με κατεύθυνση από …. προς …, από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, με επιβάτη στη θέση του συνοδηγού το Ν.

Σ., κάτοικο ..., 34 ετών, σερβιτόρο. Κατά τον παραπάνω χρόνο, στο ως άνω σημείο τους, οι δύο προαναφερόμενες οδοί ήταν ευθείες, διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 15 μέτρων η οδός ... και 12 μέτρων η οδός ..., με διαχωριστική νησίδα πλάτους 1 μέτρου η πρώτη και 2 μέτρων η δεύτερη, αντίστοιχα. Ήταν νύχτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, το οδόστρωμα ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και το όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 του ΚΟΚ - κατοικημένη περιοχή).

Στο αριστερό της οδού ..., ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, συνέβαλε κάθετα η οδός ..., ενώ στο δεξιό αυτής, ως προέκταση της οδού ..., η οδός .... Η προτεραιότητα στον κόμβο ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι λειτουργούσαν καθημερινά από ώρα 06.00 έως 02.00 και κατά τις Κυριακές, όπως εν προκειμένω, ολόκληρο το 24ωρο, καθώς και με ρυθμιστική πινακίδα STOP (όταν δεν λειτουργούσαν οι σηματοδότες), η οποία υπήρχε επί των οδών ...

και .... Φθάνοντας στη συμβολή των πιο πάνω οδών, ο Κ. Τ., ο οποίος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος της οδού ... προς … και μετέβαινε στην εργασία του στη …., όπου έπρεπε να αναλάβει υπηρεσία ως αστυνομικός περί ώρα 06.00 της ίδιας ημέρας, εισήλθε σ' αυτή ενώ ο σηματοδότης της κατεύθυνσής του έδειχνε ερυθρό φως, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να προσκρούσει, με το εμπρόσθιο (αριστερό κυρίως) τμήμα του στη δεξιά πλευρά του ...46 ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί), το οποίο τη στιγμή εκείνη, κινούμενο με πράσινο σηματοδότη, εξερχόταν από τη συμβολή και εισερχόταν στην οδό ... (προέκταση της οδού ...).

Λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης, το ταξί κινήθηκε εμπρός και αριστερά ως προς την πορεία του και προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του, σε στύλο των φωτεινών σηματοδοτών που υπήρχαν στη δεύτερη από δεξιά, ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, γωνία της συμβολής των οδών ... και ....

Το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Κ. Τ. και η αμέλειά του συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και με ταχύτητα ανώτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα, όπως αυτό συνάγεται από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης επί του ταξί και την εκτίναξη του τελευταίου επί των σηματοδοτών, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ.

Έτσι, όταν έφθασε στη συμβολή, αντί να διακόψει την πορεία του προ του ερυθρού σηματοδότη, όπως όφειλε και μπορούσε (άρθρο 6 παρ. 1β του ΚΟΚ που ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος), συνέχισε ευθεία την κίνησή του και εμβόλισε το ταξί, το οποίο, έχοντας διασχίσει ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος της οδού ... προς ….

και την αριστερή λωρίδα του ρεύματος της ίδιας οδού προς …. με πράσινο σηματοδότη, βρισκόταν στο ύψος της δεξιάς λωρίδας του ρεύματος της οδού ... προς … και εξερχόταν από τον κόμβο έχοντας ήδη αποκτήσει προτεραιότητα έναντι του Κ. Τ.. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος οι σηματοδότες επί της οδού ...

δεν λειτουργούσαν και ότι οι εισερχόμενοι στη συμβολή από την οδό ..., όπως ο οδηγός του ταξί Κ. Θ., είχαν στην πορεία τους κίτρινο φως που αναβόσβηνε (αναλάμπον). Κατά την άφιξη των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του ΤΟΤΑ ….. στον τόπο του ατυχήματος περί ώρα 07.00, δηλαδή 1 ώρα και 45 λεπτά μετά το ατύχημα οι σηματοδότες της οδού ...

βρέθηκαν σβηστοί, ενώ οι σηματοδότες των οδών ... και ... έδειχναν κίτρινο αναλάμπον φως. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι συνέβαινε το ίδιο και περί ώρα 05.15 που προκλήθηκε το ατύχημα. Στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. δεν είχε καταγραφεί κάποια βλάβη των σηματοδοτών πριν το ατύχημα, ούτε υπήρχε διακοπή ρεύματος στη χαμηλή και μέση τάση κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος.

Τη βλάβη των σηματοδοτών γνωστοποίησε στο Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. την επομένη του ατυχήματος ο Κ. Τ. και αποκαταστάθηκε την ίδια ημέρα (11-11-1996) από αρμόδιο ο οποίος διαπίστωσε ότι προερχόταν από ασφαλιστική λυχνία. Ο επιβάτης του ταξί Ν. Σ. περιέγραψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με λεπτομέρεια, σαφήνεια και κατηγορηματικότητα τις συνθήκες του ατυχήματος και κατέθεσε ότι οι σηματοδότες κατά τη στιγμή του ατυχήματος λειτουργούσαν κανονικά στον κόμβο και ότι το ταξί εισήλθε στη συμβολή με πράσινο σηματοδότη.

Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Π. Κ. που βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων, 1 ώρα και 45 λεπτά μετά το ατύχημα και καταγράφηκε ως αυτόπτης στη σχετική έκθεση αυτοψίας καθ' υπόδειξη του οδηγού Κ. Τ., ο οποίος (μάρτυρας), ευρισκόμενος κατά τη στιγμή του ατυχήματος, σύμφωνα με τα κατατιθέμενα από τον ίδιο, μέσα στο σταθμευμένο αυτοκίνητό του, έξω από το κατάστημα (μπαρ) που διατηρούσε επί της οδού ..., αριθμ.

….και σε απόσταση 50 μέτρων από τη συμβολή, δεν μπορούσε να έχει εικόνα της λειτουργίας των σηματοδοτών σε όλο το εύρος της συμβολής. Ο ίδιος δε, ενώ εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτης επιχείρησης μπαρ πλησίον της συμβολής που αντιλήφθηκε τη λειτουργία των σηματοδοτών κατά το ατύχημα, δεν γνώριζε για τη λειτουργία αυτών επί του προαναφερόμενου κόμβου τις νυχτερινές ώρες κατά τα Σαββατοκύριακα, ότι δηλαδή κατά τις Κυριακές οι σηματοδότες λειτουργούσαν καθ' όλο το 24ωρο σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ημέρες που λειτουργούσαν από ώρα 06.00 έως 02.00.

Δεν αναιρείται επίσης η κατάθεση του Ν. Σ. από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Χ. και Ν. Μ., οι οποίοι αναφέρθηκαν στο χρώμα των σηματοδοτών σε χρόνους διαφορετικούς του ατυχήματος. Η 2879/ 2001 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά που, δικάζοντας κατ' έφεση χωρίς την παρουσία του παθόντος - επιβάτη του ταξί Ν.

Σ., κήρυξε αθώο τον Κ. Τ. για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλειά του εις βάρος του Ν. Σ., η οποία συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν δεσμεύει το παρόν πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο, συνεκτιμώντας τα νομίμως ενώπιόν του προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, μπορεί να αποφανθεί διαφορετικά, ενώ δεν δεσμεύει επίσης το Δικαστήριο το συνεκτιμηθέν απαλλακτικό πόρισμα της προφορικής διοικητικής εξέτασης που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ιδιότητας του οδηγού Κ.

Τ. ως αστυνομικού. Σημειώνεται, ότι με την 6604/2000 αμετάκλητη απόφαση αυτού του Δικ...ίου, η οποία εκδόθηκε επί έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕΓΑ", ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου "... ΑΕ" κατά της αυτής εκκαλουμένης, σε σχέση με τις γενόμενες εν μέρει δεκτές αγωγές των ιδιοκτητών και του επιβάτη του ταξί, κρίθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Κ.

Τ. και επικυρώθηκε κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της η εκκαλουμένη. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ. και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 7-3-1997 αγωγή του ιδιοκτήτη του ίδιου αυτοκινήτου Π. Τ., ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όλοι οι λόγοι έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Π. Τ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως ουσιαστικά αβάσιμους. Αναφορικά με τις φερόμενες από τον αναιρεσείοντα, ως μη ληφθείσες υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικ...ίου, όσο και κατά το στάδιο της προανάκρισης και ενώπιον του ποινικού Δικ...ίου, ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αορίστως προβάλλονται και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτες, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τα ονόματα των μαρτύρων που έδωσαν τις καταθέσεις αυτές ούτε και τα ειδικότερα στοιχεία αυτών, καθώς και αν έγινε νόμιμη επίκληση τούτων ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και την ανωμοτί εξέταση του αρχικώς διαδίκου Ν.

Σ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι (εξαιρουμένων μόνο της από 17-11-2000 υπεύθυνης δήλωσης του Ν.

Σ. και της 783/25-2-2002 ένορκης βεβαίωσης του Σ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά που προσκομίζει ο εκκαλών, οι οποίες δεν λήφθηκαν υπόψη, για τους αναφερόμενους νόμιμους λόγους), σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο, γίνεται μνεία και σχολιάζονται οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα όλα τα παραπάνω φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ακόμη δε, ότι το ως άνω Δικαστήριο, δεν στήριξε αποκλειστικά την κρίση του, μόνο στην ανωμοτί κατάθεση του αρχικώς διαδίκου Ν.

Σ. (επιβάτη του ταξί) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, επικαλούμενος για το λόγο τούτο παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά στην εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις που έχουν σχέση με την αξιοπιστία του ως άνω μάρτυρα (επιβάτη ταξί), η κατάθεση του οποίου κατά τον αναιρεσείοντα αποδεικνύεται ως ψευδής, στο σημείο που αναφέρει ότι είδε με τα μάτια του ότι το φανάρι ήταν κόκκινο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση των ως άνω αιτιάσεων και της εντεύθεν κατά τον αναιρεσείοντα παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, και ειδικότερα ως προς την αξιοπιστία των εξετασθέντων μαρτύρων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, σχετικά με την υπ' αριθμ. ΑΤ 2879/2001 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε ρητή μνεία αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, επισημαίνοντας ότι εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του παθόντος επιβάτη του ταξί Ν.

Σ. και ότι αντιθέτως προς την κρίση της αθωωτικής αυτής απόφασης, με την 6604/2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου, η οποία εκδόθηκε επί έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕΕΓΑ", ως καθολικής διαδόχου της "... ΑΕ", κατά της αυτής εκκαλουμένης με την ένδικη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος απόφασης, κατά το μέρος της που δέχτηκε εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμες, τις συνεκδικασθείσες με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος αντίθετες αγωγές των ιδιοκτητών και του επιβάτη του ταξί, κρίθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Κ.

Τ. και επικυρώθηκε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της η εκκαλουμένη. Περαιτέρω, και από τις σχετικές αιτιολογίες της, με τις οποίες αντικρούει τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Π. Τ., ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος οι σηματοδότες επί της οδού ... δεν λειτουργούσαν και ότι οι εισερχόμενοι στη συμβολή από την οδό ..., όπως ο οδηγός του ταξί Κ.

Θ., είχαν στην πορεία τους κίτρινο φως που αναβόσβηνε (αναλάμπον), δεχόμενο, μεταξύ άλλων, μετά και από αιτιολογημένη αξιολόγηση της καταθέσεως του επιβάτη του ταξί Ν. Σ., καθώς και των καταθέσεων των μαρτύρων Σ. Χ. και Ν. Μ., ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι σηματοδότες της οδού ... ήταν σβηστοί "περί ώρα 05.15 που προκλήθηκε το ατύχημα" και ότι "Στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

δεν είχε καταγραφεί κάποια βλάβη των σηματοδοτών πριν το ατύχημα, ούτε υπήρχε διακοπή ρεύματος στη χαμηλή και μέση τάση κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος", και με τις οποίες (αιτιολογίες) ουσιαστικά αντικρούεται το περιεχόμενο της πιο πάνω ποινικής απόφασης, προκύπτει ότι η πληττομένη απόφαση έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα, σε σχέση με την υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, διαφορετικό από εκείνο της ως άνω ποινικής απόφασης.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τους υπ' αριθμ. 6 και 7 λόγους πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την ως άνω ποινική απόφαση και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο ίδιος, υπ' αριθμ. 7 λόγος αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αναφερόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις βάλλει κατά της αποφάσεως του Εφετείου για σφάλματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και είναι και κατά το μέρος αυτό απαράδεκτος.

Περαιτέρω, σχετικά με την επικαλούμενη υπ' αριθμ. ….83/25-02-2002 Ένορκη Βεβαίωση του Φ. Σ., το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων εξαίρεσε και δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη επί της αγωγής αυτής, επειδή λήφθηκε χωρίς προηγούμενη κλήτευση της εναγομένης-εφεσίβλητης και συνεπώς, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μη λάβει υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Θα πρέπει πάντως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, να έχει στηρίξει το δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραβιάσθηκε και δεν αρκεί, αντίθετα, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπ' αριθμ 5 λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, με το να δεχτεί το Εφετείο, στηριζόμενο στο υπ' αριθμ. 9913/96 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, ότι "Η προτεραιότητα στον κόμβο ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι λειτουργούσαν καθημερινά από ώρα 06:00'έως 02:00' και κατά τις Κυριακές, όπως εν προκειμένω, ολόκληρο το 24ωρο", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αφού αυτό ανέφερε ότι οι ως άνω σηματοδότες "ήταν προγραμματισμένοι να λειτουργούν καθημερινά από ώρα 06:00' έως 02:00' και κατά τις Κυριακές όλο το 24ωρο", και όχι ότι λειτουργούσαν πράγματι, ενώ ακόμη με την ως άνω παραδοχή του δέχθηκε πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αφού εξέλαβε και τον προγραμματισμό των σηματοδοτών να λειτουργούν την Κυριακή όλο το 24ωρο, που αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο, ως βεβαίωση λειτουργίας των σηματοδοτών για την Κυριακή που έγινε το ατύχημα, αν και το ότι οι φωτεινοί σηματοδότες ήταν προγραμματισμένοι να λειτουργούν είναι εντελώς διαφορετικό του ότι οι φωτεινοί σηματοδότες λειτουργούσαν.

με συνέπεια να μην ερευνηθεί αν λειτουργούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι εν προκειμένω, η αιτίαση δεν αναφέρεται σε εσφαλμένη ανάγνωση του ως άνω εγγράφου αλλά στη συναγωγή απ' αυτό αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και συνεπώς πρόκειται για παράπονο που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, και ο υπ' αριθμ. 5 λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ., με το οποίο ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1824/ 2012).

Επομένως, ο ίδιος ως άνω, υπ' αριθμ. 5 λόγος αναίρεσης, ως αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4033/2014 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ