Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling collective agreement terms remain valid after expiration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a first-instance judgment terminating a labor contract and remanded the case for retrial. The court held that individual employment contracts incorporating expired collective agreement terms remain valid until superseded by a new agreement. Consequently, the employer's attempt to terminate based on the expiration of the collective agreement was deemed legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 5 of the 6/28-02-2012 Council of Ministers Decision; Art. 1 para. 6 of Law 4046/2012: Individual employment contracts incorporating terms of expired collective agreements retain their validity and force until replaced by a new collective agreement, preventing the automatic reversion to statutory terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 876/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Π. του Δ., κατοίκου ... και 2) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Βέρροιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποιούμενη στους προσθέτως παρεμβαίνοντες:
1)Ι. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
2) Ά. Β. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
3) Επαγγελματικό Σωματείο με την επωνυμία "Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 1-4-2013 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 401/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 8-5-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικά δεκτή η αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρενέβησαν προσθέτως υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων α) η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), β) ο Ι. Α. του Λ. και 3) η Ά. Β. του Π.. Στην παρούσα αναιρετική διαδικασία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις μόνον η ΕΣΗΕΑ, ενώ δεν παραστάθηκαν, παρότι κλήθηκαν νομίμως, οι Ι. Α. και Ά. Β. (βλ. ... εκθέσεις επιδόσεως του Β. Π., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών).
2. Στο άρθρο 2 παρ.5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".
Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις κλπ", που ρύθμιζαν μεταξύ άλλων και το ζήτημα της "μετενέργειας" των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ), ορίζονταν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 ότι "Οι ΣΣΕ συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε ΣΣΕ που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια.
Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος". Στην παρ.4 ότι "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8".
Και στην παρ.5 ότι "Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-02-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".
Στην παρ.2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14-2-2013". Στην παρ.3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990".
Και στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της]. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.
Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".
Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.
Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες της ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ.5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".
Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεως στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου.
3. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ήδη τελεσίδικη και παραδεκτά προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία εκδίδει την ημερήσια οικονομική εφημερίδα "...". Ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, την 13-10-1992, είχε προσλάβει την πρώτη εναγόμενη, με την ειδικότητα του εξωτερικού συντάκτη.
Ότι, την 02-10-2000, είχε προσλάβει το δεύτερο εναγόμενο, με την ειδικότητα του συντάκτη ύλης. Ότι οι όροι της σύμβασης εργασίας των εναγομένων διέπονταν από τη ΣΣΕ της 15-07-2008 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της παρεμβαίνουσας ΕΣΗΕΑ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 63676/2979/15-09-2008 απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.
Ότι σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω ΣΣΕ, κατά το μήνα Απρίλιο 2012, η πρώτη εναγόμενη εισέπραττε βασικό μισθό χιλίων επτακοσίων είκοσι επτά ευρώ (1.727€), επίδομα γάμου 10%, ήτοι εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (172,70€), επίδομα τέκνων 10% (ενόψει του ότι έχει δύο προστατευόμενα τέκνα), ήτοι εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (172,70€) και επίδομα πολυετίας 15%, ήτοι διακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και πέντε λεπτών (259,05€) και συνολικά ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων τριάντα δύο ευρώ (2.332,00€).
Ότι, αντιστοίχως, ο δεύτερος εναγόμενος εισέπραττε βασικό μισθό χιλίων εξακοσίων εξήντα πέντε ευρώ (1.665€), επίδομα θέσης 10%, ήτοι εκατόν εξήντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (166,50€) και επίδομα πολυετίας 10%, ήτοι εκατόν εξήντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (166,50€) και συνολικά ποσό δύο χιλιάδων δεκαέξι ευρώ (2.016€).
Ότι, την 21-04-2010, καταγγέλθηκε η προαναφερθείσα ΣΣΕ και έκτοτε δεν επακολούθησε νέα. Ότι οι κανονιστικοί όροι της εν λόγω ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν. 1876/1990, ίσχυσαν επί ένα εξάμηνο και, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.5 του ίδιου άρθρου, μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας του καθενός από τους εναγόμενους.
Ότι η ενάγουσα, συμμορφούμενη προς τα ανωτέρω, συνέχισε να καταβάλλει στους εναγόμενους τις ως άνω αποδοχές έως την 14-05-2012. Ότι έκτοτε, θεωρώντας ότι ισχύει η διάταξη του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/28-02-2012, που την υποχρεώνει να καταβάλλει μόνο το βασικό μισθό και το επίδομα τέκνων, διότι κατά την άποψή της το επίδομα ωρίμανσης έχει ενσωματωθεί στο βασικό μισθό, μείωσε μονομερώς τις αποδοχές των εναγομένων και ζήτησε με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί ότι ενήργησε συννόμως.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι το ρυθμιστικό περιεχόμενο της διάταξης της παρ.4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/28-02-2012 καταλαμβάνει μόνο τις ΣΣΕ, οι οποίες καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012 και όχι αυτές, οι οποίες είχαν ήδη καταγγελθεί νωρίτερα, όπως η προκείμενη που ρύθμιζε τις αποδοχές των εναγομένων.
Και ότι αυτή εξακολούθησε να ισχύει πλασματικά, ως προς τους κανονιστικούς της όρους, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και, εφόσον δεν επακολούθησε άλλη ΣΣΕ, οι ρυθμίσεις της ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας των εναγομένων, ως κοινοί ενοχικοί όροι. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί ότι νόμιμα έγινε από μέρους της, μετά την πάροδο τριμήνου από της δημοσιεύσεως (14-2-2012) του ν. 4046/2012, κατά τα προαναφερόμενα, η περικοπή των επιδομάτων εκείνων, τα οποία λάμβαναν μέχρι τότε οι αναιρεσίβλητοι, αλλά πλέον δεν "μετενεργούσαν", δηλαδή τα επιδόματα γάμου, θέσης και πολυετίας.
4. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω και κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι όροι της ΣΣΕ της 15-07-2008 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών κλπ έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με βάση το προϊσχύον άρθρο 9 παρ.5 του ν. 1876/1990 και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να συνεχίσει την καταβολή σ' αυτούς των επιδομάτων γάμου και θέσης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/28-02-2012.
Διότι από αυτές συνάγεται ότι μετά την 14-5-2012 η "μετενέργεια" των ΣΣΕ περιορίσθηκε, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε στη σκέψη αρ.2 της παρούσας, με αποτέλεσμα να οφείλεται στους εναγόμενους μόνο ο βασικός μισθός και όσα εκ των διατηρουμένων επιδομάτων δικαιούνται. Εκ του πράγματος, όμως, δεν έσφαλε ως προς την εξακολούθηση της καταβολής του επιδόματος πολυετίας, το οποίο εμπίπτει στην έννοια του διατηρούμενου επιδόματος ωρίμανσης.
Πράγματι, ως επίδομα ωρίμανσης, που διατηρείται κατά τα ανωτέρω, δεν θεωρείται ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, στον οποίο ούτως ή άλλως περιέχεται η "ωρίμανση" με την έννοια της εξέλιξης στη μισθολογική κλίμακα, αλλά οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή (επίδομα) σχετίζεται με το χρόνο προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και λειτουργεί αφ' ενός ως επιβράβευση της πολυετούς παραμονής στην επιχείρηση και αφ' ετέρου ως κίνητρο για να παρατείνει ο εργαζόμενος την προς αυτήν παροχή τής ήδη αποκτηθείσας εργασιακής εμπειρίας.
Αν ο νομοθέτης ήθελε ως στοιχείο της "ωρίμανσης" μόνο την κλιμάκωση του βασικού μισθού ανάλογα προς το χρόνο υπηρεσίας, θα ήταν αρκετό να αναφερθεί μόνο σ' αυτόν και δεν θα χρειαζόταν να προβλέψει αυτοτελώς το επίδομα ωρίμανσης, το οποίο υποδηλώνει κάτι πέραν της εξέλιξης των μισθολογικών κλιμακίων (ΑΠ 773/2017).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω εσφαλμένη ερμηνεία και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, στην έκταση που προσδιορίζεται παραπάνω.
5. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου και συγκεκριμένα της εισηγήτριας αρεοπαγίτη, Σοφίας Καρυστηναίου, κατά την ορθή ερμηνεία του γράμματος του νόμου της διατάξεως του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/28-2-2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", όσον αφορά τις ΣΣΕ που έχουν ήδη λήξει ή καταγγελθεί μέχρι την 14-2-2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4046/2012) πρέπει να γίνει ακόλουθη διάκριση.
ΟΙ ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου τούτου, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από την 14-2-2012 έως την 14-5-2012. Αντιθέτως, για τις ΣΣΕ που έχουν ήδη λήξει ή καταγγελθεί πριν το τελευταίο εξάμηνο πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, η τριμηνιαία παράταση δίνεται μόνο για τη σύναψη νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Τούτο, διότι για τις τελευταίες έχει ήδη παρέλθει το εξάμηνο παράτασης της ισχύος τους, που προέβλεπε η καταργηθείσα πλέον διάταξη της παρ.4 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, με αποτέλεσμα οι όροι τους, παρόλη την άρση του χαρακτήρα τους ως κανονιστικών και την παύση της άμεσης και αναγκαστικής τους ενέργειας, να έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις μέχρι την τροποποίησή τους με νεότερη ατομική συμφωνία ή με μεταγενέστερη ΣΣΕ.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα των προηγούμενων ρυθμίσεων των ν. 3239/1955 και ν. 1876/1990, κατά το οποίο ληξάσης της ισχύος ΣΣΕ αίρεται μεν ο χαρακτήρας των σχετικών αυτής όρων ως κανονιστικών και παύει η άμεση και αναγκαστική τούτων ενέργεια, αλλά οι μέχρι τότε διεπόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν όπως μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί υπό τούτων, μέχρι της κατά κάποιο νόμιμο τρόπο λύσεως ή αντικαταστάσεώς τους διά νέας συλλογικής ρυθμίσεως, έστω και αν αυτή περιέχει όρους δυσμενέστερους των πρότερον ισχυόντων (ΑΠ 453/2010).
Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι πολλές ατομικές συμβάσεις εργασίας, που ενσωμάτωναν όρους ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν και έχει παρέλθει γι' αυτές και το εξάμηνο παράτασης της ισχύος τους, έχουν τροποποιηθεί με νέες συμφωνίες των μερών. Επομένως, η γενική εφαρμογή της μη "μετενέργειες" για όλες τις συμβάσεις θα οδηγούσε στην αυτόματη εκ νέου, εκ του νόμου πλέον, τροποποίησή τους, αντίθετα από τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών.
Συνεπώς, για τις ανωτέρω περιπτώσεις η βούληση του νομοθέτη περιορίζεται στην επί τρίμηνο επαναδιαπραγμάτευση των όρων των ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν και έχει παρέλθει και το εξάμηνο παράτασης της ισχύος τους και αυτό εντός του χρονικού διαστήματος από 14-02-2012 μέχρι 14-05-2012. Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω διαστήματος, αλλά και μετά την εκπνοή του αν δεν συναφθεί νέα ΣΣΕ για τους ήδη εργαζόμενους, παραμένουν σεβαστές και ισχυρές οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, που έχουν ενσωματώσει στο περιεχόμενό τους τούς όρους των ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν και παρήλθε το εξάμηνο ισχύος τους, καθώς και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτών των ατομικών συμβάσεων εργασίας, όπως επισημαίνει και η 4601/304/12-03-2012 ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Η αντίθετη εκδοχή (της κατάργησης της "μετενέργειας" με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/28-2-2012) οδηγεί στο άτοπο αποτέλεσμα της αναβίωσης της κανονιστικής ισχύος των ενοχικών (πλέον) ατομικών όρων εργασίας για ένα τρίμηνο, μόνο και μόνο για να καταργηθούν στη συνέχεια, μολονότι είχαν απωλέσει προ πολλού την κανονιστική ισχύ τους και σε αρκετές περιπτώσεις είτε είχαν τροποποιηθεί συμβατικά είτε κατά επιχειρησιακή συνήθεια.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και στην έκταση που κρίνεται βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, λόγω των πραγματικών δυσχερειών που διαπιστώθηκαν ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 401/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και
Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Ιανουαρίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ