Appeal dismissed for inadmissibility as grounds do not exist under the Bankruptcy Law and Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a bankruptcy ruling. The appellant argued that the lower court distorted the content of its proceedings by citing non-existent witness testimonies. The court rejected this claim, noting that the Bankruptcy Law does not include this specific ground for appeal and that the alleged error was merely a clerical mistake regarding the court's name.
Legislator headnote
AI generatedArticles 55 of the Bankruptcy Law and 559 of the Civil Procedure Code; The ground for appeal alleging distortion of the content of the document is inadmissible if it is not listed in the statutory grounds for appeal and constitutes a mere clerical error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 876/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Γούλιαρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", 2) τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ".... (...)", που εδρεύει στο ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρεί υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, διευκρίνισε δε στο ακροατήριο, ότι η ορθή επωνυμία της τελούσας σε πτώχευση εταιρίας είναι "... ΑΕ".
Η 2η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πανταλώνα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η 5η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Φαφούτη. Οι 4η, 6η και 7η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2012 αίτηση ανάκλησης (ανακλητική αγωγή) και την από 14-1-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την από 4-10-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28-11-2012 αίτηση της ήδη 7ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9384/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 982/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 3-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον άλλο διάδικο που επέσπευσε τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, η συζήτηση της υπό κρίση, από 20-12-2015, αίτησης για αναίρεση της 982/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 4-11-2016. Αντίγραφο της αίτησης αυτής, με κλήση προς συζήτησή της, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις τέταρτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων (σχετ.
οι .../31-5-2016, .../26-5-2016 και .../30-5-2016, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ. Γ. - Γ.), καλούμενες να παραστούν στην πιο πάνω συζήτηση, οπότε η υπόθεση και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 17-3-2017, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή τους για τη δικάσιμο αυτή (άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ.
γ’ και δ’ και 575 εδάφ. β’ ΚΠολΔ). Όμως αυτές δεν παραστάθηκαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του. Γι’ αυτό, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν.
Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα, όπως και η τρίτη αναιρεσίβλητη, παραστάθηκαν στο ακροατήριο με γραπτές δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η δυνατότητα αυτή τους παρέχεται από το άρθρο 6 παρ. 11 του ν. 2479/1997 που τροποποίησε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 ν. 3588/2007, 741 επ.
ΚΠολΔ), αφού στο Δικαστήριο τούτο δεν είναι πλέον υποχρεωτική η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2, 741, 745 και 759 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως προς το παραδεκτό της παράστασης της αναιρεσείουσας, που πρέπει, κατά την άποψή του, να δικαστεί ερήμην αλλά σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη, από 20-12-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2015, αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 982/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α. Α. Α., δικηγόρος, υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της πτώχευσης της "... ... Α.Ε." (τέταρτης αναιρεσίβλητης), άσκησε κατά της αναιρεσείουσας "... ..." την από 1-8-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../1-8-2012 αίτηση ανάκλησης (ανακλητική αγωγή) της αναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης (μίσθωσης), ενώ προσεπικάλεσε στη δίκη την εν λόγω πτωχή εταιρεία, κατ’ άρθρ. 753 ΚΠολΔ, με το από 14-1-2013 (με αριθμό κατάθεσης .../15-1-2013) δικόγραφο.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα και η έβδομη αναιρεσίβλητη "... Α.Ε." άσκησαν τις από 4-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης ...8-10-2012) και 28-11-2012 (με αριθμό κατάθεσης .../30-11-2012), αντίστοιχα, αιτήσεις για μεταβολή του χρόνου παύσης πληρωμών. Οι αιτήσεις αυτές και η προσεπίκληση συνεκδικάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), μαζί με παρεμβάσεις (κύριες και πρόσθετες) που ασκήθηκαν προφορικά στο ακροατήριο από τις: 1) δεύτερη, τρίτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, "....", "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε.", "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "... Α.Β.Ε.Ε." (πρόσθετες, υπέρ του αιτούντος συνδίκου, στην αίτησή του), 2) τέταρτη αναιρεσίβλητη, πιο πάνω πτωχή εταιρεία (πρόσθετη, υπέρ της καθ’ ης η αίτηση του συνδίκου, ήδη αναιρεσείουσας) και 3) δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, παραπάνω τραπεζικές εταιρείες (κύριες, στην αίτηση της αναιρεσείουσας).
Το δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 9.384/2013 απόφασή του, με την οποία 1) δέχθηκε την αίτηση ανάκλησης του συνδίκου, καθώς και τις πρόσθετες, υπέρ αυτού, παρεμβάσεις, ενώ απέρριψε την πρόσθετη, υπέρ της καθ’ ης η αίτηση, παρέμβαση της πτωχής εταιρείας (ως απαράδεκτη) και 2) απέρριψε τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας (ως ουσιαστικά αβάσιμη) και της έβδομης αναιρεσίβλητης (ως απαράδεκτη), ενώ δέχθηκε τις κύριες παρεμβάσεις.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), παραπονούμενη τόσο για την παραδοχή της αίτησης του συνδίκου όσο και για την απόρριψη της δικής της αίτησης, και η πτωχή εταιρεία άσκησαν, αντίστοιχα, τις από 25-6-2013 (με αριθμό κατάθεσης .../26-6-2013) και 1-7-2013 (με αριθμό κατάθεσης .../3-7-2013) εφέσεις που συνεκδικάστηκαν στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης μαζί με την πρόσθετη παρέμβαση που η έβδομη αναιρεσίβλητη άσκησε, υπέρ της πρώτης πιο πάνω εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας, προφορικά στο ακροατήριο, οι οποίες, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (ΑΠ 1214/2014, ΑΠ 1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β’ και δ’ του τελευταίου αυτού νόμου, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: α) η κήρυξη της πτώχευσης, β) η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ.
Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ., γ) οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης, δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε.
Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι.
Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ.
μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση σύναψης μισθώσεως με εξαιρετικά χαμηλό μίσθωμα, αφού περιορίζονται σημαντικά τα έσοδα από την πτωχευτική περιουσία και δεν επέρχεται αντίστοιχη μείωση των απαιτήσεων.
Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα. Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία και ε) ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια.
Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει.
Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ απαριθμούνται περιοριστικά ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ορισμένες πράξεις του οφειλέτη, των οποίων η ανάκληση είναι υποχρεωτική από μόνο το λόγο ότι αυτές διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, διότι έχουν τα χαρακτηριστικά "ανώμαλης" συναλλαγής (δωρεάς ή αφύσικης καταβολής χρέους), αν ληφθεί υπόψη ότι διενεργούνται μετά την παύση των πληρωμών του οφειλέτη.
Οι πράξεις αυτές είναι: α) οι δωρεές και οι χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή, β) η πληρωμή μη ληξιπρόθεσμων χρεών, γ) η "ανώμαλη" πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών και δ) η σύσταση εμπράγματης ή ενοχικής ασφάλειας προς εξασφάλιση προγενέστερης οφειλής ή νέας σε αντικατάσταση προγενέστερης.
Οι πράξεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ ανακαλούνται, όπως προεκτέθηκε, από μόνο το γεγονός ότι διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο και, επομένως, το δικαστήριο ερευνά μόνο το χρόνο κατά τον οποίο διενεργήθηκε η "πράξη" χωρίς να ασκούν επιρροή άλλα γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη, η καλή πίστη ή η ζημία της ομάδας των πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 ΠτωχΚ λογίζονται, και μάλιστα, κατά την ορθότερη άποψη, αμάχητα, ότι είναι επιζήμιες.
Το υποχρεωτικό της ανάκλησης ισχύει τόσο για τον σύνδικο, που έχει καθήκον να ζητήσει την ανάκληση των πράξεων αυτών, όσο και για το δικαστήριο, που δεν έχει περιθώρια, αν η "πράξη" έλαβε χώρα κατά την ύποπτη περίοδο, να μην ανακαλέσει. Όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη ομάδα των πράξεων υποχρεωτικής ανάκλησης του άρθρου 42 ΠτωχΚ αφορά στις λεγόμενες (με ευρεία έννοια) χαριστικές δικαιοπραξίες και περιλαμβάνει δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή.
Η διατύπωση αυτή έχει το ίδιο νόημα με εκείνη του άρθρου 537 του ΕμπΝ, κατά το οποίο ανακλητέα (κατά το νόμο, "άκυρος και άνευ αποτελέσματος") ήταν "πάσα ετεροβαρής πράξις ελαττούσα είτε την κινητήν είτε την ακίνητον του πτωχεύσαντος περιουσίαν...". Πρόκειται για κάθε δικαιοπραξία που οδηγεί σε διάθεση δικαιώματος ή σε δημιουργία ή ενίσχυση χρέους του οφειλέτη και γενικά σε μείωση της περιουσίας του, που γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, είτε η δικαιοπραξία αυτή χαρακτηρίζεται από τα μέρη ως δωρεά, είτε λαμβάνει μεν άλλη νομική μορφή, ελλείπει, όμως, το αντάλλαγμα, ή λαμβάνεται μεν αντάλλαγμα, που είναι όμως "δυσανάλογα μικρό" σε σχέση με την παροχή του οφειλέτη.
Ειδικά, όσον αφορά στην υποπερίπτωση των δικαιοπραξιών στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή, πρόκειται για δικαιοπραξίες που δεν είναι σαφώς χαριστικές, καθώς υπάρχει πρόβλεψη αντιπαροχής για την παροχή του οφειλέτη, οπότε πρόκειται για επαχθείς δικαιοπραξίες.
Επιπλέον, οι δικαιοπραξίες αυτές έχουν το χαρακτήρα αμφοτεροβαρών συμβάσεων, καθώς η "παροχή" και η "αντιπαροχή" βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση, δηλαδή η καθεμία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της άλλης, και σε αλληλεξάρτηση με την έννοια ότι είναι ενταγμένες σε μία ενιαία σύμβαση. Αν δεν υπήρχε η ειδική αυτή ρύθμιση του άρθρου 42 στοιχ.
α’ ΠτωχΚ, οι εν λόγω αμφοτεροβαρείς συμβάσεις θα αποτελούσαν αντικείμενο ελέγχου με βάση το άρθρο 43 του ίδιου Κώδικα (πράξεις δυνητικής ανάκλησης), όπου, όμως, οι προϋποθέσεις είναι αυστηρότερες, δεδομένου ότι απαιτείται, επιπροσθέτως, γνώση εκείνου που συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη για την παύση των πληρωμών του τελευταίου και απόδειξη από τον σύνδικο ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.
Η μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή των συμβάσεων αυτών στην κατηγορία των υποχρεωτικά ανακλητών δικαιοπραξιών του άρθρου 42 στοιχ. α’ ΠτωχΚ είναι η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής σε βάρος του οφειλέτη. Αυτό μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση σύναψης μισθώσεως με εξαιρετικά χαμηλό μίσθωμα. Μια τέτοια δυσαναλογία δεν είναι ικανή να άρει το χαρακτήρα της σύμβασης ως αμφοτεροβαρούς, καθώς κρίσιμο είναι μόνο το υποκειμενικά (κατά τη θεώρηση των συμβαλλομένων) και όχι το αντικειμενικά ισάξιο των παροχών.
Το τελευταίο, ήτοι το αντικειμενικά μη ισάξιο των παροχών (δυσανάλογο), ο νόμος χρησιμοποιεί ως κριτήριο υπαγωγής στην υποχρεωτική ανάκληση. Για λόγους προστασίας των συναλλασσομένων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποχρεωτική ανάκληση δεν συνδέεται με υποκειμενικά στοιχεία από την πλευρά τους, δεν αρκεί να υπάρχει απλά μια διαφορά, ως προς την αξία, μεταξύ των ανταλλασσόμενων παροχών, αλλά η δυσαναλογία αυτή θα πρέπει να έχει τέτοια έκταση που να καθιστά τη συναλλαγή υπέρμετρα επαχθή για τον οφειλέτη, δηλαδή στην ουσία χαριστική, ώστε να είναι δικαιολογημένη η ρυθμιστική εξομοίωση με τις χαριστικές δικαιοπραξίες των υπόψη ανακαλούμενων αμφοτεροβαρών συμβάσεων που εντάχθηκαν στο στοιχ.
α’ του άρθρου 42 ΠτωχΚ μαζί με τις δωρεές και τις λοιπές χαριστικές δικαιοπραξίες, αγγίζοντας τα όρια αυτών. Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 ΠτωχΚ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 παρ. 1).
Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρ. 48 παρ. 2). Περαιτέρω, τα άρθρα 49 και 50 του ΠτωχΚ προσδιορίζουν τα αποτελέσματα της διατασσόμενης ανάκλησης και, ειδικά, το άρθρο 50 παρ. 2 σε σχέση με την ανάκληση αμφοτεροβαρούς σύμβασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς την ανακλητική αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, συνδίκου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη 14.098/30-5-2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία) κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η...
ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην .... Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών η 8-7-2011 και σύνδικος αυτής ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α. Α.... αποδείχθηκε ότι την 27.07.2011, η ανωτέρω ήδη πτωχή εταιρεία, με τη... ...27.07.2011 συμβολαιογραφική μίσθωση της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ.
Κ. (που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου), δηλαδή εντός της ύποπτης περιόδου, εκμίσθωσε στην εταιρεία "..." (καθ’ ης η αίτηση ανάκλησης) το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, ήτοι ολόκληρη την εργοστασιακή της μονάδα, που αποτελείται από αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 10.300,00 τ.μ., το οποίο αποτελεί αυτοτελές και διηρημένο τμήμα μείζονος αγρού, πρώτης (Α’ ) κατηγορίας, κείμενο στην ειδική θέση "...
της εποικισθείσας περιοχής του αγροκτήματος "...", της τοπικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας Καλλικράτειας του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, και από κτίριο διοίκησης - γραφείων - βιομηχανοστάσιο, συνολικού εμβαδού 3.337,60 τ.μ., που περιλαμβάνει α) χώρους βιομηχανοστασίου εμβαδού 2.433,60 τ.μ.
και β) χώρους διοίκησης - γραφείων εμβαδού 904,00 τ.μ., μεθ’ όλων των επίπλων και των εγκατεστημένων στο κτίριο αυτό μηχανημάτων για τη λειτουργία καθετοποιημένης εκτυπωτικής μονάδας, ήτοι α) ενός ολοκληρωμένου εκτυπωτικού συγκροτήματος και αυτόματου συστήματος τροφοδοσίας μελανιών και β) ενός βιβλιοδετικού συγκροτήματος με όλα τα παρελκόμενά του, όπως ειδικότερα περιγράφονται τα ανωτέρω ακίνητα και κινητά στη σύμβαση.
Η μίσθωση αυτή συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών. Το μηνιαίο μίσθωμα για όλο το χρονικό διάστημα της μίσθωσης συμφωνήθηκε στο ποσό 4.300,00 ευρώ. Το ως άνω συμφωνηθέν μίσθωμα είναι αντικειμενικά δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την παροχή της εκμισθώτριας, δηλαδή τη μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου (ακινήτων και εξοπλισμού), η οποία, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της μίσθωσης, ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 15.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι η αξία του ακινήτου αυτού μετά του εξοπλισμού του, εκτιμήθηκε, με τη... 12409/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που εκδόθηκε επί ανακοπής της στο ποσό των 6.321.000,00 ευρώ γενομένης εν μέρει δεκτής της κατ’ άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ αίτησης της ήδη πτωχής εταιρείας, με την οποία ζητούσε να ορισθεί η αξία του εν λόγω ακινήτου της στο ποσό των 9.795.790,00 ευρώ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η νυν εκκαλούσα πτωχή εταιρία στην από 27.06.2011 αίτησή της (αριθμ κατ. .../2011), για το άνοιγμα συνδιαλλαγής κατ’ άρθρ. 99 ΠτΚ, εκτιμά το ακίνητο - αγροτεμάχιο μετά των κτηριακών εγκαταστάσεων και του μηχανολογικού εξοπλισμού και των επίπλων στο ποσό των 8.321.891, 85 ευρώ... Εξάλλου, και ο ορισθείς με την υπ’ αριθμ. 899/2012 απόφαση της Εισηγήτριας Πτωχεύσεων, Χ.
Τ., πολιτικός μηχανικός, Πραγματογνώμονας - Εκτιμητής Ακινήτου, στην τεχνική έκθεση, που συνέταξε τον Απρίλιο του έτους 2013, εκτίμησε ότι η εμπορική αξία του ακινήτου (οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτιρίων και οικοδομημάτων του) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 3.200.000,000 ευρώ. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας προέβη σε εκτίμηση μόνο του εδάφους -οικοπέδου και των επ’ αυτού κτισμάτων χωρίς να συμπεριλαμβάνει στην εκτίμηση την αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού, ήτοι του εκτυπωτικού μηχανήματος και του βιβλιοδετικού, καθώς και των επίπλων και των λοιπών κινητών στοιχείων, η αξία των οποίων όπως προκύπτει από την από 13.12.2011 εκτίμηση του μηχανολόγου μηχανικού Δ.
Τ. ανέρχεται περίπου στο ποσό των 1.260.000 ευρώ. Αντίθετη κρίση, δεν συνάγεται ούτε από την προσκομιζόμενη από την δεύτερη εκκαλούσα με ημερομηνία 7.1.2013 έκθεση γνωμοδότησης της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", στην οποία αναφέρεται, ως δίκαιο και εύλογο μίσθωμα, το ποσό των 0,80 ευρώ ανά τ.μ. και αθροιστικά το ποσό των 2.700 ευρώ για το ακίνητο και το ποσό των 1.600 ευρώ για τα μηχανήματα, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση αναφέρεται σε μεταγενέστερο της σύναψης της μίσθωσης χρόνο...
αλλά ούτε και από όσα αόριστα ανέφερε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η μάρτυρας απόδειξης, σχετικά με την μίσθωση της εκτυπωτικής μονάδος της εταιρίας με την επωνυμία "..." της εταιρίας "... Α.Ε." περί καταβαλλόμενου μισθώματος ποσού 5.000 ευρώ, χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά στο είδος του μισθίου και τον εξοπλισμό του, και τα ανωτέρω άρα δεν μπορούν να ληφθούν ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία.
Ισχυρίζονται βέβαια οι εκκαλούσες ότι στον καθορισμό του συμφωνηθέντος αυτού μισθώματος ελήφθη υπόψη η συνήθης δαπάνη συντήρησης των μισθίων, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε κάθε μίσθωση, ο μισθωτής επιβαρύνεται με την δαπάνη αυτή, η οποία αποτελεί δαπάνη τακτικής συντήρησης, πολύ δε περισσότερο στην ένδικη στην οποία η μισθώτρια απέκτησε την λειτουργία ολόκληρης εργοστασιακής μονάδας.
Ούτε περαιτέρω ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την συντήρηση των μηχανημάτων, ανέρχονται σε υψηλό κόστος, κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι, αφενός μεν οι δαπάνες αυτές είναι σύμφυτες με την χρήση του μισθίου και δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του μισθώματος, αφετέρου δε, την υποχρέωση αυτή ανέλαβε με ρητό όρο της επίμαχης μίσθωσης (σελ. 18 παρ. 1 "κάθε εν γένει επισκευή και συντήρηση του μισθίου").
Κατόπιν τούτων, η μίσθωση αυτή, η οποία διενεργήθηκε εντός της ύποπτης περιόδου και στην οποία η αντιπαροχή που έλαβε η μισθώτρια - πτωχή ήταν προδήλως δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική της παροχή, λογίζεται, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ότι είναι επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, και πρέπει συνεπώς να ανακληθεί.
Σε κάθε δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση, συνομολογήθηκε με καταφανώς δυσανάλογο μίσθωμα και προκάλεσε ζημία στην ομάδα των πιστωτών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απολεσθεί το τυχόν προσδοκώμενο ανάλογο μίσθωμα και κυρίως να δημιουργηθεί πρόβλημα στην πτωχευτική διαδικασία και τα δικαιώματα των πιστωτών με την κατά τον τρόπο αυτό χρόνια δέσμευση των μόνων περιουσιακών στοιχείων της πτωχής που δημιουργεί δυσχέρεια σε κάθε προσπάθεια εκποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης της περιουσίας αυτής προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών.
Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, την 31.10.2011 η πτωχή εταιρεία εκχώρησε την απαίτησή της από τα μισθώματα της ένδικης μίσθωσης σε πιστωτή της, ήτοι την εταιρεία "... Α.Ε.", με αποτέλεσμα η ζημία για την ομάδα των πιστωτών να είναι σε κάθε περίπτωση βέβαιη. Ισχυρίζεται βέβαια η εκκαλούσα ότι στον καθορισμό του συμφωνηθέντος αυτού μισθώματος ελήφθη υπόψη η συνήθης δαπάνη συντήρησης των μισθίων, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε κάθε μίσθωση ο μισθωτής επιβαρύνεται με τη δαπάνη αυτή, η οποία αποτελεί δαπάνη τακτικής συντήρησης, πολύ δε περισσότερο στην ένδικη, με την οποία η μισθώτρια απέκτησε τη δυνατότητα λειτουργίας ολόκληρης εργοστασιακής μονάδας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που παραπονούνταν κατά της πρωτόδικης απόφασης για την παραδοχή της αίτησης ανακλήσεως του αντιδίκου της - συνδίκου. Κρίνοντας, έτσι, δεν παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού δέχεται ότι το μηνιαίο μίσθωμα των 4.300 ευρώ που συμφωνήθηκε να λαμβάνει η εκμισθώτρια πτωχή εταιρεία για όλο το χρονικό διάστημα της επίμαχης σύμβασης μισθώσεως που καταρτίστηκε μέσα στην ύποπτη περίοδο είναι, αντικειμενικά, δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου (ακινήτου και εξοπλισμού), κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης (27-7-2011), ανερχόμενη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο ποσό, τουλάχιστον, των 15.000 ευρώ.
Συνακόλουθα, η δυσαναλογία αυτή, που αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή της σύμβασης στην υποχρεωτική ανάκληση του άρθρου 42 στοιχ. α’ ΠτωχΚ, καθιστά τη συναλλαγή υπέρμετρα επαχθή για την εκμισθώτρια - πτωχή εταιρεία και στην πραγματικότητα αγγίζει τα όρια της χαριστικής δικαιοπραξίας. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και, ειδικότερα, ότι:
α) η σύμβαση μίσθωσης, ως πράξη, δεν μπορεί, λόγω της φύσης της, να υπαχθεί στις υποχρεωτικά ανακλητές πράξεις του άρθρου 42 στοιχ. α’ ΠτωχΚ, αλλά μόνο σε εκείνες του άρθρου 43, όπως συντείνει και η συστηματική και τελολογική ερμηνεία των άρθρων 41 επ. και ιδίως 49 και 50 του ίδιου Κώδικα που καθορίζουν τις συνέπειες της ανάκλησης της πράξης, με αναφορά σε επαναμεταβίβαση παροχών και απαιτήσεων, ενώ, στην παρούσα διαρκή σύμβαση, δεν υπάρχει "απόκτηση περιουσιακού στοιχείου", ούτε έχει διαφύγει κάποιο περιουσιακό στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας που πρέπει να επιστραφεί κατά τα άρθρα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι ο σύνδικος μπορεί να ασκήσει τα από τα άρθρα 388 ή 138 ΑΚ δικαιώματα, αν θεωρεί ότι συντρέχουν γι’ αυτό οι νόμιμες προϋποθέσεις, β) η ζημία των πιστωτών από τη μίσθωση δεν είναι, όπως απαιτείται, δυσανάλογα μεγάλη, αντίστοιχα με τη δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, γ) η μίσθωση με χαμηλό μίσθωμα δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτήν, επιζήμια για τους μισθωτές, αφού στόχος του συνδίκου και γενικά της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και όχι η μίσθωση και δ) εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι το άρθρο 42 του ΠτωχΚ καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο, προβαίνοντας σε ερμηνεία αυτού κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 537 του ΕμπΝ που ίσχυε πριν, ενώ το τεκμήριο αυτό, κατά την αναιρεσείουσα, είναι μαχητό.
Άλλωστε, αναφορικά με την τελευταία, υπό στοιχ. δ’ , αιτίαση, το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία που δεν προσβάλλεται επιτυχώς αναιρετικά, διαλαμβάνει στην απόφασή του, όπως έχει προεκτεθεί, ότι "Σε κάθε δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση συνομολογήθηκε με δυσανάλογο μίσθωμα και προκάλεσε ζημία στην ομάδα των πιστωτών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απολεσθεί το τυχόν προσδοκώμενο ανάλογο μίσθωμα και κυρίως να δημιουργηθεί πρόβλημα στην πτωχευτική διαδικασία και τα δικαιώματα των μισθωτών..." (σελίδες 37η και 38η αυτής) και, συνεπώς, η αιτίαση αυτή είναι και αλυσιτελής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδάφ. 4, 216, 217 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αίτησης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο. Αν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αίτησης ευκρινώς όλα τα πραγματικά γεγονότα, όσα κατά νόμο είναι αναγκαία για το δικαίωμα που αξιώνεται ή περιέχονται με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αίτησης και αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της.
Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, διότι ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής (ή της αίτησης) στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής (ή της αίτησης) στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής (ή της αίτησης), ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της αίτησης), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή (ή την αίτηση), λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή (ή την αίτηση), επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 55 εδάφ. α’ του ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφ. β’ του ν. 4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ..." (ΑΠ 483/2015).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 1-8-2012, αίτηση ανάκλησης (ανακλητική αγωγή) του συνδίκου Α. Α., εκτίθεται ότι η "...... Α.Ε." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με τη 14.098/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ότι ημέρα παύσης των πληρωμών ορίστηκε η 8-7-2011. Ότι η ήδη πτωχή αυτή εταιρεία με την .../27-7-2011 συμβολαιογραφική μίσθωση της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ.
Κ., δηλαδή μέσα στην ύποπτη περίοδο, εκμίσθωσε στην καθ’ ης η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων που αποτελούνταν από εργοστασιακή μονάδα (κτήριο βιομηχανοστασίου, κτήριο διοίκησης - γραφείων και γραφειακός -μηχανολογικός εξοπλισμός) μέσα σε αγροτεμάχιο, όπως, κατά τα λοιπά, λεπτομερώς περιγράφεται, για χρονικό διάστημα εννιά (9) ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 4.300 ευρώ.
Ότι το συμφωνημένο αυτό μίσθωμα είναι ασυνήθιστα χαμηλό και δεν ανταποκρίνεται στη μισθωτική αξία του μισθίου (ακινήτου και εξοπλισμού), η οποία ανέρχεται στο ποσό, τουλάχιστον, των 21.070 ευρώ ανά μήνα, ήτοι υπολείπεται κατά ποσοστό 80% της πραγματικής μισθωτικής του αξίας, με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στην ομάδα των πιστωτών, καθώς μειώνονται ισόποσα τα έσοδα της πτωχευτικής περιουσίας, εξαιτίας της δυσαναλογίας μεταξύ της παροχής της εκμισθώτριας - πτωχής εταιρείας και της αντιπαροχής της μισθώτριας - αναιρεσείουσας, πέραν του ότι η πτωχή εταιρεία εκχώρησε, στη συνέχεια, την απαίτησή της για την είσπραξη των μισθωμάτων, με την από 31-10-2011 σχετική σύμβαση, στην "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." (έβδομη αναιρεσίβλητη). Κατόπιν αυτών, ο σύνδικος ζήτησε να ανακληθεί, κατ’ άρθρ. 41 και 42 στοιχ. α’ του ΠτωχΚ, η πιο πάνω σύμβαση μίσθωσης. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση αυτή δεν πάσχει από νομική αοριστία, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσής της, καθόσον η επίμαχη συμβολαιογραφική μίσθωση "λογίζεται", κατ’ αμάχητο τεκμήριο, όπως έχει αναπτυχθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ότι είναι επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, στην αίτηση γίνεται επαρκής αναφορά για τη ζημία της ομάδας των πιστωτών, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, δηλαδή της άμεσης βλάβης της πτωχευτικής περιουσίας, από την οποία οι πιστωτές αναμένουν να ικανοποιηθούν.
Έτσι, αυτοί βλάπτονται, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή, με τη συνομολόγηση μισθώματος χαμηλότερου κατά ποσοστό 80% από το πραγματικό, μειώνονται ισόποσα τα έσοδα της πτωχευτικής περιουσίας και, συνακόλουθα, μειώνεται, αντίστοιχα, το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν. Επομένως, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη νομική βασιμότητα της αίτησης.
Ο ίδιος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως προς το μέρος του που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η αναφερόμενη, τόσο στην αίτηση, όσο και στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ζημία από τη μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης εκχώρηση της είσπραξης των μισθωμάτων δεν μπορεί να έχει συνέπειες ως προς το κύρος της μίσθωσης και, κατ’ ακρίβεια, ως προς τη δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση τέτοιος λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, ως εκ τούτου, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 1008/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι α) αυτή, αναφερόμενη σε αξία εκποίησης του μισθίου και όχι σε αξία εκμίσθωσης τούτου, προσδιόρισε τη μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου στο ποσό των 15.000 ευρώ, χωρίς το ποσό αυτό να προκύψει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ενώ, αντίθετα, παραγνώρισε την αποδεικτική αξία των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων που η αναιρεσείουσα προσήγαγε και β) έκρινε ότι η σύμβαση μίσθωσης είναι επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών εξαιτίας της μεταγενέστερης σύμβασης της εκχώρησης για την είσπραξη των μισθωμάτων (η οποία, όμως, δεν συνδέεται με την αναιρεσείουσα), και όχι εξαιτίας της ίδιας της μίσθωσης κατά το χρόνο που καταρτίστηκε με τη συνομολόγηση του εν λόγω μισθώματος και, έτσι, παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, α) κατά μεν την πρώτη αιτίαση, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) κατά δε τη δεύτερη αιτίαση, διότι αναφέρεται σε επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα μνημονεύει στο αναιρετήριο (στην 27η σελίδα) και μαρτυρά, εξάλλου, η χρήση της λέξης "άλλωστε" στην αρχή της σχετικής παραδοχής ("Άλλωστε...
η πτωχή εταιρία εκχώρησε την απαίτησή της από τα μισθώματα της ένδικης μίσθωσης σε πιστωτή της..."), που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας του για τον επιζήμιο χαρακτήρα της σύμβασης μισθώσεως που δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά και στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ΠτωχΚ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, άρα και η ανώνυμη εταιρεία (άρθρ. 1 ν. 2190/1920) που χαρακτηρίζεται έμπορος κατευθείαν από το νόμο με βάση το "τυπικό" σύστημα εμπορικότητας.
Ως παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, συνιστά όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή του εμπόρου, αλλά η μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων, δηλαδή εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρηματικών χρεών του, η οποία έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και της μονιμότητας και υποδηλώνει, συγχρόνως, νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης ή αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, με συνέπεια να μην είναι αρκετή η διαπίστωση της απλής έλλειψης ρευστότητας εκ μέρους του οφειλέτη.
Η εν λόγω μη πληρωμή προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας (ΑΠ 829/2003). Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση.
Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε κάθε, πάντως, περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Η κατ’ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του.
Προϋπόθεση, λοιπόν, για την παύση πληρωμών, με την έννοια της αδυναμίας πληρωμής από τον οφειλέτη είτε λίγων μόνο χρεών είτε και ενός μόνου χρέους, αποτελεί η διάγνωση της σημασίας ή του χαρακτήρα της αδυναμίας αυτής ως "μόνιμης και γενικής". Έτσι, η διάγνωση της παύσης των πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί στα πραγματικά εκείνα γεγονότα που αποδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση του οφειλέτη, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις χρηματικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.
Στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου που κηρύσσει την πτώχευση προσδιορίζεται, κατ’ άρθρ. 7 παρ. 2 ΠτωχΚ, ως απαραίτητο στοιχείο, ώστε να είναι εφικτός ο υπολογισμός της ύποπτης περιόδου, η ημέρα της παύσης των πληρωμών με τους επιβαλλόμενους, με το άρθρο αυτό, χρονικούς προσδιορισμούς, το ίδιο, όμως, δικαστήριο μπορεί, με μεταγενέστερη απόφασή του, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, της επιτροπής πιστωτών, πιστωτή και οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να μεταβάλει το χρόνο παύσης των πληρωμών, αρκεί να μην έχει περατωθεί η επαλήθευση των πιστώσεων και, σε κάθε περίπτωση, να μην έχει παρέλθει έτος από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρ. 7 παρ. 3 ΠτωχΚ).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση, αναφορικά με την απόρριψη της ...2012 αίτησης της αναιρεσείουσας για μεταβολή του χρόνου παύσης πληρωμών της πτωχής εταιρείας "...
Α.Ε.", κατ’ εκτίμηση όσων εκτίθενται με αυτούς, ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τις διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης με το να δεχθεί ότι στις 8-7-2011 υπήρξε μόνιμη και ολική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της πτωχής εταιρείας, κρίνοντας ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, οι πληρωμές και οι σχετικές συναλλαγές της ήταν μικρές σε σχέση α) με το σύνολο των οφειλών της, τις οποίες προσδιόρισε στο ποσό των 10.000.000 ευρώ τουλάχιστον, χωρίς να αποσαφηνίζει αν το σύνολο αυτό ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως, κατά νόμο, απαιτείται και β) με τον κύκλο εργασιών της κατά τα προηγούμενα έτη, ο οποίος υπερέβαινε το ποσό των 4.000.000 ευρώ, χωρίς να αναφέρει ποίο ήταν το ποσό του κύκλου εργασιών της από 8-7-2011 έως το τέλος του έτους αυτού, ώστε να ελεγχθεί αν, πράγματι, αυτό ήταν μικρό σε σχέση με το πιο πάνω ποσό των 4.000.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης επί της... 61/2012 αίτησης της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών όχι αργότερα από την 08.07.2011, καθότι όποιες καταβολές μικρών χρηματικών ποσών και κυρίως δι’ επιταγών έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή, προς εργαζόμενους και διάφορους προμηθευτές, ήταν επιλεκτικές, η δε κατά την αρέσκεια του οφειλέτη - εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών δεν εμποδίζει την πτώχευση, διότι τούτο αντίκειται σ’ έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης που συνίσταται στη σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών...
Περαιτέρω, οι καταβολές αυτές, όπως και οι παραγγελίες που φέρεται να εκτέλεσε η ήδη πτωχή εταιρεία, με βάση τα προσκομισθέντα τιμολόγια, μετά από την 08.07.2011, είναι πολύ μικρής κλίμακας σε σχέση με το σύνολο των οφειλών της κατά το διάστημα αυτό, που ξεπερνούσε το ποσό των 10.000.000,00 ευρώ και σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας τα προηγούμενα χρόνια που ξεπερνούσε τα 4.000.000,00 ευρώ (βλ.
τη... 22589/27.07.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της ήδη πτωχής για άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής). Εξάλλου, η μίσθωση δυνάμει του... ...27-07-2011 συμβολαίου... του συνόλου των επιχειρηματικών εγκαταστάσεών της στην ανώνυμη εταιρία "...", σε μια εταιρία δηλαδή με ομοειδές και παρεμφερές αντικείμενο εργασιών με την εκκαλούσα που ασκεί την δική της επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο αυτό, αποκαλύπτει την αληθινή της βούληση περί μη συνέχισης του εταιρικού της σκοπού, με τις πραγματικές συνθήκες που με ενέργειές της προκάλεσε.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι συνέχισε τη λειτουργία της και μετά από την κατά την 27.07.2011 εκμίσθωση της εργοστασιακής της μονάδας... διατηρώντας μόνο το εμπορικό τμήμα της και εκτελώντας παραγγελίες με τη μέθοδο του "φασόν" διά της μισθώτριας εταιρείας "..." (αιτούσας - καθ’ ης), η οποία, πρέπει να σημειωθεί ότι συνεστήθη δύο (2) μήνες πριν από την ένδικη μίσθωση, με βασικό μέτοχο τον Γ.
Μ., που υπήρξε επί σειρά ετών μισθωτό στέλεχος σε εκτυπωτικές επιχειρήσεις και επί δεκαετία στην ίδια την ήδη πτωχή εταιρεία, δεν κρίνεται βάσιμος και αληθής, για τον λόγο ότι, όπως αποδείχθηκε, η πτωχή εταιρεία δεν διατήρησε προσωπικό για τη φερόμενη λειτουργία του εμπορικού τμήματός της, αφού αυτό (προσωπικό) προσλήφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη μισθώτρια εταιρεία...
ούτε διατήρησε την προηγούμενη πελατεία της, αφού τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2011 και εντεύθεν η φερόμενη δραστηριότητά της ήταν πολύ μικρή και τελικά έπαυσε. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, με τις μετά την 08.07.2011 μικρές καταβολές και μικρή δραστηριότητα, η ήδη πτωχή εταιρεία επιχειρούσε τεχνητή συνέχιση της εμπορίας της προς το σκοπό μόνο της μετάθεσης του χρόνου παύσης των πληρωμών της, σε κάθε δε περίπτωση η δραστηριότητα αυτή ήταν τόσο μικρής κλίμακας, που δεν αναιρεί τον αθεράπευτο κλονισμό της εμπορικής πίστης ήδη από την 8-7-2011...".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή τους και δεν στέρησε, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι όποιες καταβολές μικρών χρηματικών ποσών έλαβαν χώρα από τη "...
Α.Ε." μετά τις 8-7-2011 προς εργαζομένους και διάφορους προμηθευτές ήταν επιλεκτικές (και τούτο δεν εμποδίζει την πτώχευση) και οπωσδήποτε η δραστηριότητά της αυτή ήταν τόσο μικρής κλίμακας που δεν αναιρεί τον αθεράπευτο κλονισμό της εμπορικής της πίστης από τις 8-7-2011. Οι περαιτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για το ότι α) το σύνολο των οφειλών της πτωχής εταιρείας υπερέβαινε τότε το ποσό των 10.000.000 ευρώ και β) ο κύκλος εργασιών της κατά τα προηγούμενα έτη υπερέβαινε το ποσό των 4.000.000 ευρώ, χωρίς, κατά την αναιρεσείουσα, να διευκρινίζεται α) ότι το σύνολο των οφειλών αυτών είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και β) σε ποίο ύψος ανέρχεται ο κύκλος των εργασιών της πτωχής από 8-7-2011 έως 31-12-2011, αφορά επάλληλες και πλεοναστικές αιτιολογίες και, συνακόλουθα, δεν ιδρύονται οι παρόντες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη σκέψη.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι το ζήτημα του ύψους των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρεών της πτωχής εταιρείας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ερευνήθηκε και κρίθηκε στη δίκη για την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης με τη 14.098/30-5-2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους λόγους αυτούς είναι, επίσης, πρωτίστως, απαράδεκτες, καθόσον, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Όπως έχει προεκτεθεί, μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στο άρθρο 55 του ΠτωχΚ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και εκείνος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Άρα, είναι απαράδεκτος ο έκτος (και τελευταίος), από τον αριθμό 20 του άρθρου αυτού, λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ταυτάριθμων με αυτή 982/2015 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασής του, καθόσον στην απόφασή του αναφέρεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο "του παρόντος δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του...", ενώ, κατά τη συνεδρίαση αυτή, δεν εξετάστηκε κανένας μάρτυρας και, φυσικά, καμία κατάθεση μάρτυρα δεν περιέχεται σε αυτά. Όλα αυτά, ανεξάρτητα από το γεγονός α) ότι τα πρακτικά δίκης δεν αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ήτοι, κατά κυριολεξία, έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 5/2011) και, κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος αναίρεσης και β) ότι πρόκειται για προφανή παραδρομή του Εφετείου που ανέφερε ότι οι μαρτυρικές αυτές καταθέσεις λήφθηκαν στο ακροατήριό του αντί του ορθού "πρωτοβάθμιου δικαστηρίου".
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, που οι πρώτος, τρίτη και πέμπτη υπέβαλαν με τις προτάσεις τους και η δεύτερη με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τις υπόλοιπες τέταρτη, έκτη και έβδομη αναιρεσίβλητες, αφού ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε δικαστική δαπάνη, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 982/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ