Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested judgment was not final and only partially decided.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible because the contested judgment from the Court of First Instance of Athens was not a final decision. The lower court had only partially ruled on the claim for additional compensation for moral damage due to worsening health, ordering a retrial for the remaining issues. Consequently, the court held that an appeal cannot be lodged against a judgment that leaves other claims undecided and defers their resolution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment is not final, particularly when it only partially decides the case and defers the resolution of other claims to a subsequent hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 876/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοπακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την υπ’ αριθμ. Κ3-11966/19-10-2006 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Αποστόλου - Σαμαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-2-2007 κυρία παρέμβαση - αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και τις από 10-10-2007 και 17-9-2008 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2009 μη οριστική και 1796/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2379/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 30-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης, άλλως την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων, του δεύτερου και του τρίτου λόγων αναιρέσεως όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το μέρος που αναφέρεται σε έλλειψη νόμιμης βάσης όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ’ αυτόν περαιτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης λόγω επιδεινώσεως της υγείας του με αναπηρία.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ’ αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Β. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /3-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ. Ζ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο τελευταίος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, επέδωσε στον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της και κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για όλη τη δίκη, και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως της δίκης και για την ταχεία περάτωση αυτής.
Έτσι, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων δεν επιτρέπεται αναίρεση πριν περατωθεί οριστικά η δίκη ως προς όλα τα αιτήματα που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, ακόμη και αν δεν υπάρχει κίνδυνος εκδόσεων αντιφατικών αποφάσεων και τούτο χάριν της οικονομίας της δίκης και για την ταχεία περάτωσή της και προς αποτροπή της κατάτμησης και της παρελκύσεως της δίκης με ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων διεξαγωγής της (βλ.
ΑΠ 758/2013, ΑΠ 608/2012, ΑΠ 63/2003, ΑΠ 24/2001 και ΑΠ 1036/1981). Εξάλλου, μία τέτοια μη οριστική απόφαση είναι και η εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη για να προσκομιστούν έγγραφα (ΑΠ 1027/1992). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), με την ένδικη από 13-11-2006 και με αριθμό καταθέσεως 9654/2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου που οδηγούσε το υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη από ζημίες που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια και στη θέση της υπεισήλθε εκ του νόμου το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του με μόνιμη αναπηρία του και νέες απρόβλεπτες ζημίες μετά από την άσκηση προηγούμενης αγωγής του με την οποία ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν νομιμοτόκως ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης 299.850 ευρώ, ως ιδιαίτερη αποζημίωση ένεκα της αναπηρίας του 300.000 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής εισοδήματά του το ποσό των 13.500 ευρώ, ως αποζημίωση για τη δαπάνη μισθώσεως υπηρεσιών τρίτων προσώπων προς εξυπηρέτησή του μέχρι την άσκηση της αγωγής 4.560 ευρώ, ως μελλοντική αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του από του χρόνου ασκήσεως της αγωγής μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2019 το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και ως μελλοντική αποζημίωση για τη δαπάνη μισθώσεως υπηρεσιών τρίτων προσώπων προς εξυπηρέτησή του από του χρόνου ασκήσεως της αγωγής μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2019 το ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχθηκε ότι υπήρχε δεδικασμένο από προηγούμενη αμετάκλητη απόφαση ως προς την συνυπαιτιότητα και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30% και αφού απέρριψε ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος με την υπ’ αριθμ. 1796/2010 απόφασή του.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. και κατά τη συζήτησή τους ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε αντέφεση με τις προτάσεις του. Επί των εφέσεων και της αντεφέσεως, το Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2379/2013 απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις εν λόγω εφέσεις και την αντέφεση, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ.
και την αντέφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό 1796/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης εξαιτίας της επιδεινώσεως της υγείας του, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα 15.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση ένεκα της αναπηρίας του, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως, διατάσσοντας την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο για να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων βεβαίωση του Ι.Κ.Α.
για τις ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε στον ενάγοντα αναιρεσείοντα ένεκα της αναπηρίας του και της ανικανότητάς του προς εργασία, χωρίς όπως προκύπτει από αυτή την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Αθηνών να απορρίψει με διάταξή του ή έστω στο σκεπτικό της αποφάσεώς του το αίτημα του ενάγοντος για περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αφού ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί όλων των λοιπών αιτημάτων της αγωγής, πλην του αιτήματός της για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης ένεκα αναπηρίας, για το οποίο και μόνον έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος, απευθυνόμενη κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 2379/ 2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν είναι οριστική απόφαση, καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, αλλά είναι εν μέρει οριστική και μάλιστα μόνον κατά τη διάταξή της που αναγνωρίζει υποχρέωση καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης ένεκα αναπηρίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση ούτε καν κατά της οριστικής διάταξής της, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για τις αιτιολογίες της επί αιτημάτων που δεν αποφάνθηκε οριστικά και ανέβαλε να αποφασίσει μετά από επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, όπως είναι και το αίτημα της ένδικης αγωγής για περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης λόγω επιδεινώσεως της υγείας του ενάγοντος αναιρεσείοντος, για το οποίο αποκλειστικά και μόνον παραπονείται ως προς τις αιτιολογίες του σκεπτικού της ο αναιρεσείων με τους λόγους της κρινόμενης αναίρεσης και γι’ αυτό πρέπει κατ’ εφαρμογή των άρθρων 553 παρ. 1 εδ.
β’ και 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.). Όμως, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 5-9-2013 και με αριθμό κατάθεσης 186/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2379/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ