Supreme Court dismisses appeal on medical report misinterpretation, ruling it lacks legal basis under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final labor court judgment regarding an industrial accident. The appellant argued the lower court misinterpreted a general doctor's statement as a specific medical report, violating procedural rules. The court rejected this claim because the doctor's sworn testimony was not a formal document under the law and the lower court properly considered the case file.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 932 of the Civil Code; Article 1 and 16 of Law 551/1915; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: A general medical statement given in a criminal trial does not constitute a 'document' under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure and cannot serve as grounds for appeal based on alleged distortion of its content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθ' ου η κλήση: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) K. M. του R., 2) W. συζ. K. M. το γένος W. C., κατοίκων ..., 3) M.-K. M. του K., 4) R. M. του L., 5) S. συζ. R. M., 6) S.-A. χήρα W. C. το γένος Σ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1179/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1095/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 25/10/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1130/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1095/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4803/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9/1/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1760/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 29/10/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως του Χριστόφορου Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 4803/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε-σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι" αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007, 412/2008, 1380/2001, 1185/1993).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος. Η αμέλεια, εξάλλου, συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, προκύπτει, ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.
Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς (ΑΠ 1168/2007, 1592/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά (μεταξύ άλλων) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος" (και ήδη αναιρεσείων), "ιδιοκτήτης οικοπέδου επί των οδών ... και ... στην ..., ανέθεσε στον δεύτερο εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό, την επίβλεψη και διεύθυνση της ανέγερσης οικοδομής στο χώρο αυτό, η οποία αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο.
Την εκτέλεση του έργου ελαιοχρωματισμού των θυρών της οικοδομής αυτής ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο, εργολάβο ελαιοχρωματισμών. Ο τελευταίος στις 21-6-2000 προσέλαβε ως βοηθό ελαιοχρωματιστή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον L. M., υιό του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδελφό της τρίτης ενάγουσας και εγγονό των λοιπών εξ' αυτών (εναγόντων).
Την ίδια ημέρα (21-6-2000) και περί ώρα 14.30 έως 14.45 και ενώ ο τρίτος εναγόμενος απουσίαζε από την οικοδομή προκειμένου να αγοράσει υλικά για το βάψιμο και ο L. M. ήταν μόνος στην οικοδομή, ο τελευταίος ευρισκόμενος στο υπερυψωμένο ισόγειο της οικοδομής, πλησίον της κεντρικής εισόδου αυτής, όπου υπήρχε άνοιγμα - καταπακτή για φωταγωγό, διαστάσεων 1,5μ Χ 1,5μ και ενώ διήρχετο από το χώρο αυτό μεταφέροντας μία πόρτα, έπεσε μαζί με την πόρτα μέσα στο άνοιγμα με το κεφάλι, καταλήγοντας σε βάθος 4 μέτρων περίπου στο τσιμέντινο δάπεδο του φρεατίου όπου οδηγούσε το άνοιγμα αυτό.
Το φρεάτιο αυτό ήταν δίπλα στο χώρο του υπογείου και συνδεόταν με αυτό με ένα άνοιγμα -πορτάκι στον κοινό τοίχο φρεατίου και υπογείου από το οποίο με προσπάθεια μπορούσε να διέλθει άνθρωπος. Στο ως άνω άνοιγμα του ισογείου υπήρχαν πρόχειρα τοποθετημένες δύο - τρεις σανίδες, οι οποίες όμως άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος αυτού.
Εξαιτίας της πτώσης αυτής ο ως άνω εργαζόμενος L. M. υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στις 6-7-2000 ο θάνατος αυτού στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου είχε διακομισθεί από το Κέντρο Υγείας Σπάτων. Η πτώση του ανωτέρω στο άνοιγμα -καταπακτή δεν έγινε άμεσα αντιληπτή από άλλα άτομα, ο ίδιος όμως, ο οποίος διατηρούσε τις αισθήσεις του, καθώς δεν είχε υποστεί κατάγματα στο σώμα του παρά μόνο εκτεταμένες εκδορές του αριστερού ώμου και της συστοίχου ωμοπλατιαίας χώρας και τραύμα στο αριστερό αυτί, προσπάθησε να εξέλθει από το χώρο του φρεατίου, στο δάπεδο του οποίου υπήρχαν κηλίδες αίματος από τον τραυματισμό του στο κεφάλι και ιδίως στο αριστερό αυτί.
Αυτός διήλθε μέσα στον υπόγειο χώρο από το προπεριγραφόμενο πορτάκι του κοινού τοίχου φρεατίου και υπογείου και προσπαθώντας να ανέβει τις σκάλες άκουσαν τις φωνές του ο πρώτος εναγόμενος και ο Δ. Σ., που εκείνη τη στιγμή είχαν φθάσει στην οικοδομή, προκειμένου ο τελευταίος, εργολάβος ελαιοχρωματισμών, να δώσει προσφορά για τη βαφή της οικοδομής.
Αυτοί τον βοήθησαν να ανέβει τις σκάλες του υπογείου, χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν μαζί του και να τους πει τι ακριβώς του συνέβη, επειδή δεν μιλούσε ελληνικά, αλλά μόνο πολωνικά και ειδοποιήθηκε ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος επέστρεψε στην οικοδομή και τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του στο Κέντρο Υγείας Σπάτων.
Εκεί, από την εξέταση που του έγινε, διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα ινιακής χώρας τριχωτού κεφαλής και είχε έντονη κεφαλαλγία. Ακολούθως με ασθενοφόρο διεκομίσθη στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου χειρουργήθηκε για αφαίρεση επισκληριδίου και υποσκληριδίου αιματώματος (Αρ) κροταφικά, στη συνέχεια τέθηκε σε μηχανική υποστήριξη αναπνοής και στις 6-7-20Θ0 απεβίωσε λόγω βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης συμβατής με πρόσκρουση της κεφαλής.
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά είναι πρόδηλο ότι ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων είναι εργατικό ατύχημα, αφού υπήρξε βίαιο συμβάν γενόμενο κατά την εκτέλεση της εργασίας του θανόντος. Το εργατικό αυτό ατύχημα και ο θάνατος του ως άνω συγγενούς των εναγόντων οφείλονται κατά κύριο λόγο και μάλιστα κατά ποσοστό 60% σε αμέλεια των εναγομένων, ήτοι του πρώτου εναγόμενου, κυρίου του έργου, ο οποίος είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση των επ' αυτής εργασιών δια του δευτέρου εναγομένου, πολιτικού μηχανικού, που είχε προστηθεί από αυτόν (πρώτο εναγόμενο) κατά την εκτέλεση του έργου, με καθήκοντα τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, ήταν δε υπεύθυνος ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 § 1 ΠΚ), αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ΠΔ 1073/1981 και 3§ 1, 2 του ΒΔ της 25.8.-5.9.1920, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 β' Ν 2943/1922 (βλ.
ΑΠ 1577/2010 Δημοσίευση Νόμος) και του τρίτου εναγόμενου, προστηθέντος από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση των επ' αυτής εργασιών δια του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος (τρίτος εναγόμενος) ως υπεργολάβος είχε προσλάβει και απασχολούσε τον θανόντα εργαζόμενο στην εκτέλεση του έργου ελαιοχρωματισμού των θυρών, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει αντί αμοιβής.
Ειδικότερα οι εναγόμενοι υπό τις ιδιότητες τους αυτές με βάση τόσον την επιμέλεια που επιβάλλεται με μέτρο το μέσο συνετό και επιμελή εκπρόσωπο του κύκλου δραστηριότητος τους, όσον και τους κανόνες που επιβάλλουν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων ή κανονισμών που επιβάλλουν όρους ασφαλείας των εργαζομένων, όπως αυτές των άρθρων 20 του ΠΔ 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "φωταγωγοί, φρεάτια ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύονται είτε περιμετρικώς δ ρ ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε δια της πλήρους καλύψεώς των δι' αμετακίνητου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεως εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε δια της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού, στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευή της" και του άρθρου 40 ΠΔ 1073/1981, κατά το οποίο "Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί στέγαι, φωταγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή της επικαλύψεως ικανής αντοχής", δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε και όπως οι ίδιοι μπορούσαν να πράξουν λόγω των ιδιοτήτων τους, να προβούν προς εξασφάλιση κατά πτώσεων εντός του ως άνω ανοίγματος -καταπακτής των εργαζομένων στην περίφραξη με ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα ή επικάλυψη αυτού με στέρεο υλικό, κατά τα οριζόμενα στις ως άνω οικείες διατάξεις, δοθέντος και του ότι το άνοιγμα αυτό, λόγω της θέσης και των διαστάσεων αυτού, ήταν επικίνδυνο για τους εργαζόμενους στην οικοδομή, αλλά αντίθετα άφησαν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος αυτού τοποθετώντας πρόχειρα δύο -τρεις σανίδες με αποτέλεσμα την πτώση του ως άνω εργαζομένου σε αυτό και το θανάσιμο τραυματισμό του".
Με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρης, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το εφετείο κατέληξε, ήτοι ότι υπάρχει υπαιτιότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όσον αφορά την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του εν λόγω εργαζομένου, αφού αναφέρεται σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς, ότι ο αναιρεσείων, ιδιοκτήτης της ως άνω οικοδομής, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη των επ' αυτής εργασιών, που την ασκούσε διά του (συν)εναγομένου πολιτικού μηχανικού Μ.
Ν. και ότι δεν έλαβε τα προσήκοντα, κατά τα άνω, μέτρα, προς αποφυγή του εν λόγω ατυχήματος. Εξάλλου, από το γεγονός ότι το δικαστήριο εκτίμησε αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα) και ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι εκτιμά αυτός, δε μπορεί να προσδώσει στη προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια ως προς τις αιτιολογίες της, αλλά το γεγονός αυτό ανάγεται στην, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, που κατά την κρίση του προκύπτουν από την όλη αποδεικτική διαδικασία.
Επομένως ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, κατά το πρώτο δε αυτού σκέλος, δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 Α.Κ. και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 681-691 Α.Κ., σε συνδ. με αυτές των άρθρων 68 και 216 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωση της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.
Τα περιστατικά αυτά, ως στηρίζοντα κατά νόμο την αγωγή, συνιστούν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και επομένως η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη τέτοιων πραγμάτων μολονότι αυτά δεν εκτέθηκαν στην αγωγή, όπως η τελευταία μπορεί να συμπληρωθεί και να διευκρινιστεί με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 224 Κ Πολ Δ), θεμελιώνει το σχετικό αναιρετικό λόγο, καθώς και τον από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου λόγο ο οποίος θεμελιώνεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα στην περίπτωση που η αγωγή αν και αόριστη κρίθηκε ορισμένη (Α.Π. 19112009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και σε σχέση με την νομιμοποίηση άσκησης αυτής κατά του (ήδη) αναιρεσείοντος, αναφέρεται σ' αυτή ότι "ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει ιδιοκτήτης της ανεγειρόμενης οικοδομής και ουδεμία απολύτως μέριμνα ούτε προσοχή κατέβαλε αυτός για την ασφάλεια των εργαζομένων στην οικοδομή του ούτε και ανέθεσε ρητώς την ευθύνη για την υποχρέωση αυτή σε άλλο πρόσωπο και κατά συνέπεια είναι συνυπεύθυνος και αυτός για την μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη μη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς μας ...", στην δε προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι "ο πρώτος εναγόμενος φέρεται στην αγωγή, ως κύριος της υπό ανέγερση οικοδομής, επί της οποίας ασκούσε διά του δευτέρου εναγομένου, πολιτικού μηχανικού, την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτέλεσης όλων των οικοδομικών εργασιών επ' αυτής, στοιχεία τα οποία έχουν παραδεκτά συμπληρωθεί και διευκρινιστεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δικ.".
Συνεπώς, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού αυτοί με την ένδικη αγωγή, που παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, θεμελίωσαν την αγωγή τους έναντι του αναιρεσείοντος, στους ως άνω, νόμιμα προταθέντες ισχυρισμούς τους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο δε 559 αριθ. 8 πρώτος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., εφόσον η ένδικη αγωγή, όπως παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δικ, συμπληρώθηκε, κατά τα άνω, περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ. στοιχεία, για το ορισμένο αυτής.
Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Ως "έγγραφα", εξάλλου, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ. ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτήν.
Συνεπώς δεν αποτελούν "έγγραφα" με την έννοια αυτή τα πρακτικά δικαστηρίου, πολιτικού ή ποινικού, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και κατά δεύτερο σκέλος της αιτήσεώς του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., "καθόσον με το να προσδώσει στη γενική και αόριστη κατάθεση του ιατρού Χ. Α. (η οποία δόθηκε στο ποινικό δικαστήριο) τέτοια βαρύτητα, ώστε να είναι ικανή να αναιρέσει τα πορίσματα του ιατροδικαστή ... διέγνωσε εσφαλμένα το περιεχόμενο της ... μορφώνοντας τη γνώμη του κατά κύριο λόγο από το "παραμορφωμένο" αυτό περιεχόμενο και καταλήγοντας σε κρίση επιζήμια γι' αυτόν" και, επομένως, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δικ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον η ως άνω επικαλούμενη ένορκη κατάθεση δεν αποτελεί "έγγραφο", κατά την έννοια του νόμου και, συνεπώς, δε μπορεί να θεμελιωθεί αυτός (αναιρετικός λόγος) στην ως άνω διάταξη.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του Κ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4803/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ