Legislator Case Law & Legislation
876/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employer liability and procedural inadmissibility grounds.

Case Number 876/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Petrokar A.E. against the Second Instance Court's judgment in a tort case involving an employee injury. The court held that the employer was liable as a 'principal' under Article 922 of the Civil Code, rejecting the argument that the contractor was independent. Additionally, the court ruled that several supplementary appeal grounds were inadmissible because they did not address the specific sections of the appealed judgment challenged by the main appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 922, 681, 688-691 of the Civil Code; Articles 569(1)-(2) of the Code of Civil Procedure: An employer is liable for damages caused by an employee acting within the scope of employment, and supplementary appeal grounds are inadmissible if they do not concern the same subject matter as the main appeal or follow necessarily from it.

Keywords

AI generated
employer liability principal and agent tort liability inadmissible appeal supplementary grounds legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Articles 681, 688-691 of the Civil Code
Articles 559(1)(a), 10, 9 of the Code of Civil Procedure
Article 569(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 9/2010
Case 738/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 876 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΚΑΡ Α.Ε." που εδρεύει στο 1ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Χαλκίδος-Αρτάκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/1998 μη οριστική, 322/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2009 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδος). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2010 αίτησή της και τους από 14-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την εδώ αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πέμπτου πρόσθετου λόγου αυτής (εσφαλμένα αναγραφόμενου ως έκτου), την απόρριψη δε των λοιπών κύριων και πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 Α.Κ. προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς (Α.Π. 1328/2010). Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος, οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες, αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (Α.Π. 1876/1999).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Τέτοια έκθεση των απαραιτήτων κατά νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται (Α.Π. 1876/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8-7-1996 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίσθηκε κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να του καταβάλουν εις ολόκληρον τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν εις ολόκληρον τα επίσης αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τον τραυματισμό του που προκλήθηκε στην αναφερόμενη υπό κατασκευή οικοδομή από αμέλεια των δευτέρου, τρίτης και τετάρτου εναγομένων, οι οποίοι δεν είναι τώρα διάδικοι, προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, καθώς και από αμέλεια του πέμπτου εναγομένου, ο οποίος επίσης δεν είναι τώρα διάδικος.

Ειδικότερα στην αγωγή αυτή, σχετικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστησάσης τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο συνεναγομένους της, αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Επειδή εκ των εναγομένων η πρώτη ανώνυμος εταιρεία ήτο η κυρία του τεχνικού έργου ανεγέρσεως της ανωτέρω οικοδομής, επ' ονόματι της οποίας είχε εκδοθεί η κατά νόμο άδεια οικοδομής, καθ' όσον ήτο κάτοχος του ακινήτου επί του οποίου ανεγείρετο αυτή.

Ήτοι είχε συνάψει μετά του ιδιοκτήτου του ακινήτου πολυετή πέραν της εννεαετίας μίσθωσιν αυτού με την υποχρέωσιν της ανεγέρσεως της εν λόγω διωρόφου οικοδομής (ισόγειον κατάστημα-όροφος κατοικία) και την εν συνεχεία αδαπάνως χρήσιν αυτής. Ο δεύτερος εκ των εναγομένων ήτο ο μελετητής του φέροντος οργανισμού της οικοδομής (σκελετού) και ο επιβλέπων της εκτελέσεως αυτού, η τρίτη ο μελετητής της αρχιτεκτονικής μελέτης και η έχουσα την γενικήν επίβλεψιν του έργου, ο δε τέταρτος εκ των εναγομένων ήτο ο εργολάβος εκτελέσεως ολοκλήρου του έργου ανεγέρσεως της περί ης πρόκειται οικοδομής".

Και περαιτέρω: "Επειδή η πρώτη των εναγομένων είχε προστήσει τους 2ον, 3ην και 4ον των εναγομένων δια της αναθέσεως εις αυτούς των μελετών, της επιβλέψεως και της εκτελέσεως των εργασιών ανεγέρσεως της ανωτέρω οικοδομής". Από το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, συνολικά εκτιμώμενης, ιδίως δε από τη ρητή σ' αυτήν αναφορά ότι η ενάγουσα ήταν κυρία του έργου και προστήσασα τους προαναφερθέντες συνεναγομένους της στην εκτέλεσή του, καθώς και ότι, ενώ δεν ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου, είχε αναλάβει, κατόπιν συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη του, να ανεγείρει σ' αυτό διώροφη οικοδομή, τον ισόγειο όροφο της οποίας θα χρησιμοποιούσε στη συνέχεια ως επαγγελματική στέγη, προκύπτει ότι σ' αυτήν (την αγωγή) εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Με βάση τ' ανωτέρω ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αυτής (εσφαλμένα αναγραφόμενος ως έκτος), με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 14 και 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 681, 688-691, 698 και 922 Α.Κ., δεν απέρριψε ως αόριστη πιο πάνω την αγωγή, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της, τον οποίο παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 399/ 2011).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 399/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη:

α) τον ισχυρισμό της ότι είχε αναθέσει στους συνεναγομένους της Κ., εργολάβο, Δ., μηχανικό και Τ., αρχιτέκτονα, την κατασκευή της οικοδομής στην οποία συνέβη το ατύχημα και ότι ουδέποτε επεφύλαξε στον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και β) τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής διότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν περιστατικά που θεμελιώνουν την ιδιότητά της ως προστησάσης τον τέταρτο εναγόμενο (δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του), τους οποίους (ισχυρισμούς) παραδεκτά προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ειδικότερα: α) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως απαράδεκτος διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του οποίου τη μη λήψη υπόψη αποδίδει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα, συνιστά άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ.

και β) ο δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων προτάσεών της της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από το οποίο να προκύπτει αν παραδεκτά προβλήθηκε ο ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλομένη και σε καταφατική περίπτωση ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο αυτού, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό, ελήφθη υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκε.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 828/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού και με τον έβδομο πρόσθετο λόγο (εσφαλμένα αναγραφόμενο ως όγδοο) η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 16-12-1991 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής (της αναιρεσείουσας) και του τετάρτου εναγομένου εργολάβου, δεχόμενη ότι με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι αυτή είχε επιφυλάξει για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου ενώ από το συμφωνητικό αυτό δεν προέκυπτε τούτο, ενόψει μάλιστα και του ότι το συμφωνητικό αφορούσε την κατασκευή σκελετού από μπετόν, ενώ το ατύχημα συνέβη όταν η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι με αυτούς δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή λάθος ως προς την ανάγνωση αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του. Σε κάθε όμως περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι γιατί το εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, δηλαδή μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, στο οποίο δεν βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001 (και σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, η οποία ήταν εκκρεμής την 1-1-2002, οπότε άρχισε η ισχύς του πιο πάνω νόμου) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της πρώτης περιπτώσεως της διατάξεως αυτής ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 96/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου, ενώ από καμία μαρτυρική κατάθεση ή άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε και από το από 16-12-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του τετάρτου εναγομένου, προέκυπτε τούτο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να αποδείξει ότι για την εκτέλεση του έργου αυτή (η αναιρεσείουσα) προσέλαβε τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο εναγομένους για να προβούν για λογαριασμό της και με τις οδηγίες της στην εκτέλεση των εργασιών, καθώς και ότι αυτή είχε την επίβλεψη και διεύθυνση του έργου, δεν τον υποχρέωσε όμως να αποδείξει και ότι ο φερόμενος ως προστηθείς από αυτήν (την αναιρεσείουσα) τέταρτος εναγόμενος εργολάβος είχε υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το γεγονός ότι δεν τάχθηκε θέμα αποδείξεως στον αντίδικό της αναιρεσίβλητο, εν πάση δε περιπτώσει διότι δεν ήταν αναγκαίο να ταχθεί στον τελευταίο το πιο πάνω θέμα αποδείξεως, αφού η υποχρέωση του εργολάβου να συμμορφώνεται στις οδηγίες της αναιρεσείουσας εμπεριέχεται στο ταχθέν στον αναιρεσίβλητο θέμα αποδείξεως ότι η αναιρεσείουσα είχε την επίβλεψη και διεύθυνση του έργου.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 ν. 1396/1983 "1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2.

Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο".

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου νόμου "Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2.

Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο αρθρ. 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο αρθρ. 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει".

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Την 30 Απριλίου 1994 ... και περί ώρα 23.50, ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος], μαζί με φίλους του, μετέβησαν στην υπό ανέγερση διώροφη οικοδομή στην περιοχή Έξω Παναγίτσας Χαλκίδας ... προκειμένου από την ταράτσα της οικοδομής να παρακολουθήσουν ...

την τελετή της Αναστάσεως ... Ο ενάγων μαζί με τους φίλους του ... ανέβηκαν εκεί μέσω της υπάρχουσας εσωτερικής κλίμακας. Όμως αυτοί κατέβηκαν αμέσως ... Ο ενάγων κατέβαινε τελευταίος, οπότε αντιλήφθηκε ότι πίσω του ήταν ένα άλλο άτομο, ο Χ. Π. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος κρατούσε στα χέρια του βεγγαλικά, τα οποία άναψε εκείνη τη στιγμή και ...

ετοιμαζόταν να τα πετάξει στα πόδια του ενάγοντος. Μολονότι δε ο τελευταίος τον παρακάλεσε να μην τα πετάξει επάνω του, αυτός (Χ. Π.) πέταξε τα βεγγαλικά στα πόδια του ενάγοντος, ο οποίος και προκειμένου να αποφύγει τον τραυματισμό του, φοβηθείς, έτρεξε προς την κάθοδο της κλίμακας, οπότε αντιλήφθηκε ένα άνοιγμα στο χώρο του κλιμακοστασίου, μπήκε και προχώρησε εντός αυτού, υπολαμβάνοντας ότι ήταν η έξοδος της πολυκατοικίας.

Όμως στην πραγματικότητα ήταν το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρος στο οποίο επρόκειτο να τοποθετηθεί η πόρτα εισόδου σ' αυτόν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει στο δάπεδο του φρεατίου από ύψος επτά μέτρων περίπου και να τραυματισθεί ... ενώ αυτός θεωρείται μόνιμα ανίκανος προς εργασία, εκτός μόνον καθήμενος...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρία ήταν η κυρία του έργου ανέγερσης της οικοδομής, επ' ονόματί της δε είχε εκδοθεί η νόμιμη άδεια οικοδόμησης με την ιδιότητά της ως μισθώτριας και κατόχου του ακινήτου, αφού μεταξύ αυτής (εναγομένης εταιρίας) και της ιδιοκτήτριας του ακινήτου Μ.

Π., συζύγου του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας Ν. Π. (θανόντα στο μεταξύ) είχε συναφθεί πολυετής μίσθωση και είχε αναλάβει η ίδια (εναγομένη εταιρία) την υποχρέωση να ανεγείρει με δικές της δαπάνες την εν λόγω διώροφη οικοδομή, προκειμένου να στεγάσει εκεί το κατάστημά της, δηλαδή της εμπορίας αυτοκινήτων, ανταλλακτικών, μηχανημάτων και συναφών ειδών.

Επί πλέον η πρώτη εναγομένη εταιρία ανέθεσε στο μεν Γ. Δ. (μη διάδικο στην παρούσα κατ' έφεση δίκη) την επίβλεψη του έργου, στο δε τέταρτο εναγόμενο την εκτέλεση τμήματος του έργου και δη αφενός μεν εγγράφως την κατασκευή του σκελετού από μπετόν... και αφετέρου προφορικά τα "κτισίματα" και τα "σοβατίσματα" (επιχρίσματα).

Η εναγομένη εταιρία, κυρία του έργου, είχε διαφυλάξει για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου... Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (30-4-1994) η ανέγερση της οικοδομής ήταν σε εξέλιξη, καθόσον είχε ολοκληρωθεί η ρίψη του μπετόν, η τοποθέτηση των τούβλων και βρισκόταν ήδη στο στάδιο των επιχρισμάτων.

Όμως μολονότι η οικοδομή δεν είχε ακόμη τελειώσει... υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση στο εσωτερικό αυτής από την πλευρά του δρόμου, της εθνικής οδού Χαλκίδος-Αιδηψού, προς το ισόγειο της οικοδομής και μόνον στο πίσω τμήμα αυτής, στην δε κύρια είσοδό της υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα, χωρίς όμως και να υπάρχει σταθερή περίφραξη του εργοταξίου αυτού, ώστε να μη δύναται εύκολα να μετακινηθεί ούτε είχε αναρτηθεί επί της περίφραξης πινακίδα με την ένδειξη "Απαγορεύεται η είσοδος του κοινού".

Επίσης τα ανοίγματα του φρεατίου του ανελκυστήρα δεν προστατεύοντο, ως έπρεπε, με αυθεντικό κιγκλίδωμα ύψους 1,00 μέτρου τουλάχιστον και με θωράκιο ύψους δεκαπέντε εκατοστών του μέτρου ή με πλήρη κάλυψη με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους δυόμιση εκατοστών του μέτρου. Έτσι ο ως άνω τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αμέλεια του εργολάβου-τετάρτου εναγομένου και συνιστά παράβαση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από τη σύμβαση και τις διατάξεις του ν.1396/1983, σύμφωνα με τις οποίες ο εργολάβος όφειλε αφενός μεν να λαμβάνει ο ίδιος και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας και αφετέρου να τηρεί τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη).

Η παράλειψη αυτή (παράλειψη νομικής υποχρέωσης), που είναι υπαίτια και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα, αποτελεί το κατά το άρθρο 914 Α.Κ. παράνομο της συμπεριφοράς ως στοιχείο (προϋπόθεση) της αδικοπραξίας ... που θεμελιώνει υποχρέωση του εναγομένου αυτού προς αποζημίωση του ενάγοντος.

Την ίδια υποχρέωση προς αποζημίωση του ενάγοντος έχει και η πρώτη εναγομένη εταιρία, κυρία του έργου και προστήσασα τον τέταρτο εναγόμενο στην εκτέλεσή του αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο τελευταίος είχε υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του (εννοείται:της), η δε ζημιογόνος πράξη του προστηθέντος τετάρτου εναγομένου-εργολάβου βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία που του είχε ανατεθεί, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιος του τραυματισμού του και δη κατά ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) κρίνεται και ο ενάγων, καθόσον αυτός εισήλθε στην εν λόγω οικοδομή και ανέβηκε στην ταράτσα αυτής, μολονότι δεν ήταν στη διάθεση του κοινού προς επίσκεψη και παρά το γεγονός ότι ήταν νύκτα και δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός αλλά και, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόσεξε τους χώρους και τις εισόδους των υπό κατασκευή δωματίων της οικοδομής ...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 22.000 ευρώ, και τα δύο αυτά ποσά εις ολόκληρον με το συνεναγομενό της Γ.

Κ. και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 688-691, 698 και 922 Α.Κ., 4 και 5 ν.1396/1983, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως προστησάσης τον εργολάβο Γ.

Κ. και της συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος και έκτος (εσφαλμένα αναγραφόμενος ως έβδομος) πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι εφόσον δεν αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που προσβάλλονται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως ή τα κεφάλαια εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά (Α.Π. 9/2010). Διαφορετικά και μη αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια της προσβαλλομένης είναι τα περισσότερα κεφάλαια αυτής περί αποζημιώσεως (Α.Π. 738/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος αυτού, τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και τέταρτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α, 10 και 9 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, που στρέφονται κατά του κεφαλαίου της προσβαλλομένης με το οποίο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 22.000 ευρώ ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι αφορούν σε κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως το οποίο δεν πλήττεται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως ούτε συνέχεται αναγκαστικά με τα κεφάλαια που πλήττονται με αυτήν.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΕΤΡΟΚΑΡ Α.Ε. για αναίρεση της 139/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδος) και τους από 14-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ