Legislator Case Law & Legislation
876/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing abuse of right and procedural defects.

Case Number 876/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The employer argued the termination was abusive, while the employee claimed procedural errors in evidence handling. The court ruled that the termination was a valid exercise of the employer's right to terminate, provided it did not exceed the limits of good faith and social purpose under Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 of the Civil Code; Articles 1, 5, and 7 of Law 2112/1920; Article 281 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The right to terminate an employment contract is subject to the limits of good faith and social purpose, and appeals regarding factual assessments are inadmissible.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abuse of right good faith principle inadmissible appeal unreviewable factual assessment Civil Code provisions procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Articles 669 of the Civil Code
Articles 1, 5, and 7 of Law 2112/1920
Article 281 of the Civil Code
Articles 118(4) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 876 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κοκορομύτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΣΑΜΑΡΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1211/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7.105/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 17-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ και 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 7 του 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και χωρεί ελευθέρως οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζόμενου, δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλ' υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Πρέπει δηλαδή να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, δηλαδή τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και γι' αυτό άκυρη, θεωρούμενη έτσι σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ίδιου Κώδικα). Στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, εφόσον αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προαναφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ.

Παρέχεται δε στον τελευταίο (μισθωτό) το δικαίωμα να ζητήσει την επιδίκαση υπέρ τούτου και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του εξαιτίας της εις βάρος του παράνομης και υπαίτιας πράξεως (αδικοπραξίας λόγω της καταχρήσεως του δικαιώματος) κατά τα άρθρα 57, 59, 281 914, 299 και 932 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ως εκ τούτου είναι άκυρη και όταν έγινε από αυτόν για να εκδικηθεί το μισθωτό εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας τούτου, αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη.

Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτόν στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως του δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχονται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και αποδόσεως να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξευρέσεως από αυτόν άλλης εργασίας, έτσι ώστε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του συγκεκριμένου εργαζομένου να μην είναι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς, Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Ο αναιρεσείων, κάτοχος άδειας μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την από 14-4-2003 (έγκυρη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χειριστής μηχανοδηγός στο εργοτάξιο της σε λατομείο στη ....

Κατά τη συμφωνία τους ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να χειρίζεται κάθε μηχάνημα σε όλους τους χώρους του λατομείου και να εκτελεί κάθε εργασία ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Ο αναιρεσείων από την πρόσληψή του (14-4-2003) μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αναιρεσίβλητη στις 28-3-2005 εργαζόταν κυρίως ως οδηγός του φορτωτή 988Β, μεταφέροντας με το φορτωτή πέτρες από το νταμάρι στο σπαστήρα.

Ωστόσο κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης, μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, ο αναιρεσείων αρκετές φορές προσέφερε τις υπηρεσίες του οδηγώντας μηχάνημα τύπου 980 στην πλατεία του εργοταξίου στο χώρο φόρτωσης αδρανών υλικών όπως χαλίκι κ.λ.π., όπου μετά την επεξεργασία της πέτρας στον σπαστήρα με ταινία κατέρχονται τα αδρανή υλικά, υπό μορφή χαλικιών και γίνεται η φόρτωση.

Ο αναιρεσείων κατά τη χορήγηση από την αναιρεσίβλητη στις 15-3-2005 εκκαθαριστικού σημειώματος των αποδοχών του έτους 2004, για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης του οικονομικού έτους 2005 διαμαρτυρήθηκε στον προϊστάμενο του επειδή αυτός φερόταν να είχε λάβει καθαρές αποδοχές από 22.905, 86 ευρώ, ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι εισέπραξε για καθαρές αποδοχές 18.623 ευρώ.

Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, αυτός (αναιρεσείων) έλαβε ως καθαρές αποδοχές για το έτος 2004, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων για τα ασφαλιστικά ταμεία και κρατήσεων φόρου, το ποσό των 19.628,18 ευρώ και όχι το ποσό των 18.623 ευρώ όπως θεωρούσε. Τις επόμενες ημέρες η αναιρεσίβλητη ζήτησε από τον αναιρεσείοντα, όπως είχε κάνει κατά το παρελθόν, να εργαστεί στην πλατεία του λατομείου, οδηγώντας το φορτωτή αδρανών υλικών, δηλαδή σε χώρο του λατομείου όπου εμφανίζεται μεγαλύτερη επιβάρυνση του περιβάλλοντος με σκόνη λόγω της φύσεως των εργασιών.

Ο αναιρεσείων τότε αντέδρασε και γνωστοποίησε για πρώτη φορά στην αναιρεσίβλητη πρόβλημα οφθαλμολογικής φύσεως και συγκεκριμένα ότι αυτός έφερε διαμπερές τραύμα κερατοειδούς του δεξιού οφθαλμού, που του επέβαλλε να μην εργάζεται σε ανθυγιεινό χώρο και ιδιαίτερα σε χώρο με σκόνη. Αυτός ουδέποτε μέχρι τότε είχε διαμαρτυρηθεί όταν προσέφερε την εργασία του κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης στην πλατεία του λατομείου, αποδεχόμενος, κατά τη συμφωνία τους, τις συνθήκες εργασίας του σε χώρο όπου υπάρχει έντονη σκόνη, ούτε είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη το οφθαλμολογικό του πρόβλημα, χωρίς έτσι η μετακίνηση του αναιρεσείοντος στο χώρο της πλατείας του λατομείου για την παροχή της εργασίας του κατά την αρχική συμφωνία των διαδίκων να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Η αναιρεσίβλητη μέχρι τέλος Μαρτίου 2005 σε εκτέλεση ετήσιας σύμβασης εργολαβίας που είχε καταρτίσει με την εταιρεία "ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ Α.Ε.", λειτουργούσε το λατομείο σε δύο βάρδιες με προσωπικό οκτάωρης απασχόλησης. Από τον Απρίλιο όμως του έτους 2005 η εργοδότρια εταιρεία "ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ Α.Ε." περιόρισε τη λειτουργία του λατομείου σε μια βάρδια, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη λόγω περιορισμού του κύκλου των εργασιών της να αναγκαστεί να μειώσει το προσωπικό της και κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2005 έως 1-4-2005 να καταγγείλει πέντε (5) συμβάσεις εργασίας, ενός συντηρητή και τεσσάρων χειριστών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, εκτός από τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε στις 30-3-2005 τη σύμβαση εργασίας του χειριστή μηχανοδηγού ..., την 1-4-2005 τη σύμβαση εργασίας του χειριστή μηχανοδηγού ..., την 1-4-2005 τη σύμβαση εργασίας του χειριστή μηχανοδηγού ...και την 1-4-2005 τη σύμβαση εργασίας του συντηρητή μηχανημάτων ..., ενώ επέλεξε να διατηρήσει στην εργασία του έναν άλλο 'μηχανοδηγό της ειδικότητας του αναιρεσείοντος, νεώτερο κατά το χρόνο πρόσληψης από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος όμως είχε δύο παιδιά, ενώ ο αναιρεσείων δεν είχε.

Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν αποδείχθηκε ότι έγινε για λόγους εκδίκησης, επειδή αυτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα του, αλλά έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους, η δε απόφαση της εργοδότριας να προβεί στην απόλυση του αναιρεσείοντος για οικονομικοτεχνικούς λόγους τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, χωρίς κατά την επιλογή να προκύπτει υπέρβαση των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ, με αποτέλεσμα αυτή (καταγγελία σύμβασης εργασίας) να μην είναι άκυρη και η αναιρεσίβλητη, μη αποδεχόμενη έκτοτε τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, να μην έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή τους και να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28-3-2005 μέχρι 28-3-2006 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε ως βάσιμους τους σχετικούς 4ο και 5ο λόγους της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1211/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, στη συνέχεια, ύστερα από εξαφάνιση της εν λόγω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως και διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 18-4-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος της δηλαδή με το οποίο ζητούνταν να αναγνωριστεί ως άκυρη η ως άνω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γενόμενη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, ως μη έχουσα γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως του αναιρεσείοντος, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλ' έχουσα γίνει αποκλειστικά και μόνο για οικονομικοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετώπιζε η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και ύστερα από λελογισμένη και με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη γενόμενη επιλογή του αναιρεσείοντος ως απολυτέου, κατά τα ειδικότερα στη προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα.

Και β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η ως άνω απόλυση του αναιρεσείοντος δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, έτσι ώστε η απόλυση αυτή να μην είναι άκυρη από το λόγο αυτόν και εξαιτίας τούτου να οφείλονται μισθοί υπερημερίας, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία μπορεί με ασφάλεια να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η προαναφερόμενη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, ως μη έχουσα γίνει, κατά τα αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α' εκτιθέμενα, κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Ενόψει αυτών: 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μέρη τους, με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως, όπως εκτιμάται, του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και 2) οι επίσης ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ μέρη τους, με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β' πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 2.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ, 1 του άρθρου 671 του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη: Αφενός "Οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα.

Απόφαση για διεξαγωγή απόδειξης δεν εκδίδεται. Η συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει, όσο είναι δυνατό, να τελειώνει σε μία δικάσιμο" (άρθρο 670). Και αφετέρου "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

Κ.Πολ.Δ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιοδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών. Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.

Περαιτέρω, από τις παρατιθέμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου 670 του Κ.Πολ.Δ σαφώς προκύπτει ότι δεν υπάρχει κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υποκειμενικό βάρος αποδείξεως και επομένως, κατά κανόνα, σε περίπτωση εκδικάσεως διαφοράς κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία, δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος για την από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Κατ' εξαίρεση ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο διάδικος, υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως βαρύνεται με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, για τα οποία υπάρχει τέτοιο τεκμήριο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται αφενός παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αφετέρου εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Και αυτό γιατί ενώ ο αναιρεσείων, κατά το λόγο αναιρέσεως, "απέδειξε με πλείστα έγγραφα στοιχεία την οφθαλμολογική του πάθηση και τη γνωστοποίηση στην αναιρεσίβλητη της παθήσεώς του αυτής, από κανένα έγγραφο στοιχείο ούτε από την κατάθεση μαρτύρων πρωτοδίκως...γίνεται κατά οποιοδήποτε τρόπο μνεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Άλλως όλως αντιφατικώς και αυτοαναιρούμενη η...απόφαση καταλήγει σε σκέψεις παντελώς αβάσιμες". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά τα αμέσως πιο πάνω μέρη του, από τους αριθμούς 12 και 13, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του και δη κατ' αμφότερα τα εν λόγω μέρη του, προεχόντως διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

Κ.Πολ.Δ), με αποτέλεσμα να μη ιδρύεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, λόγος αναιρέσεως ούτε από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οπωσδήποτε αναφορικά με τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλ' ούτε και από τη διάταξη του αριθμού 13 του ίδιου άρθρου, δεδομένου ότι αναφορικά με την από την τελευταία διάταξη του προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν συντρέχει εδώ η σχετικώς πιο πάνω στη οικεία σκέψη αναφερόμενη εξαιρετική περίπτωση, 3.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο από αυτόν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν, δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατά ένα από τα μέρη τους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που, ειδικότερα, αναφέρονται στους λόγους αυτούς αναιρέσεως, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των μνημονευομένων ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως και χωρίς όρκο καταθέσεως του αναιρεσείοντος καθώς και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Έτσι, στις σχετικές παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως όλοι αμέσως πιο πάνω, ενιαίως κρινόμενοι, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

4. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για την από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλεστήκαν και προσκόμισαν, πρέπει πρωτίστως να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε ποιάν από τις πλημμέλειες που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη (του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) υπέπεσε το δικαστήριο και περαιτέρω, αν μεν πρόκειται για την πρώτη περίπτωση του λόγου αναιρέσεως πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, αν δε πρόκειται για τη δεύτερη περίπτωση του λόγου αναιρέσεως πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν είχαν προσκομιστεί και, τέλος, αν πρόκειται για την τρίτη περίπτωση του λόγου αναιρέσεως πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το ότι αυτά όχι μόνο είχαν προσκομιστεί, αλλ' επιπροσθέτως είχαν επικληθεί από τον αναιρεσείοντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο κατά το ένα από τα μέρη του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ . Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αόριστος, προεχόντως γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν, αλλ' ούτε, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να εξαχθεί από την εκτίμηση των όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο, σε ποιά συγκεκριμένη πλημμέλεια από εκείνες που αναφέρονται στη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ φέρεται να προβάλλεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

5. Επειδή οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις και σαφώς διατυπούμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικού πορίσματος αναφορικά με το στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενο ζήτημα, που σχετίζεται με τους λόγους που προκάλεσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 7.105/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ