Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows appeal against others for insurance law errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal against the eighth defendant inadmissible due to the appellant's withdrawal of that specific claim. However, the court found the appeal against the other defendants admissible because the lower court erred in applying the mandatory third-party liability insurance law. Consequently, the judgment against the remaining defendants was quashed and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 7(2) of Law 489/1976: Withdrawal of a specific defendant in an appeal renders that part of the appeal inadmissible, whereas a lower court's failure to distinguish between third-party liability and own damage coverage under mandatory insurance statutes constitutes a reversible error requiring the case to be remitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την 8η αναιρεσίβλητη.
Των αναιρεσίβλητων: ....(αναφέρονται 11 ονόματα) ΄Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πλην της 8ης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4548/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3577/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Απριλίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 8ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 21 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρα 297, 299 ΚΠολΔ). Η παραίτηση γίνεται είτε με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου είτε με δικόγραφο που εκδίδεται στον αναιρεσίβλητο. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ) η δε δίκη θεωρείται κατηργημένη. Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας με δήλωσή του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά πριν από κάθε προφορική συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την ογδόη αναιρεσίβλητη (.....). Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, επήλθε ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή κατάργηση της δίκης και πρέπει ως προς αυτήν να κηρυχθεί αυτή κατηργημένη.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ. α΄ και 6 παρ.2 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ' αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" στον κύριο ή κάτοχο αυτοκινήτου που κυκλοφορεί εντός της χώρας επιβάλλεται η υποχρέωση να συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως, η οποία θα καλύπτει την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου αστική ευθύνη του λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του ίδιου νόμου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Κατά δε το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει από 1-7-1991 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του π.δ. 264/1991 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/5 ΕΟΚ", θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι τρίτων που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα αυτά τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους, έχουν αξίωση αποζημιώσεως, κατά τον ασφαλιστή, εφ' όσον όμως έναντι αυτών ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση αποζημιώσεως, την οποία ακριβώς καλύπτει η σύμβαση ασφαλίσεως.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Ενόψει αυτών βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωση από την οικογένεια του θύματος αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεώς της λόγω ψυχικής οδύνης είναι η έναντι του τελευταίου (θύματος) τέλεση αδικοπραξίας. Ως αδικοπραξία δε στην περίπτωση αυτή νοείται όχι μόνον αυτή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ αλλά και κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση διατάξεις ειδικών νόμων όπως ο ν.
ΓπΝ/1911. Επομένως η οικογένεια του θύματος μπορεί να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εφόσον πληρούται το πραγματικό μιας υπό την ανωτέρω έννοια αδικοπραξίας σε βάρος του θύματος από πρόσωπο του οποίου, κατά τα ανωτέρω, έχει ασφαλισθεί η έναντι τρίτων αστική ευθύνη του.
Συνεπώς, εάν το τελευταίο αυτό πρόσωπο είναι το ίδιο το θύμα και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν πληρούται το πραγματικό της, με την έννοια που αναφέρθηκε αδικοπραξίας σε βάρος του, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται δικαίωμα αποζημιώσεως και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας για την κάλυψη αυτής.
Άλλωστε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 489/1976 όπως ισχύει και μετά την ως άνω αντικατάστασή της, ο οδηγός του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, όπως και εκείνος που έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ώστε και αυτών να καλύπτεται με την ίδια σύμβαση η ζημία τους.
Οι συγγενείς δε τούτων θεωρούνται "τρίτοι" με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας αλλά για τη ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1114/2000, 288/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι στην ένδικη αγωγή τους ιστορούσαν ότι στις 8-4-1998 και ώρα 14.30 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας στη Νέα Εθνική Οδό .... το υπ' αριθ. Κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο το οποίο ανήκε κατά κυριότητα νομή και κατοχή στο Χ1, συνεπιβαίνοντα σ' αυτό και ασφαλισμένο από τον ίδιο στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία μετά της οποίας είχε καταρτίσει την ασφαλιστική σύμβαση, από αμέλειά του συγκρούστηκε με το προπορευόμενο ....
Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο με αποτέλεσμα αφ' ενός μεν την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του Χ1, αφ' ετέρου δε το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου (Χ1) συνοδηγού και κυρίου του εν λόγω αυτοκινήτου, ο οποίος είχε καταρτίσει και την μετά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας σύμβαση ασφαλίσεώς του. Ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ήταν πατέρας των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτης και πέμπτης, πενθερός του έκτου και της έβδομης και αδελφός των ογδόης, ενάτης, δεκάτου και ενδεκάτου των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και ότι με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα (αλληλεγγύως με τον συνεναγόμενό της ...., οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου) να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους 1ο , 2ο , 3ο , 4η και 5η ενάγοντες 45.206 ευρώ στον καθένα, στους 7ο και 8η ενάγοντες 17000 ευρώ στον καθένα και στους 9η , 10ο , 11ο και 12ο από αυτούς 35.200 ευρώ στον καθένα.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή αυτή είναι νόμιμη, γιατί όπως δέχτηκε, απορρίπτονται τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης, από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου αριθμού και με τη διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου (όπως ισχύει) "τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος των αστική ευθύνη, θεωρούνται τρίτοι και δεν μπορούν να αποκλεισθούν από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες του".
Έτσι όμως το Εφετείο, εφόσον δεν απέρριψε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη αλλά, κρίνοντας αυτήν νόμιμη, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητης) τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που δοκίμασαν από το θάνατο του ανωτέρω αναφερόμενου Χ1 υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Ο ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ατυχήματα από αυτοκίνητο. Αποβλέπει στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου. Ως τρίτα δε πρόσωπα δεν θεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 489/1976 μεταξύ άλλων : α) ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης (μεταξύ των οποίων και ο κύριος και κάτοχος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου) και γ) εκείνος που κατάρτισε την ασφαλιστική σύμβαση.
Η κάλυψη ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου δεν ρυθμίζεται από τον ν. 489/1976, αλλά είναι προαιρετική. Προϋποθέτει δηλαδή την κατάρτιση πρόσθετης ασφάλισης για την κάλυψη των ζημιών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε ασφαλίσει το ως άνω ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά τις διατάξεις του ν. 489/ 1976 για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του.
Παρά ταύτα όμως και χωρίς να δεχθεί ότι είχε καταρτισθεί σύμβαση ασφάλισης και των ιδίων ζημιών του κυρίου του (αποβιώσαντος κατά το ατύχημα Χ1), έκρινε νόμιμη την αξίωση των πέντε πρώτων εκ των εναγόντων, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω ιδιοκτήτη του, να τους επιδικασθεί ως αποζημίωση η κατά τον χρόνο της συγκρούσεως αξία του, ως καλυπτόμενη από την ασφαλιστική σύμβαση (την οποία ακολούθως δέχτηκε κατά ένα μέρος και κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση).
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις άνω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 489/1976 σχετικά με τη θεμελίωση ευθύνης της αναιρεσειούσης ασφαλιστικής εταιρείας προς αποζημίωση του κυρίου του εν λόγω αυτοκινήτου εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως. . Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς την όγδοη των αναιρεσιβλήτων (....).
Αναιρεί την 3577/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που την ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ