Legislator Case Law & Legislation
875/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination due to force majeure, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 875/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision terminating a commercial lease due to total destruction of the premises. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence regarding the termination and the forfeiture of the security deposit. The court held that the First Instance Court's reasoning was clear and sufficient, making the appeal inadmissible as it merely challenged the evaluation of evidence without pointing to specific legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574 and 575 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged defects relate solely to the trial court's evaluation and weighing of evidence, provided the decision clearly states the findings and reasoning.

Keywords

AI generated
commercial lease termination force majeure destruction security deposit forfeiture inadmissible appeal evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 574 and 575 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 875/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Χαρίτο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΝΤΑΤΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Μελέτιος Καπετάνης του Βασιλείου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρουκλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5345/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, οι οποίες, κατ' άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών Μισθώσεων", εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραδώσει στο μισθωτή τη χρήση του μισθίου, το οποίο πρέπει να είναι κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να διατηρεί αυτό σε τέτοια κατάσταση καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 336 εδ. α', 380 εδ. α' και 288 του ΑΚ προκύπτει ότι εάν το μίσθιο, μετά την παράδοση της χρήσης αυτού στο μισθωτή, υποστεί ολική ή εξομοιούμενη προς αυτή μερική καταστροφή από τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία, ήτοι ανυπαίτια καταστροφή, συντρέχει περίπτωση επιγενόμενης αδυναμίας παροχής, οπότε η μίσθωση λύνεται αυτοδικαίως και αμέσως χωρίς καταγγελία.

Συνέπεια της λύσης αυτής είναι ότι ο μεν εκμισθωτής δεν είναι πλέον υπόχρεος προς παραχώρηση της χρήσης του μισθίου ο δε μισθωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος και υποχρεούται να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Εξάλλου, το χρηματικό ποσό που δίδεται κατά την κατάρτιση της μισθωτικής μίσθωσης από το μισθωτή στον εκμισθωτή "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία) διέπεται, ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατ' άρθρο 361 του ΑΚ.

Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού είτε ως ποινική ρήτρα. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 του ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβίασης, ανεξάρτητα από άλλη ζημία του εκμισθωτή.

Η αξίωση του τελευταίου προς απόδοση της εγγυοδοσίας γίνεται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημιές στο μίσθιο και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, με την από 29-12-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι με μισθωτική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος την 1-4-2005 μίσθωσε από τον τελευταίο ένα κατάστημα, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση της σ' αυτή περιγραφόμενης εμπορικής δραστηριότητας.

Ότι για την πιστή τήρηση των όρων της μισθωτικής σύμβασης κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 13.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να επιστραφεί ατόκως κατά τη λύση της μίσθωσης και την προσήκουσα απόδοση της χρήσης του μισθίου χωρίς φθορές και την πλήρη εξόφληση των μισθωμάτων και των οφειλών προς κοινωφελείς οργανισμούς.

Ότι μεταξύ 6-7 Δεκεμβρίου του έτους 2008 το μίσθιο καταστράφηκε ολοσχερώς λόγω πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στην περιοχή κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ ατόμων του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου και αστυνομίας. Ότι μετά την καταστροφή του μισθίου συμφωνήθηκε η λύση της μίσθωσης και ότι το Φεβρουάριο του έτους 2009 ο νόμιμος εκπρόσωπός της παρέδωσε τα κλειδιά του στον εναγόμενο, επικουρικά δε η μίσθωση λύθηκε με την από 30-4-2009 καταγγελία της για σπουδαίο λόγο.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό της εγγυοδοσίας των 13.000 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 304/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την απέρριψε κατ' ουσίαν και μετά από άσκηση έφεσης της μισθώτριας, η προσβαλλομένη, 5345/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, η αγωγή έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό των 13.000 ευρώ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1/4/2005 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην ενάγουσα εταιρία ένα κατάστημα, κείμενο επί της οδού ..., στην …, αποτελούμενο από έναν ενιαίο ισόγειο χώρο, επιφάνειας 130 τμ περίπου και έναν ενιαίο χώρο στον πρώτο όροφο, επιφάνειας 160 τμ περίπου, οι οποίοι είχαν ενοποιηθεί και επικοινωνούσαν με εσωτερική σκάλα, για χρονικό διάστημα εννέα ετών, αρχόμενο από την 1/7/2005 και λήγον την 30/6/2014, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση και λειτουργία επιχειρήσεως με αντικείμενο την εισαγωγή, αντιπροσώπευση, εμπορία, πώληση και τεχνική υποστήριξη αγαθών και παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικού υλικού, υπηρεσιών ίντερνετ ηλεκτρολογικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, ψηφιακών ειδών και μέσων προηγμένης τεχνολογίας, τηλεπικοινωνιακών εφαρμογών, επιστημονικών συσκευών και οργάνων, φωτογραφικών, χρονομετρικών και μουσικών οργάνων, έντυπου υλικού, χαρτικών ειδών και βιβλίων, ειδών γραφείου, προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και των συναφών προς τα παραπάνω είδη και υπηρεσίες.

Το μηνιαίο μίσθωμα, οριζόμενο αρχικά στο ποσό των 6.500 €, κατόπιν της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής του, από 1-7-2008 ορίσθηκε στο ποσό 12.000 €, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μηνός. Εξάλλου, σύμφωνα με όρο του προαναφερόμενου μισθωτηρίου, συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στον εναγόμενο εκμισθωτή κατά την σύναψη της μίσθωσης ποσό 13.000 €.

ισόποσο με το άθροισμα δύο (2) μηνιαίων μισθωμάτων ως εγγυοδοσία ("εγγύηση") για την εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης. Το εν λόγω ποσό όφειλε να επιστρέψει ο εκμισθωτής άτοκα στην μισθώτρια μετά την λύση της μίσθωσης και την εκπλήρωση των εξ αυτής υποχρεώσεών του. Ενώ λοιπόν η μισθωτική σχέση εξελισσόταν ομαλά κατά τις βραδινές ώρες της 6ης προς 7η Δεκεμβρίου 2008, πλήθος άγνωστων δραστών του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου, που συμμετείχαν σε συμπλοκές με τις αστυνομικές δυνάμεις στο κέντρο της Αθήνας, με αφορμή τον θάνατο ανήλικου μαθητή, προξένησαν σοβαρές και εκτεταμένες ζημιές αρχικά στη πρόσοψη του μισθίου καταστήματος (ρολλά.

βιτρίνα, διαφημιστική επιγραφή, κ.λ.π.) και εν συνεχεία έριξαν βόμβα μολότοφ με συνέπεια να προκληθεί πυρκαγιά εντός αυτού, με αποτέλεσμα την καταστροφή των εμπορευμάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος, αλλά και την πρόκληση σημαντικών ζημιών στις εγκαταστάσεις και στις κτιριακές βελτιώσεις του μισθίου, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις αντίστοιχες καταγραφές του συμβάντος εκ μέρους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του 2ου Τμήματος Ασφαλείας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής.

Μάλιστα τα επεισόδια και οι συμπλοκές μεταξύ των αστυνομικών οργάνων και των ομάδων του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου συνεχίστηκαν για εκτεταμένο χρονικό διάστημα στην ευρύτερη περιοχή, όπου κείται το εν λόγω κατάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν ήταν δυνατή καν η πρόσβαση στο μίσθιο. Εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής ζημίας (θετικής και αποθετικής), που υπέστη η ενάγουσα, αλλά και της αποστέρησης της χρήσης του μισθίου, η τελευταία με το από 8/4/2009 εξώδικο που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 10-4-2009 (βλ.

την υπ αρ. 9028 Β/10-4-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ.), κατήγγειλε την μίσθωση για τον προαναφερόμενο (υφιστάμενο και τότε) σπουδαίο λόγο, η οποία ως εκ τούτου λύθηκε (σημειούμενου ότι παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα προγενέστερη κοινή συμφωνία των διαδίκων για λύση της σύμβασης δεν αποδείχθηκε).

Δεδομένου λοιπόν ότι παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο εκμισθωτή η ενάγουσα μισθώτρια δεν υπείχε υποχρέωση ούτε καταβολής των μισθωμάτων για τον μετά τα ως άνω συμβάντα χρόνο (απαλλασσόμενη κατ' άρθρο 380 ΑΚ). αλλά ούτε βεβαίως και αποκατάστασης του μισθίου στην πρότερα κατάσταση, αφού οι φθορές οφείλονταν σε ανωτέρα βία (για την οποία δεν είχε συμφωνηθεί ευθύνη της μισθώτριας), ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει στην ενάγουσα το ανωτέρω καταβληθέν προς εγγυοδοσία ποσό των 13.000 €, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής δοθέντος ότι δεν συνέτρεξε ουδείς λόγος κατάπτωσης της υπέρ του.

Σημειώνεται προσέτι ότι παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο εκμισθωτή α) δεν αποδείχθηκε ύπαρξη σύμβασης άφεσης χρέους για το εν λόγω ποσό, β) δεν υφίσταται περίπτωση παραγραφής, αφού η αξίωση απόδοσης του δοθέντος προς εγγυοδοσία ποσού παραγράφεται μετά εικοσαετία... και γ) δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας, αφού τα επικαλούμενα περιστατικά (αδράνεια της ενάγουσας επί πενταετία) δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της ΑΚ 281." Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, α) συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών και καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια στον αναιρεσείοντα εκμισθωτή εγγυοδοσία 13.000 ευρώ για την εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης, με τη συμφωνία να επιστραφεί μετά τη λύση αυτής και την εκπλήρωση των εξ αυτής υποχρεώσεων, β) η ένδικη μισθωτική σύμβαση λύθηκε με την ολική καταστροφή του μισθίου, οπότε και έπαυσε η υποχρέωση της μισθώτριας προς καταβολή μισθώματος και γ) δεν συνέτρεξε περίπτωση κατάπτωσης της εγγυοδοσίας, ως ποινικής ρήτρας, υπέρ του εκμισθωτή.

Υπό τις παραδοχές αυτές δεν υφίσταται παραβίαση οποιουδήποτε όρου της λυθείσας αυτοδικαίως με την καταστροφή του μισθίου σύμβασης μίσθωσης και κατ' επέκταση περίπτωση κατάπτωσης της εγγυοδοσίας (ως ποινικής ρήτρας) υπέρ του αναιρεσείοντος-εκμισθωτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος, αλλά ούτε και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 601 του ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται η υποχρέωση του μισθωτή προς αποζημίωση, αν αυτός, μετά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης δεν αποδώσει το μίσθιο αλλά το παρακρατεί παράνομα, δηλαδή δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του περί απόδοσης του μισθίου στην κατάσταση που το παρέλαβε, αφού, εξαιτίας της καταστροφής του μισθίου, τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, της διάταξης του άρθρου 601 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 και ορθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε με την καταστροφή του μισθίου το Δεκέμβριο του έτους 2008 χωρίς να προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός από μέρους της αναιρεσίβλητης-μισθώτριας, ενώ δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι η μίσθωση λύθηκε το Φεβρουάριο άλλως τον Απρίλιο του έτους 2009, καταλήγοντας στο εσφαλμένο πόρισμα περί μη οφειλής μισθωμάτων και επιστροφής της εγγυοδοσίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί δεν ανάγεται σε "πράγματα" υπό την έννοια που αναφέρθηκε στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη αλλά στην υπαγωγή της ιστορικής βάσης της αγωγής στην ορθή νομική διάταξη, στην οποία το δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως και το Εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη (στην αγωγή της) ότι το μίσθιο καταστράφηκε ολοσχερώς λόγω πυρκαγιάς και την παραδοχή ότι το πραγματικό αυτό γεγονός αποδείχθηκε, έκρινε ότι η λύση της μίσθωσης επήλθε αυτοδικαίως με την καταστροφή του μισθίου.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 8-4-2009 εξώδικης καταγγελίας της αναιρεσίβλητης που αποδείκνυε ότι δεν υπήρξε συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για λύση της μισθωτικής σύμβασης το Δεκέμβριο του έτους 2008 αλλά αντίθετα βούληση αυτών περί συνέχισης της μίσθωσης και μετά την καταστροφή του μισθίου και συνακόλουθα περί οφειλής μισθωμάτων.

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται ούτε το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου ούτε το περιεχόμενο που προσδόθηκε σ' αυτό με την προσβαλλομένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο αυτού, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Δεν έχει όμως εφαρμογή η εν λόγω διάταξη όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του από αυτές εξαγόμενου πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν εξηγεί γιατί α) η λύση της μίσθωσης οδηγεί σε έλλειψη δικαιώματός του να λάβει αποζημίωση χρήσης μέχρι το Μάιο και σε κάθε περίπτωση μέχρι τον Απρίλιο του 2009 λόγω παρακράτησης της χρήσης του μισθίου και γιατί η παρακράτηση και η μη απόδοση των μισθωμάτων δεν αποτελεί λόγο κατάπτωσης της "εγγύησης", β) η καταστροφή του μισθίου επέφερε τη λύση της μίσθωσης χωρίς να εκδηλώσουν τέτοια επιθυμία τα μέρη, ενώ αντίθετα εκδήλωσαν την επιθυμία συνέχισης της μίσθωσης, γ) η μη αναφορά στην εξώδικη καταγγελία του αιτήματος περί επιστροφής της "εγγύησης" δεν συνιστά άφεση χρέους και συμψηφισμό εκ μέρους της μισθώτριας με οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης άλλως μισθώματα και δ) απορρίπτει την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας όταν η τελευταία όφειλε πολλαπλάσιο ποσό είτε ως μισθώματα είτε ως αποζημίωση χρήσης και άσκησε την αγωγή μετά την πάροδο έξι ετών.

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης και οι εκ πλαγίου παραβιασθέντες κανόνες δικαίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα σχετικά με τη λύση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης λόγω καταστροφής του μισθίου και τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγυοδοσίας (ως ποινικής ρήτρας) υπέρ του εκμισθωτή εκτίθεται με σαφήνεια.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11399/934/2018) αίτηση για αναίρεση της 5345/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ