Legislator Case Law & Legislation
875/2020 AI generated

Supreme Court dismisses public appeal for inadmissibility due to lack of prior administrative request under road expropriation law.

Case Number 875/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that declared an expropriation action inadmissible. The lower court found the action admissible because the alleged expropriation occurred before the relevant law's effective date, allowing the claimants to sue directly. The Supreme Court rejected the appeal's argument that the claimants failed to request expropriation cancellation within statutory deadlines, ruling that the procedural defect was cured by the timing of the expropriation itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33(1) and 37(a) of Law 2971/2001; If expropriation is completed before the relevant law's effective date, the affected party may file a direct action without prior administrative request, rendering an appeal based on procedural inadmissibility inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation procedure administrative request statutory deadlines road expropriation inadmissibility appeal procedural defect compensation claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 33(1) and 37(a) of Law 2971/2001
Article 12 of Law 2298/1995
Article 21 of Law 3790/2009
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 875/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουα... 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ό. του Δ. και 2) Μ. χας Δ. Ό., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 561/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1207/2006 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 23-1-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης από 26-10-2007 και με αρ. εκθ. καταθ. 183/2007 αιτήσεως για αναίρεση της 1207/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αυτής θεωρουμένου ως μη ασκηθέντος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με την παράγραφο 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 και το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυαν κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (29.10.2007), αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απευθυνόμενη, πλην άλλων και προς τον Άρειο Πάγο, διαβιβάζεται σε αυτόν, μόνον εάν συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως, η υπόθεση δε εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετη...

για τους οποίους υπάρχει θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, δημοσιεύθηκε ο ν. 3790/2009 στο άρθρο 13 παρ. 9 του οποίου ορίσθηκε ότι: "Το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999... καταργούνται", ενώ στην διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους διατάξεις του...".

Όπως προκύπτει από την διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3790/2009, με την διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 αυτού καταργείται, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, από την δημοσίευσή του, δηλαδή από 7.8.2009, η μέχρι τότε προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία εκδόσεως γνωμοδοτήσεως από τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ.

περί του παραδεκτού και βασίμου των ασκουμένων από το Δημόσιο αιτήσεων αναιρέσεως, διότι, όπως εκτίθεται στην συνοδεύουσα τον νόμο αυτό εισηγητική έκθεση "όχι μόνον δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ελάφρυνσης των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αλλά αντιθέτως επιβάρυνε υπέρμετρα το έργο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...".

Επομένως, η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, δεν καταλαμβάνει την υπό κρίση αίτηση, η οποία ήταν ήδη εκκρεμής κατά την δημοσίευσή του (Α.Π. 32/2017, Α.Π. 1688/2017, ΣτΕ 303/2014, ΣτΕ 4177/2013, ΣτΕ 773/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 26.10.2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 183/2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1207/2006 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 9-1-2006 έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα 561/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί την από 5.6.2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά.

Η αίτηση αυτή, κατατεθείσα στις 29.10.2007, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα (εντός τριμήνου από την άσκησή της, άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 ν. 2721/1999) υπ' αριθμ. 80/25.1.2008 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική μόνον ως προς τον πρώτο λόγο αυτής και αρνητική ως προς τον δεύτερο και (τελευταίο) λόγο της.

Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος (δεύτερος) δεν εισάγεται προς συζήτηση και η κρινόμενη αίτηση συζητείται μόνον ως προς τον πρώτο λόγο αυτής.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διατάξεως του ν. 653/1977, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π.

Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π.

Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 1142/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 5.6.2003 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στρεφόμενοι κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ιστορούσαν ότι με την υπ' αριθμ. 1061509/6441/00110/13-07-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' 612/6-8-1999, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "πρόσβασης γέφυρας ... - ....." και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά η αναφερόμενη σ' αυτήν εδαφική έκταση, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ...

του Δήμου ..., όπως απεικονίζεται στο οικείο κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα. Ότι με την υπ' αριθ. 1114/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και με την υπ' αριθ. 143/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε η οριστική τιμή αυτών στο ποσό των 135 ευρώ ανά τ.μ., ενώ με την υπ' αριθ. 110/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως, ο πρώτος ως ψιλός κύριος και η δεύτερη ως επικαρπώτρια του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Ότι δεν έλαβαν αποζημίωση για το σύνολο της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, διότι για τα 100,29 τ.μ. αυτής κρίθηκαν ωφελούμενοι από την διάνοιξη της οδού, και, επομένως, αυτοαποζημιώθηκαν. Ότι στην πραγματικότητα δεν ωφελήθηκαν από τη διάνοιξη της οδού, αλλά αντίθετα ζημιώθηκαν, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή).

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει το ποσό των 13.539,13 ευρώ, άλλως στον πρώτο εξ αυτών, ως ψιλό κύριο του ακινήτου, το ποσό των 10.831,304 ευρώ και στην δεύτερη τούτων, ως επικαρπώτρια αυτού, το ποσό των 2.707,826 ευρώ, που αντιστοιχεί στην απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση, υπολογιζόμενο με βάση την καθορισθείσα με την ως άνω απόφαση οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφέλειας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 561/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτήν (αγωγή) ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεώς του ποσά, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.

Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, την από 9.1.2006 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1207/2006 (προσβαλλομένη) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της προκειμένης αναιρετικής δίκης, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1061509/6441/0010/13-7-1999 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' με αριθμό 612/6-8-1999, κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφελείας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου "προσβάσεις γέφυρας ... -...".

Η εδαφική έκταση που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά περιλαμβάνει επιφάνεια 87.758,54 τ.μ., από τα οποία τα 45.875,33 τ.μ. βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... και εμφαίνεται στα από μηνός Μαρτίου 1999 υπ' αριθμ. ... κτηματολογικά διαγράμματα και στον από μηνός Ιανουαρίου 1999 κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως ...

του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που έχουν συντάξει οι μηχανικοί Γ. Δ. και Σ. Β. και έχουν θεωρηθεί στις 2-4-1999 από τον Διευθυντή της παραπάνω Διευθύνσεως Κ. Δ. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται το υπ' αριθμ. 6 ακίνητο, το οποίο ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα και κατ' επικαρπία στη δεύτερη ενάγουσα και περιήλθε σ' αυτούς δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών Β.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Από το παραπάνω ακίνητο, αρχικής εκτάσεως 1.133,11 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση, εμβαδού 932,57 τ.μ., για την οποία οι ενάγοντες αποζημιώθηκαν, ενώ για έκταση, εμβαδού 100,29 τ.μ., αυτοί δεν αποζημιώθηκαν, διότι κρίθηκε ότι αυτοαποζημιώνονται, κατ' εφαρμογή του τεκμη... του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, λόγω της ωφελείας τους από την εκτέλεση του έργου.

Με την υπ' αριθμ. 1114/6-11-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως του παραπάνω ακινήτου των εναγόντων, ενώ με την υπ' αριθμ. 110/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου αυτοί αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως της παραπάνω απαλλοτριώσεως. Στη συνέχεια εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ...

και ... χρηματικά εντάλματα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, Κατάστημα Πάτρας, βάσει των οποίων αποζημιώθηκαν οι ενάγοντες στις 5-4-2001 και 7-12-2001 για την έκτασή τους, που απαλλοτριώθηκε. Με την έκδοση των παραπάνω ενταλμάτων πληρωμής υπέρ των εναγόντων, που αναγνωρίστηκαν δικαστικά δικαιούχοι αποζημιώσεως, συντελέστηκε η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες δεν αποζημιώθηκαν για τα 100,29 τ.μ. από την αρχική έκταση που απαλλοτριώθηκε, διότι κρίθηκε ότι αυτοαποζημιώνονται, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, λόγω της ωφελείας τους από την εκτέλεση του έργου, αυτοί άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 5-6-2003 αγωγή τους, ζητώντας μ' αυτή να τους καταβάλει αυτό για την παραπάνω έκταση, ως αποζημίωση, το ποσό των 10.831,304 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 2.707,826 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 561/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή (αγωγή). Ήδη κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο η υπό κρίση έφεση. Με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του αυτό παραπονείται ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η παραπάνω αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 που προβλέπουν:

α) αρμοδιότητα του Εφετείου, β) ειδική προδικασία και γ) προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές δεν καταλαμβάνουν τις απαλλοτριώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου δεν είχαν συντελεστεί, ενώ αν εφάρμοζε ορθά το νόμο έπρεπε να δεχτεί ότι καταλαμβάνονται από το νόμο αυτό και οι συντελεσμένες απαλλοτριώσεις και γι' αυτό όφειλε είτε να παραπέμψει την αγωγή αυτή στο αρμόδιο Εφετείο, άλλως να την απορρίψει, καθόσον ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο των προθεσμιών που τάσσονται από τις παραπάνω διατάξεις, άλλως να την απορρίψει ως απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης προδικασίας, δηλαδή χωρίς την υποβολή αιτήσεως στο φορέα του έργου.

Αλλ' όμως ο λόγος αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33 παρ. 1 και 37 περ. α' του Ν. 2971/2001 συνάγεται ότι ο ισχυριζόμενος ότι δεν ωφελείται από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, επιδιώκοντας την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, ώστε να αποζημιωθεί και για το τμήμα, για το οποίο κρίνεται ότι αυτοαποζημιώθηκε, ως ωφελούμενος παρόδιος, δικαιούται να ασκήσει τη σχετική αγωγή, ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει συντελεστεί μέχρι την ισχύ του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, πράγμα που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε δια της καταβολής της αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους στις 5.4.2001 και 7.12.2001, δηλαδή ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του νόμου 2971/2001, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.2001 και, συνακολούθως, κρίνοντας την ένδικη αγωγή παραδεκτή, δεν υπέπεσε, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων (33 και 37 του ν. 2971/2001), η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατ' αυτού ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσιβλήτους ένδικη αγωγή, εφόσον αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν υπέβαλαν προς διάγνωση το αίτημά τους για την κατάρριψη του τεκμη... ωφελείας εντός των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 αποκλειστικών προθεσμιών, αλλά πολύ μεταγενέστερα με την άσκηση της ένδικης αγωγής τους, χωρίς (κατά το αναιρεσείον) να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 183/2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1207/2006 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ