Supreme Court dismisses appeal on lease contract interpretation, rejecting claim for renovation costs without agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Crete's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the landlord's renovation of the premises constituted a mandate contract requiring reimbursement, but the lower court found no such agreement existed. The court upheld the lower court's reasoning, stating that the landlord's actions were necessary to fulfill her primary obligation to deliver the property in the agreed condition, not to create a separate contract for services.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court held that a landlord's renovation of leased premises to meet agreed conditions does not automatically constitute a mandate contract entitling the landlord to claim expenses from the tenant absent explicit agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 875 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 875/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Μαναράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-2005 (αρ. κατάθ. .../2005), 25-1-2006 (αρ. κατάθ. .../ 2006) και 2-2-2006 (αρ. κατάθ. ...2006) αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν με τις από 8-8-2005 και 21-8-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 354/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2012 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 22-7-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 39/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές. Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως: α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως.
Η διαπίστωση, εξ άλλου, από το δικαστήριο της ουσίας, κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ’ αυτήν, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, που βρίσκονται έξω από το συστατικό ή αποδεικτικό έγγραφο.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας, κατ’ αρχήν, παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση, που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη κα τα συναλλακτικά ήθη.
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.
Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 394/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο Κρήτης), με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 39/2012 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής, αναφορικά με τους εξεταζόμενους λόγους αναιρέσεως: "Η ενάγουσα - εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...
AE", που έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων και την κατασκευή μεγάλων οικοδομικών έργων, ξεκίνησε το έτος 1995 την ανέγερση ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αποτελούμενου από μικρά παραδοσιακά κτίρια, σε οικόπεδο εκτάσεως τότε, 40 περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Χερσονήσου.
Πριν την ολοκλήρωση της ανέγερσής του, ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ε. Τ. ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Α. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... ΑΕ", προκειμένου να εκμισθώσει το ξενοδοχείο στην τελευταία αυτή εταιρεία, η οποία συνεστήθη για το σκοπό αυτό μόλις την 11-7-2003.
Κατόπιν επιτυχούς έκβασης των διαπραγματεύσεων, καταρτίσθηκε στις 14-7-2003 μεταξύ των δύο εταιρειών, εκπροσωπουμένων ως άνω, σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος, δυνάμει της οποίας η εταιρεία "... ΑΕ" εκμίσθωσε το προαναφερόμενο ξενοδοχειακό συγκρότημα στην εταιρεία ".... ΑΕ". Τη σύμβαση συνυπέγραψε και η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." διά του ιδίου ως άνω νομίμου εκπροσώπου της Α. Κ., αναλαμβάνοντας κατά το περιεχόμενο της δήλωσής της, ως πρωτοφειλέτρια, την ευθύνη για την πιστή εφαρμογή και τήρηση των όρων της μίσθωσης από τη μισθώτρια. Το ξενοδοχείο, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ανήκε κατά κυριότητα στην εκ τρίτου συμβληθείσα σ’ αυτήν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.Τ.Ε", ιδίων συμφερόντων με αυτά της εκμισθώτριας, κατά δήλωση της οποίας, είχαν ήδη ξεκινήσει και επρόκειτο να ολοκληρωθούν σύντομα οι διαδικασίες μεταβίβασης του μίσθιου στην εκμισθώτρια, στην οποία παραχωρούσε το δικαίωμα εκμίσθωσής του. Κατά το περιεχόμενο της σύμβασης, η εκμισθώτρια ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στη μισθώτρια την 1-3-2004, ένα τμήμα του ξενοδοχείου, το οποίο θα είχε τις προδιαγραφές ενός ξενοδοχείου πολυτελείας Α’ κατηγορίας 4 αστέρων, αποτελούμενο από 174 μονάδες διαμονής (116 οικογενειακές και 58 δίκλινες), οι οποίες κατά το χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης βρίσκονταν στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών και την 1-3-2005, το υπόλοιπο τμήμα αυτού, ιδίων προδιαγραφών, αποτελούμενο από 101 νέες μονάδες διαμονής (50 οικογενειακές και 51 δίκλινες), τις οποίες επρόκειτο να κατασκευάσει σε παρακείμενο χώρο, ούτως ώστε μαζί με τις προηγούμενες, να αποτελέσουν ένα ενιαίο συγκρότημα 275 μονάδων διαμονής.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι η εκμισθώτρια υπεχρεούτο να διαθέσει ακόμη 4-5 διαμερίσματα με τέσσερα χωριστά δωμάτια το καθένα ή 20 δωμάτια αυτόνομα, 15 τ.μ. το καθένα, για τα οποία δεν θα ελάμβανε μίσθωμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια για τη διαμονή των εργαζομένων της. Η πρώτη φάση της παράδοσης του ξενοδοχείου (την 1-3-2004) περιελάμβανε, εκτός από τις προαναφερόμενες 174 μονάδες διαμονής με τον πλήρη εξοπλισμό τους (έπιπλα, τηλέφωνο, δορυφορική τηλεόραση, μίνι ψυγείο, θέρμανση/κλιματισμό, θυρίδα τιμαλφών κ.λπ.) και τους συμφωνηθέντες κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις με τον εξοπλισμό αυτών (χώρο υποδοχής, χώρο early check in-out, κεντρικό εστιατόριο, χώρο εστιατορίου για παιδιά, μπουφέ σερβιρίσματος, πισίνα δραστηριοτήτων με τουαλέτες και ντουζιέρες, πισίνα ανάπαυσης, πισίνα για παιδιά, βεράντες με πολυθρόνες και ομπρέλες, σνακ μπαρ/μπαρ στην κεντρική πισίνα, μπαρ πλήρως εξοπλισμένο με 150 καρέκλες και 40 τραπέζια, μπαρ στο χώρο με τις αθλοπαιδιές, δωμάτιο του tour operator/αίθουσα συσκέψεων, δωμάτιο παιχνιδιών για ενήλικες, internet corner, αμφιθέατρο, ντισκοτέκ, καταστήματα προορισμένα για χρήση ιατρείου, μίνι μάρκετ, κομμωτηρίου, περιπτέρου και πώλησης αναμνηστικών, σύστημα βιολογικού καθαρισμού κ.λπ.).
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για μεν τα 174 δωμάτια με την κεντρική μονάδα, τους κοινόχρηστους χώρους τους, τις πισίνες, τα γήπεδα τένις και τις λοιπές εγκαταστάσεις από 1-3-2004 έως 30-11-2004 για δε τα νέα 101 δωμάτια από 1-3-2005 έως 30-11-2011. Το μίσθωμα καθορίσθηκε σε 3.850 ευρώ ετησίως ανά μονάδα διαμονής, δηλαδή, για το πρώτο έτος της μίσθωσης (από 1-3-2004 έως 28-2-2005), το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 669.900 ευρώ ενώ για το δεύτερο έτος της μίσθωσης, οπότε θα είχαν παραδοθεί και τα 101 επιπλέον δωμάτια, όπως και για τα επόμενα έτη, καθορίσθηκε στο ποσό των 1.058.750 ευρώ, εφόσον δε κατασκευάζονταν περισσότερες μονάδες διαμονής, το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα αυξανόταν ανάλογα.
Η καταβολή του ετήσιου μισθώματος συμφωνήθηκε να γίνεται σε τρεις δόσεις και συγκεκριμένα, στις 20-1, στις 20-5 και στις 20-8 κάθε έτους. Σε εκτέλεση σχετικού όρου της σύμβασης, η μισθώτρια κατέβαλε στην εκμισθώτρια, ως προκαταβολή μισθωμάτων, στις 5-8-2003, 1.000.000 ευρώ και στις 30-8-2004, 490.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά συμφωνήθηκε ότι θα συμψήφιζε η μισθώτρια στις μελλοντικές καταβολές των μισθωμάτων, ούτως ώστε καθεμιά από τις τρεις δόσεις του ετήσιου μισθώματος να είναι μειωμένη κατά το 1/3 του 1/8ου των 1.000.000 ευρώ αρχικά και κατά το 1/3 του 1/7ου των 1.490.000 ευρώ προοδευτικά στη συνέχεια.
Ορίσθηκε επίσης, ότι η μισθώτρια θα εδικαιούτο να λαμβάνει τόκους επί των προαναφερομένων ποσών των προκαταβολών, υπολογιζόμενους στο εκάστοτε αναπόσβεστο υπόλοιπο αυτών, με ετήσιο επιτόκιο 7%, τους οποίους θα αφαιρούσε από τη δόση του μισθώματος της 20ης Μαΐου κάθε έτους. Έτσι, το μίσθωμα, μετά την κατά τα ανωτέρω μερική απόσβεσή του με το συμψηφισμό του αντίστοιχου μέρους των προκαταβολών, ορίσθηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος σε 181.630 ευρώ για τη δόση της 20-1-2004, σε 181.630 ευρώ μείον τους παραχθέντες τόκους και τους τυχόν φόρους που τους αναλογούν για τη δόση της 20-5-2004 και σε 181.640 ευρώ για τη δόση της 20-8-2004 και για το δεύτερο και τα επόμενα μισθωτικά έτη, σε 287.910 ευρώ για τη δόση της 20-1, σε 287.910 ευρώ μείον τους παραχθέντες τόκους και τους τυχόν φόρους που τους αναλογούν για τη δόση της 20-5 και σε 287.930 ευρώ για τη δόση της 20-8.
Με τη σύμβαση, η εκμισθώτρια ανέλαβε την επιπρόσθετη υποχρέωση να χορηγήσει στη μισθώτρια όλα τα έγγραφα που αφορούν την τήρηση των πολεοδομικών, τεχνικών κ.λπ. διατάξεων για τη νόμιμη ανέγερση του ξενοδοχείου με τις προδιαγραφές που ορίζονται στη σύμβαση. Συμφωνήθηκε επίσης, ότι η διαδικασία και οι δαπάνες έναρξης της λειτουργίας του ξενοδοχείου στο όνομα της μισθώτριας, καθώς και η μέριμνα και οι δαπάνες έκδοσης σήματος λειτουργίας του Ε.Ο.Τ.
βαρύνουν τη μισθώτρια, εφόσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις νομιμότητας ανέγερσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, περιοριζομένης της υποχρέωσης της εκμισθώτριας στη συνδρομή της, οποτεδήποτε αυτή απαιτηθεί από την ιδιότητά της ως κυρίας και κατασκευάστριας του ξενοδοχείου και ότι σε περίπτωση ενδεχόμενων παραβάσεων πολεοδομικών και άλλης φύσεως κανόνων που τίθενται από άλλες υπηρεσίες (π.χ.
Ε.Ο.Τ.), θα ευθύνεται η εκμισθώτρια για την άρση κάθε παράβασης ή για την πληρωμή των σχετικών προστίμων, τις οποίες οφείλει να διενεργήσει άμεσα. Όσον αφορά τον τρόπο και τη διαδικασία παράδοσης του ξενοδοχείου, συμφωνήθηκε με το άρθρο 1 της σύμβασης, ότι θα υπογραφεί κατ’ αυτήν ένα πρωτόκολλο παράδοσης, το οποίο θα συμπεριλάβει και έναν κατάλογο με την απογραφή όλου του εξοπλισμού και στο οποίο θα αναφέρονται τα περιεχόμενα και η κατάσταση του μισθίου, ότι η μισθώτρια δικαιούται πριν την υπογραφή του πρωτοκόλλου να διενεργήσει ένα τελικό έλεγχο του μίσθιου εντός πέντε ημερών από την έγγραφη πρόσκληση της εκμισθώτριας για το σκοπό αυτό, η οποία θα πρέπει να κοινοποιηθεί στη μισθώτρια το αργότερο μέχρι την 1-3-2004, ότι σε περίπτωση που υπάρχουν παρεκκλίσεις από τις προδιαγραφές που ορίζονται στη σύμβαση ή κακοτεχνίες ή ελλείψεις, η εκμισθώτρια οφείλει να τις επισκευάσει εντός 15 ημερών και ότι εφόσον έχουν τηρηθεί όλες οι προδιαγραφές και η περιγραφή του μίσθιου ανταποκρίνεται στους όρους της σύμβασης, θα υποχρεούνται τα συμβαλλόμενα μέρη να υπογράψουν το πρωτόκολλο και τον κατάλογο απογραφής, τα οποία θα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.
Συμφωνήθηκε επίσης, με το ίδιο ως άνω άρθρο, ότι σε περίπτωση που δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες ή συμφωνηθείσες προδιαγραφές ή εάν υπάρχουν κακοτεχνίες ή ελλείψεις κι εάν οι οιεσδήποτε επισκευές δεν είναι δυνατό να διενεργηθούν μέχρι και πριν την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου, δηλαδή μέχρι την 20-3-2004, το πρωτόκολλο δεν θα είναι δυνατό να υπογραφεί και η μισθώτρια θα δικαιούται να καταγγείλει άμεσα τη μίσθωση, θα εκπίπτει η ποινική ρήτρα που ορίζεται στο άρθρο 15 και δεν αποκλείεται η γένεση ευθύνης της εκμισθώτριάς προς αποζημίωση της μισθώτριας για ενδεχόμενη περαιτέρω ζημία της.
Ή ως άνω προβλεφθείσα ποινική ρήτρα αφορά κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15, ποινή 500.000 ευρώ, η οποία συμφωνήθηκε ότι θα καταπίπτει και σε κάθε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης λόγω μη εκπλήρωσης από το αντισυμβαλλόμενο μέρος ενός ή περισσοτέρων υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση. Το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας προβλέφθηκε στο άρθρο 14 της σύμβασης μεταξύ άλλων και στις εξής περιπτώσεις:
α) Εάν η εκμισθώτρια καθυστερεί να παραδώσει το ξενοδοχείο πλήρως ή παρουσιάζει αυτό κακοτεχνίες ή παρεκκλίσεις από τις οριζόμενες στο άρθρο 1 προδιαγραφές, ώστε να μη μπορεί να τεθεί σε λειτουργία την 20-3-2004, περίπτωση η οποία ισχύει και για την παράδοση των επιπλέον 101 μονάδων διαμονής που θα παρεδίδοντο κατά το δεύτερο έτος της μίσθωσης.
β) Εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εκπληρώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα ουσιωδώς τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει από τη σύμβαση και η μη εκπλήρωση αυτή διαρκεί για άλλες 30 ημέρες μετά τη γνωστοποίηση στο αντισυμβαλλόμενο μέρος σχετικής έγγραφης όχλησης, ενώ το αντισυμβαλλόμενο μέρος δεν κάνει τίποτα από αυτά που θα μπορούσε για να επανορθώσει αυτή την κατάσταση.
Άλλη κύρωση σε βάρος της εκμισθώτριας ήταν η προβλεφθείσα με το άρθρο 3 της σύμβασης, με το οποίο ορίσθηκε ότι το ποσό της πρώτης προκαταβολής ύψους 1.000.000 ευρώ θα οφείλει αυτή να επιστρέψει άμεσα και ολόκληρο προσαυξημένο με τόκο ύψους 7% ετησίως, εάν δεν παραδώσει εγκαίρως αποπερατωμένο το ξενοδοχείο και σε πλήρη λειτουργία και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιγράφονται επακριβώς στο άρθρο 1 της σύμβασης και σε κάθε περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 1, ώστε από υπαιτιότητά της να μην είναι δυνατή η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης και ότι εάν η εκμισθώτρια δεν παρέδιδε εγκαίρως τα επιπλέον 101 δωμάτια σε πλήρη λειτουργία και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιγράφονται επακριβώς στο άρθρο 1 της σύμβασης και σε κάθε περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 1, ώστε από υπαιτιότητά της να μην είναι δυνατή η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης, θα οφείλεται πίσω άμεσα το συνολικό ποσό της προκαταβολής ύψους 1.490.000 ευρώ, προσαυξημένο με τόκο ύψους 7% ετησίως, στο μέτρο που αυτή δεν θα έχει αποσβεσθεί μέσω του προαναφερόμενου συμψηφισμού της με τα μισθώματα.
Να σημειωθεί εδώ ότι τα ποσά των προκαταβολών (1.000.000 ευρώ και 490.000 ευρώ) συμφωνήθηκε ότι στο μέτρο που δεν θα έχουν αποσβεσθεί, θα παραμείνουν στην εκμισθώτρια ως ποινή, εάν η μισθώτρια αποχωρήσει αναιτίως ή λήξει πρόωρα η σύμβαση λόγω υπαιτιότητάς της ή για λόγους που αφορούν την ίδια, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ανωτέρας βίας.
Άλλη συνέπεια της καθυστέρησης παράδοσης του μίσθιου σε βάρος της εκμισθώτριας ήταν και η προβλεφθείσα με το ίδιο ως άνω άρθρο 15 της σύμβασης, κατά το οποίο σε περίπτωση τέτοιας καθυστέρησης ή μη εκπλήρωσης μιας ή περισσοτέρων υποχρεώσεων της εκμισθώτριας ως προς την κατασκευή του ξενοδοχείου και την προσάρτηση του εξοπλισμού του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 1 της σύμβασης, μέχρι την 1-3-2004 για το πρώτο τμήμα ή την 1-3-2005 για το δεύτερο τμήμα, πλην των τυχόν επισκευών μετά τη διενέργεια του τελικού ελέγχου κατά το άρθρο 1, θα κατέπιπτε σε βάρος της εκμισθώτριας ποινή ύψους 250.000 ευρώ πληρωτέα την 1-4-2004 ή την 1-4-2005 αντίστοιχα...
Αμέσως μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης, η εκμισθώτρια συνέχισε τις εργασίες για την αποπεράτωση 174 μονάδων διαμονής με τους κοινόχρηστους χώρους και τις λοιπές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου που είχαν ορισθεί να παραδοθούν μέχρι την 1-3-2004. Οι εργασίες αυτές μάλιστα εκτελούνταν υπό τα όμματα των εντεταλμένων συνεργατών της μισθώτριας, οι οποίοι παρίσταντο συνεχώς στο χώρο του μίσθιου και επέβλεπαν καθημερινά την πρόοδό τους και τον τρόπο εκτέλεσής τους.
Όμως, τον Οκτώβριο του έτους 2004, οπότε η εκμισθώτρια είχε ολοκληρώσει ήδη τις εκσκαφές που απαιτούνταν για την κατασκευή των κολυμβητικών δεξαμενών του ξενοδοχείου στις θέσεις που προβλέπονταν από τα εγκεκριμένα κατασκευαστικά σχέδια, τα οποία απετέλεσαν περιεχόμενο του μισθωτηρίου και είχε αρχίσει η σκυροδέτησή τους, η μισθώτρια ζήτησε να κατασκευασθούν αυτές σε διαφορετικό μέρος, πιο κεντρικό, πράγμα που θα εξυπηρετούσε καλύτερα τη χρηστικότητά τους.
Η εκμισθώτρια συμφώνησε στη μεταβολή αυτή της χωροθέτησης των κολυμβητικών δεξαμενών, παρότι ο νέος χώρος που της υποδείχθηκε ήταν βραχώδης και με μεγάλες υψομετρικές διαφορές, επιπλέον δε περνούσαν απ’ αυτόν σωλήνες ύδρευσης του Δήμου, οι οποίοι έπρεπε να μετακινηθούν. Για τη μεταβολή αυτή απαιτήθηκε εκβραχισμός με ειδικά μηχανήματα και μετάθεση των σωληνώσεων του Δήμου, η οποία πραγματοποιήθηκε με δαπάνες της εκμισθώτριας, προς αποφυγή εμπλοκής του Δήμου, ο οποίος θα καθυστερούσε, αφού επιπλέον θα έπρεπε να λάβει προηγουμένως και την απαιτούμενη έγκριση από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Να σημειωθεί εδώ, ότι στον αρχικό χώρο που είχαν ήδη ολοκληρωθεί οι εκσκαφές, η εκμισθώτρια ανήγειρε υπόγειες αποθήκες συνολικού εμβαδού 500 τ.μ. περίπου, ενώ το χώρο πάνω από αυτές διαμόρφωσε σε προαύλιο χώρο του BAR και του εστιατορίου. Περαιτέρω, περί τα τέλη Νοεμβρίου 2003, η μισθώτρια ζήτησε από την εκμισθώτρια να αλλάξει την εσωτερική διαρρύθμιση σε 116 μονάδες διαμονής (οικογενειακά δωμάτια).
Τα διαμερίσματα αυτά είχαν κατασκευασθεί ήδη με βάση τις προδιαγραφές της μισθωτικής σύμβασης και τα εγκεκριμένα πολεοδομικά σχέδια κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούνται από δύο ξεχωριστούς ανισόπεδους χώρους, οι οποίοι βρίσκονταν μεταξύ τους σε οπτική επαφή, χωρίζονταν από ειδικό κάγκελο και συνδέονταν με μικρή κλίμακα.
Η μισθώτρια ζήτησε να διαιρεθούν οι δύο αυτοί χώροι σε δύο αυτοτελή δωμάτια, τα οποία θα χωρίζονταν μεταξύ τους με τοίχο και θα επικοινωνούσαν με μεσόπορτα. Για την αλλαγή αυτή η εκμισθώτρια έπρεπε να κατασκευάσει 116 διαχωριστικούς τοίχους από ενισχυμένη γυψοσανίδα με ηχομόνωση, να ανοίξει νέα παράθυρα σε 39 δωμάτια, ο φωτισμός των οποίων λόγω της κατασκευής του τοίχου θα ήταν ανεπαρκής, να τοποθετήσει μεσόπορτα στους 116 διαχωριστικούς τοίχους και φεγγίτη με τζάμι αμμοβολής στα νέα παράθυρα, να αντικαταστήσει και να ανακατασκευάσει τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και των 116 δωματίων, ώστε να είναι συμβατές με τη νέα διαρρύθμιση του χώρου, να κάνει μετατροπές στις υδραυλικές εγκαταστάσεις λόγω της αλλαγής των χώρων και της εγκατάστασης επιπλέον κλιματιστικών, να αγοράσει και εγκαταστήσει 102 νέα κλιματιστικά μηχανήματα, να χρωματίσει τους 116 νέους τοίχους και να κατασκευάσει σοβατεπί σ’ αυτούς.
Κατά τον ίδιο τρόπο, παρότι με βάση το μισθωτήριο, από το κεντρικό εστιατόριο θα παρεδίδετο την 1-3-2004 ένα τμήμα 260 τ.μ. και την 1-3-2005, το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 151 τ.μ., η εκμισθώτρια, προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα που διείδε ότι θα επέφερε η τμηματική παράδοση του εστιατορίου, μετά από συνεννόηση και συμφωνία της με τη μισθώτρια, προχώρησε εξ αρχής στην κατασκευή όλων των προβλεπόμενων χώρων εστίασης, και μάλιστα μεγαλύτερης έκτασης από την προβλεπόμενη από τη σύμβαση κατά 213 τ.μ.
Φυσικό επακόλουθο της εκτέλεσης των προαναφερόμενων πρόσθετων εργασιών, τις οποίες μάλιστα συμφώνησε να πραγματοποιήσει η εκμισθώτρια χωρίς να αναφέρει τίποτα στη μισθώτρια περί καταβολής ανταλλάγματος ή επίρριψης σ’ αυτήν του κόστους τους, ήταν ότι αυτές θα επέφεραν καθυστέρηση στην παράδοση του μίσθιου για όσο χρόνο απαιτείτο για την ολοκλήρωσή τους, πράγμα το οποίο αυτονοήτως, αποδέχθηκε σιωπηρά η μισθώτρια.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρξε κενό στη σχετική συμφωνία των διαδίκων, αυτό πρέπει να συμπληρωθεί σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, υπέρ της ερμηνείας για παράταση της προθεσμίας παράδοσης του μίσθιου για όσο χρόνο απαιτείτο κατ’ εύλογη κρίση, για την εκτέλεση των παραπάνω πρόσθετων εργασιών...
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η μισθώτρια, παρότι παρέλαβε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το μίσθιο ξενοδοχειακό συγκρότημα και κατά τις δύο φάσεις παράδοσής του και μάλιστα εκμεταλλεύθηκε αυτό επί δύο σχεδόν τουριστικές περιόδους (έτη 2004, 2005) μέχρι την άσκηση της ως άνω δεύτερης κατά σειρά αγωγής, δεν συνέπραξε στην κατάρτιση των αντίστοιχων πρωτοκόλλων παράδοσης - παραλαβής, όπως είχε συμφωνηθεί με το μισθωτήριο, αν και προσκλήθηκε προς τούτο από την αντίδικό της.
Το πρωτόκολλο αυτό όμως, το οποίο θα περιελάμβανε κατάλογο με την απογραφή όλου του εξοπλισμού και την αναφορά του περιεχομένου και της κατάστασης του μίσθιου με βάση τη σύμβαση, έπρεπε να υπογραφεί κατά την παράδοση του ξενοδοχείου στη μισθώτρια. Δεν προβλέπεται επομένως στο μισθωτήριο περίπτωση υπογραφής πρωτοκόλλου σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του ξενοδοχείου, ώστε να υφίσταται διαρκής υποχρέωση των συμβαλλομένων για την κατάρτισή του και τούτο είναι εύλογο, αφού ο σκοπός απόκτησης αποδεικτικού μέσου για το χρόνο, το είδος και την κατάσταση των αντικειμένων που παραλήφθηκαν, τον οποίο εξυπηρετεί η σύνταξη του πρωτοκόλλου, αναιρείται όταν αυτό καταρτίζεται σε χρόνο διαφορετικό από αυτόν στον οποίο έγινε η πραγματική παράδοση των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται.
Είναι πρόδηλο επομένως, ότι μεταξύ των λόγων καταγγελίας της σύμβασης που αναφέρονται στα άρθρα 14 παρ. 3 περ. α’ και 15 αυτής, τα οποία επικαλείται η ενάγουσα, δεν περιλαμβάνεται και η μετά την ολοκλήρωση της παραλαβής του μίσθιου άρνηση της μισθώτριας να συμπράξει στην κατάρτιση του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής.
Τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο της πρώτης εκ των ως άνω διατάξεων (στους όρους της οποίας παραπέμπει και η δεύτερη) όπου γίνεται λόγος για μη εκπλήρωση από το συμβαλλόμενο μέρος για μεγάλο χρονικό διάστημα ουσιωδώς των συμβατικών του υποχρεώσεων, πράγμα που δεν δύναται να συμβεί επί μη υπογραφής του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, αφού αυτό καταρτίζεται σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και επομένως η παράλειψη σύμπραξης στην κατάρτισή του συντελείται άπαξ.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία της σύμβασης, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των λόγων καταγγελίας, δεν θα ήταν σύμφωνη ούτε με τις αρχές της καλής πίστης, η οποία επιβάλλει τη σαφή οριοθέτηση των δυνατοτήτων μονομερούς λύσης της σύμβασης, ώστε να μην καθίσταται αβέβαιη η τύχη της για το αντισυμβαλλόμενο μέρος.
Υπό τις άνω παραδοχές, στην προκειμένη περίπτωση, η μη σύμπραξη της μισθώτριας στην κατάρτιση του πρωτοκόλλου δεν μπορεί να συγκροτήσει ούτε την έννοια του σπουδαίου λόγου για να δικαιολογήσει την καταγγελία της σύμβασης, διότι θεωρούμενη αντικειμενικά κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δεν καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της σύμβασης για την εκμισθώτρια.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η επίμαχη καταγγελία, η οποία έλαβε χώρα στις 10-8-2005, με την επίδοση της δεύτερης ως άνω αγωγής, χωρίς να συντρέχει γι’ αυτήν νόμιμος λόγος, δεν ήταν ισχυρή και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης ούτε τις συνέπειες της κατάπτωσης της ποινής των 500.000 ευρώ και του αναπόσβεστου μέχρι τότε κεφαλαίου της προκαταβολής των 1.490.000 ευρώ, οι οποίες είχαν προβλεφθεί από τη σύμβαση για τις περιπτώσεις λύσης αυτής εξ υπαιτιότητας της μισθώτριας, όπως παραπάνω ειδικότερα αναφέρεται...".
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, ούτε εκ πλαγίου αναφορικά με το χρόνο της υπογραφής του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, του μισθίου και της μη υπάρξεως συναφούς λόγου καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως από τα άρθρα 14 παρ. 3 περ.
α’ και 15 της συμβάσεως, λόγω αρνήσεως της μισθώτριας να συμπράξει στην κατάρτιση του εν λόγω πρωτοκόλλου. Τούτο δε, διότι, το δικαστήριο ορθώς αναφέρει το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συνταχθεί το εν λόγω πρωτόκολλο με τον κατάλογο - απογραφή του ξενοδοχειακού εξοπλισμού και τις συνέπειες της μη τηρήσεως των νόμιμων και συμφωνηθεισών προδιαγραφών, επισκευών, της υπάρξεως ελλείψεων και κακοτεχνιών και της μη διενεργείας αυτών στο μίσθιο, εκ μέρους της εκμισθώτριας, μέχρι την 20-3-2004.
Ότι λόγω αυτών, παρείχετο στη μισθώτρια το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως, της κατάπτωσης της ποινής των 500.000 ευρώ και της αποκαταστάσεως ενδεχόμενης περαιτέρω ζημίας της. Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υπήρχε συμβατικός όρος για μεταγενέστερη υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, ούτε περί του δικαιώματος της εκμισθώτριας να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση μη υπογραφής του πρωτοκόλλου εκ μέρους της μισθώτριας.
Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται να διατυπώνεται ρητώς στην απόφαση ότι υπάρχει ασάφεια ή κενό στη δικαιοπραξία, προκειμένου να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι "αν ήθελε θεωρηθεί ότι η απόφαση δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως, τότε υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19..", αντιφάσκει με τον προεκτεθέντα λόγο της αναιρέσεως (διότι το δικαστήριο ή ερμήνευσε ή δεν ερμήνευσε τη σύμβαση κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και εκ τούτου είναι απορριπτέα.
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί καταγγελίας και μη της συμβάσεως τις οποίες δεν παραβίασε, ο δε δεύτερος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, 714 ΑΚ, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα και 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η εντολή είναι σύμβαση διαρκής, συναινετική, αιτιώδης και ετεροβαρής (ως δημιουργούσα μονομερή, μόνο σε βάρος του εντολοδόχου, κύρια υποχρέωση παροχής). Παράλληλα προς τη διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 730 επ.), ανήκει συστηματικά στην κατηγορία των σχέσεων με περιεχόμενο την παροχή υπηρεσιών ή την επιμέλεια (διεξαγωγή) ξένων υποθέσεων, όπως οι συμβάσεις εργασίας, έργου, μεσιτείας, παρακαταθήκης κ.λπ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε τα εξής, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την αιτούμενη επιδίκαση στην ενάγουσα εκμισθώτρια - αναιρεσείουσα, του ποσού των 203.050,85 ευρώ: "...Απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει και το αίτημα της τρίτης εκ των ως άνω αγωγών, με το οποίο η ενάγουσα - εκμισθώτρια ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να της καταβάλουν το ποσό των 203.050,85 ευρώ, στο οποίο ανήλθε, όπως ισχυρίζεται, το κόστος εκτέλεσης των προαναφερόμενων πρόσθετων εργασιών για την τροποποίηση της διαρρύθμισης των 116 οικογενειακών δωματίων της πρώτης φάσης παράδοσης του μίσθιου.
Όπως προαναφέρεται, για τις παραπάνω εργασίες δεν υπήρξε συμφωνία καταβολής ανταλλάγματος από τη μισθώτρια, δεδομένου άλλωστε ότι αυτές εκτελέσθηκαν από την εκμισθώτρια προς εκπλήρωση της υποχρέωσής της να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση. Συγκεκριμένα, η εκμισθώτρια, στα πλαίσια της μέχρι τότε καλής συνεργασίας της με τη μισθώτρια, συναίνεσε στην πρότασή της να τροποποιηθεί κατά τα ως άνω η προβλεφθείσα από τα αρχικά κατασκευαστικά σχέδια διαρρύθμιση των δωματίων, προκειμένου αυτά να καταστούν περισσότερο λειτουργικά, σύμφωνα και με τις επιθυμίες της τουριστικής διοργανώτριας γερμανικής εταιρείας "..." και στη συνέχεια, πραγματοποίησε τις παραπάνω αλλαγές, ώστε να παραδώσει το μίσθιο με βάση αυτές, δηλαδή στην κατάσταση που μεταγενέστερα συμφωνήθηκε.
Υπό τις άνω παραδοχές, η εν λόγω αγωγική αξίωση δεν μπορεί να στηριχθεί, όπως ήδη αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, στο άρθρο 682 του ΑΚ, κατά το οποίο, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή, αυτή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, διότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε ανάθεση εκτέλεσης κάποιου έργου ούτε η ενάγουσα λειτούργησε ως εργολάβος, πράγμα άλλωστε που αν συνέβαινε, θα ήταν ασύνηθες, αφού το έργο εκτελέσθηκε επί δικού της ακινήτου και προς όφελός του.
Περαιτέρω, η τροποποίηση της διαρρύθμισης των δωματίων από την ενάγουσα δεν έγινε, όπως ήδη αυτή επικουρικώς ισχυρίζεται, στα πλαίσια σύμβασης εντολής (άρθρο 713 ΑΚ), ώστε να δικαιούται να αναζητήσει τις δαπάνες για την εκτέλεσή της από την εντολέα της - εναγόμενη σύμφωνα με το άρθρο 722 του ΑΚ, αφού εν προκειμένω, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι καταρτίσθηκε τέτοια σύμβαση, κυρίως διότι η υπόθεση που διεξήγαγε η ενάγουσα ήταν δική της, αφορώσα την εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης που είχε ως εκμισθώτρια να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που συμφωνήθηκε".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την κρίση του περί του μη νομίμου της αξιώσεως της ενάγουσας για την επιδίκαση του παραπάνω ποσού κατά τις διατάξεις της συμβάσεως έργου ή της εντολής, χωρίς να είναι ανάγκη, για την πληρότητά της, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Εξ άλλου, η συναίνεση της εκμισθώτριας για τη διαρρύθμιση των διαμερισμάτων, προκειμένου να παραδώσει το μίσθιο στη μισθώτρια κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, δεν συνεπάγεται και συμφωνία για την καταβολή εκ μέρους της τελευταίας, ανταλλάγματος για τις δαπάνες των εργασιών των διαρρυθμίσεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως.
Τέτοια άλλωστε συμφωνία δεν υπήρξε. Επίσης δεν προκύπτει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς το ανωτέρω ζήτημα και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με το δεύτερο και τρίτο μέρος του ίδιου λόγου της αναιρέσεως.
Τέλος ορθώς το δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί εντολής διατάξεις του ΑΚ (713 επ.) και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν προσέφυγε, καθότι δεν έκρινε αναγκαίο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω οι: τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που κατατέθηκαν για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ), οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξ. αρ. καταθ. 24/2013 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 39/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ