Legislator Case Law & Legislation
875/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for failure to read documents to defendant at trial.

Case Number 875/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn her criminal conviction, ruling that the lower court's failure to read specific documents to her during the trial did not constitute absolute invalidity. The court found that the appellant did not request the opportunity to comment on these documents after they were read, and the trial judge was not legally obligated to create such an opportunity on her own. Consequently, the court held that the appellant's rights under the European Convention on Human Rights were not violated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 358, 510 para. 1 item A of the Code of Criminal Procedure; The failure of the court to read a document to the accused during trial does not constitute absolute invalidity if the accused did not request the opportunity to comment on it and the court was not legally obligated to provide it sua sponte.

Keywords

AI generated
absolute invalidity right to comment criminal procedure European Convention fair trial rights court duty appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 473 para. 2, 474 para. 2 of the Code of Criminal Procedure
Articles 473 para. 1 and 3, 474 para. 1 and 2, 510 para. 1 item A of the Code of Criminal Procedure
Articles 329, 331, 333 para. 2, 358, 364 para. 1 and 369 of the Code of Criminal Procedure
Article 171 para. 1 item d of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 6 para. 1 of the European Convention on Human Rights

Cited Case Law

AI generated
Case 65/2015 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 875/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,(κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8.4.2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βαλσάμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Κωνσταντίνας Τσοκάνη, η οποία ορίστηκε με την με αριθμό 55/2016 πράξη της προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6320/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2016.

Αφού άκουσε

την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 3.2.2016 (υπ’ αριθμό γεν. πρωτ. 827/2016) αίτηση αναιρέσεως, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3.2.2016 για αναίρεση της υπ’ αριθμό 6320/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ.2, 474 παρ.2), και ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, (άρθρα 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ , Γ’ Κ.Ποιν.Δ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των αρ. 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.

δ’ Κ.Ποιν.Δ.), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Περίπτωση, τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος, ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ’ αυτό. (ΑΠ 1089/2015, 123/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6320/2015 απόφαση και τα ενσωματωμένα σ’ αυτήν πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, είναι και τα ακόλουθα: "α) από 25.6.2009 ένορκη κατάθεση μάρτυρα, β) βεβαίωση του επιμορφωτικού συλλόγου "...", γ) σημειώσεις χειρόγραφες, δ) σημειώσεις χειρόγραφες, ε) το με αριθμό πρωτ. .../1.7.2011, στ) το από 30.4.2008 σημείωμα, ζ) επιστολή Β.

Α., η) τα με ημερομηνία 20.6.2008 και 6.5.2008, αντίστοιχα, ιατρικά σημειώματα και θ) το ξενόγλωσσο έγγραφο υπό τον τίτλο "IMPERIAL SOCIETY OF TEACHERS OF DANCING". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, καθώς και της μοναδικότητάς τους, μάλιστα τα αναφερόμενα στην παρούσα υπ’ στοιχεία α), ε), στ) και η) (δύο έγγραφα) προσδιορίζονται και με την ημερομηνία σύνταξής τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (δηλ.

ημερομηνία συντάξεως, περιεχόμενο εκάστου, αναφορά του εκδότη τους κλπ), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και στην αναιρεσείουσα και στο συνήγορό της, οπότε αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, ενώ είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Όσον αφορά δε στο προαναφερθέν ξενόγλωσσο έγγραφο που αναγνώσθηκε, η κατηγορουμένη έλαβε γνώση του περιεχομένου του και κατανοούσε αυτό, αφού η ίδια προδήλως το προσκόμισε, ως αφορών πιστοποίηση σπουδών της στον χορό σε ίδρυμα του εξωτερικού, σε κάθε δε περίπτωση το έγγραφο αυτό ως μη έχον σχέση με την τέλεση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, δεν επέδρασε στην κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής της.

Ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα συνιστάμενη αφενός στο ότι δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών και το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία (πρώτος λόγος) και αφετέρου στο ότι ανεγνώσθη ξενόγλωσσο έγγραφο που επίσης ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να βεβαιώνεται στο πρακτικό ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ή ο συνήγορος της ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο του (τέταρτος λόγος), είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.

ΙΙΙ. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο, στήριξε την περί ενοχής, καθώς και περί επιβολής της ποινής κρίση του στην καταγγελία της ιδίας τον Ιούλιο 2008 στο Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) (έγγραφο, στο οποίο μάλιστα κάνει ειδική μνεία και αναφορά), το οποίο, όμως, δεν αναγνώσθηκε ούτε αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναγνώσθηκε, η μνεία δε του εγγράφου αυτού από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι δεν αναγνώστηκε, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού πέραν του ότι αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση, το περιεχόμενό του προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο με αριθμό πρωτ. ΕΜΠ .../1.7.2011 (σελ. 20, 5ος στοίχος) και έτσι δόθηκε στην κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της και να προβεί στις παρατηρήσεις της, και επομένως δεν στερήθηκε κανένα υπερασπιστικό της δικαίωμα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Γ’ (παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας) Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ.) πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και, επίσης, όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ.

δ’ της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν εναντιώθηκαν σχετικά. (ΑΠ 225/2013) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή της αναιρεσείουσας είναι και οι από 12.1.2009 και 25.6.2009 ένορκες καταθέσεις μαρτύρων Σ.

Α. και Β. Γ., αντιστοίχως, χωρίς, όμως η κατηγορουμένη ή ο συνήγορος της να εναντιωθούν στην ανάγνωση αυτών. Επομένως, από την ανάγνωση των καταθέσεων των ανωτέρω, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτών στο ακροατήριο, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα και ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του Κ.Ποιν.Δ., μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν.

Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ` του Κ.Ποιν.Δ., ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα. (ΑΠ 65/2015) Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία ούτε διορθώθηκαν ούτε προσβλήθηκαν για πλαστότητα, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της ποινικής κατηγορίας κατ’ έφεση με κατηγορουμένη την αναιρεσείουσα, εξετάσθηκαν, η πολιτικώς ενάγουσα, πέντε μάρτυρες κατηγορίας, ένας μάρτυρας υπεράσπισης, αναγνώσθηκαν, μία ένορκη κατάθεση μάρτυρα από τα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως, καθώς και έτερη ένορκη κατάθεση μάρτυρα, αναγνώσθηκαν επίσης χωρίς αντίρρηση της κατηγορουμένης τριάντα εννέα (39) έγγραφα του κατηγορητηρίου, οκτώ (8) έγγραφα κατά πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας της πρωτοδίκου δίκης και δέκα (10) έγγραφα που προσκομίσθηκαν προς ανάγνωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης.

Η τελευταία, που παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν ζήτησε τον λόγο ούτε αυτή ούτε ο συνήγορός της από την διευθύνουσα τη συζήτηση στο ακροατήριο, για να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματά της, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και μετά την ανάγνωση κάθε εγγράφου. Επομένως, αφού δεν υπήρχε από το νόμο υποχρέωση της ως άνω διευθύνουσας τη συζήτηση να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή αυτεπάγγελτα εκ μέρους της, χωρίς αίτημα το λόγο μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου σε αυτήν, αφού η επικαλούμενη ακυρότητα - λόγω του ότι δεν της δόθηκε ο λόγος μετά από την ανάγνωση κάθε εγγράφου - δεν οφείλεται σε παράλειψη υποχρεώσεως του δικαστηρίου και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ Κ.Ποιν.Δ. πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης εφόσον, η διευθύνουσα τη συζήτηση, δεν παρέλειψε υποχρέωσή της που απέρρεε από το νόμο, αλλά τον λόγο μπορούσε να λάβει η κατηγορουμένη μετά από αίτημά της, και σε περίπτωση μη αποδοχής του αιτήματός της, χορηγείτο σε αυτήν το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για να αποφασίσει επί του αιτήματος αυτού, δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα που της παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά δικαιώματα, ούτε παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του Κ.Ποιν.Δ., αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει την υπ’ αρ. πρωτ. 827/2016 αίτηση της Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ` αριθ. 6320/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ