Supreme Court dismisses appeal in tenancy dispute where lower court wrongly admitted witness testimony over written contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against a first-instance judgment in a tenancy dispute. The tenants argued that the lower court erred by admitting witness testimony to prove a deposit exceeding the contract amount, despite the lease explicitly requiring written modifications. The court ruled that the lower court violated procedural rules by allowing oral evidence when the law mandates written proof for such changes in tenancy cases. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4), 576(2) of the Code of Civil Procedure; In tenancy disputes, witness testimony is admissible only to prove contracts exceeding statutory limits or supplementary agreements, not to contradict explicit written clauses requiring written modification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 875 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 875/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Φ. του Σ., 2) Α. χας Μ. Φ., το γένος Σ. Φ., 3) Σ. Φ. του Μ. και 4) Μ. Φ. του Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Κόκκινο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 914/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 30-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 12-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης 26/2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 914/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7460Δ'/24-3-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., κάτω από την οποία υπάρχει καταχωρημένη απόδειξη παραδόσεως εγγράφου στο Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου και βεβαίωση ταχυδρομικής αποστολής εγγράφου από το Ταχυδρομικό Πρακτορείο Ομόνοιας, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι τελευταίοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως, επέδωσαν στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της και κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβιάσεως της από τα άρθρα 111 παρ. 2, 281 επ., 359 του Κ.Πολ.Δ. και 21 του Συντάγματος κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη.
Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου και β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η υπό του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία κατά την επίδοση της κλήσεως.
Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία. Για τη συνδρομή των ελαττωμάτων από τα οποία στοιχειοθετείται η παράβαση των διατάξεων για την επίδοση που δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως, αποφασίζει ο Άρειος Πάγος εξετάζοντας τη νομιμότητα της επιδόσεως που έγινε όχι μόνον από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, αλλά και από άλλα στοιχεία που προσάγονται προαποδεικτικώς, χωρίς άλλη ουσιαστική έρευνα, τούτο δε γιατί η απόδειξη σε ιδιαίτερη διαδικασία είναι ασυμβίβαστη προς τη λειτουργία του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το σχετικό λόγο της αναιρέσεώς τους, επικαλούνται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη 914/2012 ερήμην τους απόφαση, με την οποία δέχθηκε την εναντίον τους αγωγή του αναιρεσιβλήτου, χωρίς αυτοί να έχουν κλητευθεί νομότυπα στη συζήτηση της εναντίον τους αγωγής, διότι τόσο η ένδικη αγωγή όσο και οι κλήσεις προς συζήτησή της επιδόθηκαν μόνον στην τέταρτη απ' αυτούς, φερομένη ως σύνοικό τους, ενώ δεν ήταν, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η παράσταση και εκπροσώπησή τους στη δίκη και να δικασθούν ερήμην.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης 914/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 8583, 8584, 8585 και 8586/29-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αυτοί δε δεν προσκομίζουν προαποδεικτικά κανένα στοιχείο, ούτε καν τις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως, που να αποδεικνύει ότι δεν κλητεύθηκαν νομότυπα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεώς τους που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. δεν αποδεικνύεται προαποδεικτικά και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992 (ήδη άρθρο 11 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995), προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτους ή σε εταιρία που θα συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή και ο δεύτερος την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχική κύρια σύμβαση της μίσθωσης εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους.
Έτσι, από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσης, δεν παύει αυτή (παραχώρηση της χρήσης) να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ' αυτούς και επομένως εκείνος προς τον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση δεν υπεισέρχεται στην κυρία μίσθωση. Ακόμη και στην ανωτέρω περίπτωση σύστασης εταιρίας από τους μισθωτές στην οποία παραχωρείται η χρήση του μισθίου, αυτή (εταιρεία) δεν υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση, αλλά εξακολουθούν ως μισθωτές να θεωρούνται αυτοί που κατάρτισαν τη μίσθωση.
Μόνον αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και εκείνου προς τον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου η έξοδος από τη μισθωτική σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση στη θέση του εκείνου προς τον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης που προϋποθέτει σύμβαση εκχωρήσεως και σύμβαση αναδοχής και όχι για παραχώρηση της χρήσης), ο τελευταίος παίρνει τη θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 858/2000, ΑΠ 276/ 1999).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αντίθετα, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων (Ολομ.ΑΠ 18/2005). Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.
Περαιτέρω, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.
Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Τα αναγκαία για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος περιστατικά μπορούν να προταθούν και με τις προτάσεις, εκτός από την περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, στην οποία το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία και πρέπει η προβολή τους να γίνεται μόνο με την αγωγή.
Οι ως άνω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.ΑΠ 25/2008).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κ.λπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ.ΑΠ 27 - 28/1998). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.ΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως που αφορά αυτοτελή ισχυρισμό (Ολομ.ΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αυτός της μη λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης στηρίζεται στην παράβαση της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων και της προσβολής της υπερασπίσεως και ιδρύεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν μόνον από τον αναιρεσείοντα, ενώ ο αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αντιδίκου του, για δε το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού πρέπει ο αναιρεσείων να έχει υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά του μη προβαλλόμενου ισχυρισμού, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας.
Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 111/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων την από 15-3-2009 και με αριθμό καταθέσεως 2017/2009 αγωγή του, στην οποία ισχυριζόταν ότι κατόπιν έγγραφης συμβάσεως επαγγελματικής μισθώσεως, που καταρτίστηκε στις 7-9-2004, μεταξύ αυτού και του Χ.
Σ. ως μισθωτών και του πρώτου αναιρεσείοντος Π. Φ. και του Μ. Φ., συζύγου της δεύτερης αναιρεσείουσας και πατέρα του τρίτου αναιρεσείοντος και της τέταρτης αναιρεσείουσας, ως εκμισθωτών, της οποίας το περιεχόμενο ενσωμάτωνε στο δικόγραφο της αγωγής του, μίσθωσαν αυτός και ο Χ. Σ. το περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή μίσθιο κατάστημα για να το χρησιμοποιήσουν ως καφετέρια, ζαχαροπλαστείο ή εστιατόριο για δώδεκα χρόνια, αντί του αναφερομένου στην αγωγή του μηνιαίου μισθώματος των 3.648 ευρώ.
Επίσης ισχυριζόταν ότι με την ως άνω έγγραφη σύμβαση μισθώσεως που ενσωμάτωνε στην ένδικη αγωγή του συμφωνήθηκε ότι οι μισθωτές δεν έχουν δικαίωμα να υπεκμισθώσουν το μίσθιο προς οποιονδήποτε τρίτο και ότι κατ' εξαίρεση παρέχεται στους μισθωτές η άδεια να συστήνουν οποιανδήποτε εταιρεία και να παραχωρήσουν σ' αυτήν τη χρήση του μισθίου με τους εξής ουσιώδεις και αναγκαίους όρους:
α) Στην εταιρεία που θα συσταθεί θα μετέχουν υποχρεωτικά οι μισθωτές με ποσοστό 100%. β) Η εν λόγω εταιρεία θα συνεχίσει την μίσθωση με τους ίδιους ακριβώς όρους του παρόντος συμφωνητικού καθώς επίσης θα ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρεία και οι ίδιοι αρχικοί μισθωτές. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα πρέπει να λαμβάνουν την έγκριση των εκμισθωτών.
Και γ) Υποχρεούνται επίσης οι μισθωτές να διατηρούν το μίσθιο καθαρό και να το χρησιμοποιούν με τρόπο που δεν θα θίγει την υγεία, ασφάλεια και τα χρηστά ήθη των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας όπου κείται το μίσθιο. Απαγορεύεται στους μισθωτές η τοποθέτηση στο μίσθιο μηχανημάτων που προκαλούν εκ της λειτουργίας των ενόχληση στους λοιπούς ενοίκους της οικοδομής κατά τις διατάξεις του Κανονισμού της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το μίσθιο και των Αστυνομικών τοιούτων, ως επίσης απαγορεύεται η τοποθέτηση εκρηκτικών υλών ή αντικειμένων που μπορούν να βλάψουν ή να ρυπάνουν το μίσθιο.
Ότι επιπλέον συμφωνήθηκε ότι μετά την παρέλευση του τρίτου από της ενάρξεως της μισθώσεως έτους και για όλη την περαιτέρω διάρκεια της μισθώσεως (αρχικής και κατά παράταση, συμβατικής ή νόμιμης) το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως και το καταβαλλόμενο μίσθωμα θα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό 2%, υπολογιζόμενο επί του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει επισήμως καθοριστεί, αποκλειομένης οποιασδήποτε περαιτέρω αναπροσαρμογής, κατά την πρόωρη δε λύση της μισθωτικής σύμβασης τον μήνα Οκτώβριο του 2007, το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στις τρεις χιλιάδες εξακόσια σαράντα οκτώ (3.648) ευρώ.
Ότι σύμφωνα με τον όρο 2 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που ενσωμάτωνε στην ένδικη αγωγή και ως εγγύηση για την εκ μέρους των μισθωτών ακριβή εκπλήρωση όλων των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, οι μισθωτές κατέβαλαν εις χείρας των εκμισθωτών το ποσό των 7.043 ευρώ. Ότι το ποσό αυτό της εγγυήσεως το κατέβαλαν εξ' ημισείας αυτός και ο συμμισθωτής του Χ.
Σ., δηλαδή ο καθένας απ' αυτούς κατέβαλε στους εκμισθωτές το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εικοσιενός ευρώ και πενήντα λεπτών (3.521,50) και συγκεκριμένα ο καθένας απ' αυτούς κατέβαλε σε καθένα από τους εκμισθωτές το ποσό των (3.521,50:2) 1.760,75 ευρώ. Ότι ως επιπλέον εγγύηση για την εκ μέρους των μισθωτών ακριβή εκπλήρωση όλων των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, αυτός κατέβαλε στον Π.
Φ. επιπλέον το ποσό των 7.336 ευρώ και στον Μ. Φ. επιπλέον το ποσό των 7.336 ευρώ, πλην όμως η καταβολή αυτή των επιπλέον χρημάτων εγγυήσεως δεν αναγράφηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως και έτσι αυτός κατέβαλε συνολικά ως εγγύηση στον Π. Φ. το ποσό των (1.760,75 + 7.336=) 9.096,75 ευρώ και στον Μ. Φ. το ποσό των (1.760,75 + 7.336=) 9.096,75 ευρώ.
Ότι με τον όρο 2 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που ενσωμάτωνε στην ένδικη αγωγή, συμφωνήθηκε το ποσό της εγγύησης να επιστραφεί ατόκως στους μισθωτές μετά τη λήξη της μισθώσεως και την εμπρόθεσμη απόδοση του μισθίου στους εκμισθωτές. Ότι αρχικά αυτός με τον άλλο μισθωτή Χ. Σ. προχώρησαν στη σύσταση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "X.
Σ. & ΣΙΑ Ε.Ε.", πλην όμως επειδή η εμπορική του συνεργασία με τον συνέταιρό του και συμμισθωτή δεν ήταν ομαλή, εκείνος με το από 26.9.2007 εξώδικό του που δημοσιεύθηκε στα αρμόδια βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 18140/2007 κατήγγειλε την εταιρική σύμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "X. Σ. και ΣΙΑ Ε.Ε.", με ημερομηνία λύσεως αυτής στις 27.10.2007.
Ότι μετά την πρόωρη λύση της ως άνω εταιρείας που συνέστησαν αυτός και ο συμμισθωτής του, ο πρώτος των εναγομένων Π. Φ. και ο μετέπειτα αποθανών Μ. Φ., άνευ οποιασδήποτε ειδοποποίησής του, αποδεχόμενοι την πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης, προχώρησαν άμεσα στην σύναψη νέας μισθωτικής σύμβασης για το μίσθιο με την κ.
Α. Β. που είναι η σύζυγος του πρώην συνεταίρου του και συμμισθωτή του Χ. Σ., προκειμένου αυτή να λειτουργήσει στο μίσθιο επιχείρηση καφετέριας. Ότι κατά τον χρόνο που λύθηκε πρόωρα η μισθωτική σύμβαση αυτός είχε εκπληρώσει στο ακέραιο όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κατά τον προσήκοντα τρόπο που επέβαλε η μισθωτική σύμβαση αλλά και η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ειδικότερα κατέβαλε, κατά το μέρος που του αναλογούσε, το σύνολο του ποσού των μισθωμάτων όλης της μισθωτικής περιόδου και είχε τακτοποιήσει και κάθε εκκρεμότητα που αφορούσε λογαριασμούς και λειτουργικές δαπάνες που βάρυναν το μίσθιο, όπως λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, δημοσίων και δημοτικών τελών κ.λπ.
καθώς και κοινοχρήστων δαπανών και επιπρόσθετα, καθ' όλη την διάρκεια της μίσθωσης, έκανε καλή χρήση του μισθίου, με την δέουσα επιμέλεια, χρησιμοποιώντας αυτό με τρόπο που δεν έθιγε την ησυχία, υγεία, ασφάλεια και τα χρηστά ήθη των περίοικων, τηρώντας πάντα τα από τη σύμβαση μισθώσεως οριζόμενα, παρέδωσε δε το μίσθιο σε καλή κατάσταση, συνυπολογιζομένης της φθοράς εκ της συνήθους χρήσεως.
Ότι ενώ αυτός τήρησε την μεταξύ τους συμφωνία μισθώσεως με καλή πίστη και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη, οι εναγόμενοι παραλείπουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν για αυτούς από τη μισθωτική σύμβαση μετά την λύση της μίσθωσης και συγκεκριμένα, ενώ, κατά το χρόνο λύσεως της μίσθωσης, οι συνεκμισθωτές του μισθίου καταστήματος είχαν στην κατοχή τους την εγγύηση που τους είχε καταβάλει σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και την οποία όφειλαν κατά τον χρόνο της λύσης της μίσθωσης και της απόδοσης σε αυτούς του μισθίου καταστήματος να του την επιστρέψουν, αυτοί παρόλο που αποδέχθηκαν την πρόωρη λύση της μίσθωσης και την από μέρους του τήρηση όλων των συμβατικών του υποχρεώσεων, εντούτοις δεν του επιστρέφουν την καταβληθείσα σ' αυτούς κατά τα ανωτέρω εγγύηση, η οποία ανέρχεται στα 9.096,75 ευρώ για τον Π.
Φ. και στα 9.096,75 για τον Μ. Φ., ποσά που οφείλουν να του επιστρέψουν νομιμότοκα από την κοινοποίηση της αγωγής του και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Και ότι ο συνεκμισθωτής του μισθίου Μ. Φ. του Σ. απεβίωσε στις 6 Αυγούστου 2008 στην Αθήνα χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από την εναγόμενη σύζυγό του Α.
ήδη χήρα Μ. Φ., τον εναγόμενο γυιο του Σ. Φ. και την εναγόμενη θυγατέρα του Μ. Φ., που είναι και οι μόνοι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του και οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του και ευθύνονται ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του συνεκμισθωτή συζύγου και πατέρα τους να του καταβάλουν, ο καθένας κατά το ποσοστό της εξ' αδιαθέτου μερίδας του επί της κληρονομίας, το ποσό της κατά τα ανωτέρω εγγυήσεως που του όφειλε ο αποβιώσας σύζυγος και πατέρας τους, δηλαδή η εναγομένη σύζυγός του Α.
χήρα Μ. Φ. που τον κληρονόμησε εξ αδιαθέτου κατά το ποσοστό των 2/8 οφείλει να του καταβάλει 2.274,18 ευρώ, ο εναγόμενος γυιος του Σ. Φ. που τον κληρονόμησε εξ αδιαθέτου κατά το ποσοστό των 3/8 οφείλει να του καταβάλει 3.411,28 ευρώ και η εναγόμενη θυγατέρα του Μ. Φ. που τον κληρονόμησε εξ αδιαθέτου κατά το ποσοστό των 3/8 οφείλει να του καταβάλει 3.411,28 ευρώ.
Και με ιστορική βάση τα περιστατικά αυτά, χωρίς να επικαλείται μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης με σύμβαση εκχωρήσεως και με αναδοχή χρέους, αλλ' αντίθετα ισχυριζόμενος ότι αυτός και ο πρώην συνέταιρός του Χ. Σ. ήταν συμμισθωτές του μισθίου καταστήματος μέχρι τη λύση της μισθώσεως και την απόδοση του μισθίου καταστήματος στους συνεκμισθωτές του που το εκμίσθωσαν ακολούθως στην σύζυγο του συμμισθωτή και πρώην συνέταιρού του Χ.
Σ., ζητούσε με την ένδικη αγωγή να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των εννιά χιλιάδων ενενήντα έξη ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (9.096,75), εντόκως νομίμως από την κοινοποίηση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (2.274,18), εντόκως νομίμως από την κοινοποίηση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί ο τρίτος εναγόμενος και ήδη να του καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων έντεκα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών, (3.411,28), εντόκως νομίμως από την κοινοποίηση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και να υποχρεωθεί η τέταρτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων έντεκα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών, (3.411,28), εντόκως νομίμως από την κοινοποίηση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Η ένδικη αυτή αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ερήμην των εναγομένων αναιρεσειόντων, πλην όμως σαν να ήταν αυτοί παρόντες, και όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτή δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο πρώτος των εναγομένων, υπό την ιδιότητα του εκμισθωτή και οι λοιποί των εναγόμενων, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος εκμισθωτού Μ.
Φ., του οφείλουν, δυνάμει συμβάσεως επαγγελματικής μισθώσεως την εγγύηση που είχε καταβάλει, κατά τα αναλυτικώς στο δικόγραφο εξιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ζητεί δε, από την αιτία αυτή, να υποχρεωθούν στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού, ως αναπτύσσει στο υπό κρίση δικόγραφο, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή, για την οποία έχει καταβληθεί το αναλογούν δικαστικό ένσημο (βλ. υπ' αριθμ. 009955 αγωγόσημο, με τις επ' αυτού, νόμιμες, υπέρ τρίτων προσαυξήσεις), αρμοδίως και παραδεκτώς, καθ' ύλην και κατά τόπο, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 1β', 16 παρ. 1, 647 παρ. 1 και 29 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 - 661 ΚΠολΔ), είναι νόμιμη (άρθρα 287, 288, 1885, 346 ΑΚ, 907, 908, 910 και 176 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική αυτής βασιμότητα.
Από όλα τα έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, έκαστο εξ' αυτών αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τη μαρτυρική ένορκη κατάθεση, η οποία ελήφθη, ομοίως, υπόψη, τόσο αυτοτελώς, όσο και σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα υπό των διαδίκων έγγραφα και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ του ενάγοντος, υπό την ιδιότητα του μισθωτού και του πρώτου εναγομένου, καθώς και του ήδη αποβιώσαντος Μ. Φ., υπό την ιδιότητα των εκμισθωτών, συνήφθη η επίδικη, αναφερόμενη στο δικόγραφο, σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως, διαρκείας από 07-09-2004 έως 07-09-2017. Σύμφωνα με τον όρο 2 αυτής, ο ενάγων κατέβαλε στους ανωτέρω εκμισθωτές εγγύηση ποσού 7.043 ευρώ, το οποίο υποχρεούντο να του επιστρέψουν ατόκως, μετά τη λήξη της συμβάσεως και την εμπρόθεσμη απόδοση του μισθίου.
Ο ενάγων κατέβαλε, πέραν του ως άνω ποσού, για την αυτήν αιτία, στους ανωτέρω και ποσόν 7.336 ευρώ, ήτοι συνολικά, εις έκαστον των ανωτέρω, ποσό 9.096,75 ευρώ, το οποίο, όταν η σύμβαση λύθηκε το έτος 2007 και απεδόθη εμπροθέσμως το μίσθιο, οι ανωτέρω εκμισθωτές δεν επέστρεψαν στον ενάγοντα. Τον αποβιώσαντα Μ. Φ. κληρονόμησαν οι δευτέρα, τρίτος και τέταρτη των εναγομένων.
Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν, ο πρώτος των εναγομένων, να καταβάλλει στον ενάγοντα ποσόν 9.096,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στην καταβληθείσα ως άνω εγγύηση και η δευτέρα, ποσόν 2.274,18 ευρώ, ο τρίτος, ποσόν 3.411,28 ευρώ και η τέταρτη ποσόν 3.411,28 ευρώ, τα οποία προέρχονται από την αυτή αιτία και εξάγονται επί τη βάσει του ποσού των 9.096,75 ευρώ και των ποσοστών χρέους κληρονομιάς των εναγομένων (2/8 η δευτέρα, 3/8 ο τρίτος και 3/8 η τέταρτη αυτών), άπαντα τα ποσά, εκάστου εναγομένου, νομιμοτόκως, από την επομένη της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως" και υποχρέωσε τους εναγομένους αναιρεσείοντες να καταβάλουν τα ως άνω ποσά ο καθένας στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο.
Έτσι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 914/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων δεν επικαλείτο μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης με σύμβαση εκχωρήσεως και σύμβαση αναδοχής στην εταιρεία που συνέστησε με τον συμμισθωτή συνέταιρό του, αλλά ισχυριζόταν ότι αυτός και ο συνέταιρός του ήταν μισθωτές του επίδικου μισθίου και όχι η εταιρεία που συνέστησαν αυτοί ως συμμισθωτές για να εκμεταλλευθούν το μίσθιο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και έκρινε ότι ο ενάγων με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς του νομιμοποιείτο ως μισθωτής να ζητήσει από τους εναγομένους εκμισθωτή και κληρονόμους του εκμισθωτή την επιστροφή της εγγυήσεως που είχε καταβάλει και είχε συμφωνηθεί να επιστραφεί σ' αυτόν μετά τη λήξη της μισθώσεως και ακολούθως, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε αυτή από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και την έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται αβάσιμα ότι ο ενάγων επικαλείτο στην ως άνω ένδικη αγωγή του μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εταιρεία που συνέστησε με τον συμμισθωτή και συνέταιρό του και όχι παραχώρηση της χρήσεως σ' αυτή και γι' αυτό οι σχετικοί από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, εκ του ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 72, 361, 455, 471, 574, 593, 777, 778, 784 εδ.
β' του Α.Κ., 11 και 12 του Π.Δ. 34/1995 και 68 του Κ.Πολ.Δ., μη εφαρμόζοντας αυτές παρόλο που έπρεπε να τις εφαρμόσει κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν περιλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή ισχυρισμός του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου περί μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως με σύμβαση εκχωρήσεως και σύμβαση αναδοχής στην εταιρεία που συνέστησαν οι συμμισθωτές του μισθίου και κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.ΑΠ 25/2008), γεγονός που δεν συμβαίνει με την ένδικη αγωγή και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και αυτεπάγγελτα για έλλειψη νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος.
Επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου που περιέχονταν στην αγωγή του και που ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, ανεξάρτητα από το ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν περιλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή ισχυρισμός του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου περί μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως με σύμβαση εκχωρήσεως και σύμβαση αναδοχής στην εταιρεία που συνέστησαν οι συμμισθωτές του μισθίου, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες που ερημοδίκησαν και δεν πρότειναν κανένα ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, δεν μπορούν να επικαλεσθούν ως λόγο αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Ακόμη, το κατά το νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολομ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 43/1990).
Ενόψει τούτων, ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την ιδιότητα του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ως μισθωτή του μισθίου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την ιδιότητα του ενάγοντος ως μισθωτή του μισθίου, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχό της.
Οι αναιρεσείοντες με όλους τους προαναφερθέντες λόγους αναιρέσεως που προβάλλουν προσπαθούν να προτείνουν ενώπιον του Αρείου Πάγου ισχυρισμό περί μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως στην εταιρεία που συνέστησαν οι συμμισθωτές του μισθίου, δηλαδή ισχυρισμό που δεν είχαν προτείνει στο Δικαστήριο της ουσίας λόγω της ερημοδικίας τους, χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή χωρίς να πρόκειται για ισχυρισμό που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, με συνέπεια να είναι απαράδεκτοι όλοι οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως και διότι στηρίζονται στον ισχυρισμό περί μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως στην εταιρεία που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τους αναιρεσείοντες.
Επίσης απορριπτέος είναι και ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. μη αιτιολογώντας ειδικώς και εμπεριστατωμένως εκ ποίων ακριβώς στοιχείων προέκυψε η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας περί καταβολής συμπληρωματικής εγγυήσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολομ.ΑΠ 861/1984), αλλά αιτιολογίες συνιστούν μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997), τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ιδρύεται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη ανύπαρκτη στα πρακτικά κατάθεση μάρτυρα, λαμβάνοντας έτσι υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε προσαγάγει και εξετάσει ως μάρτυρά του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του που έγινε ερήμην των εναγομένων αναιρεσειόντων την αδελφή του Δ.
Π. του Σ. και κατά συνέπεια ο λόγος της κρινόμενης εφέσεως ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του κατάθεση μάρτυρα που δεν προσήλθε και δεν εξετάστηκε ενώπιόν του κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής και που δεν περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά που περιοριστικώς καθορίζονται στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., ή περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 650 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών στις δίκες που γίνονται κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ.
ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να κάμπτεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με τις οποίες συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ και δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, αλλά και της διατάξεως του άρθρου 394 παρ. 2 που ορίζει ότι όταν ορίζεται ότι για τη δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνον αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία.
Έτσι, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που συζητούνται κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών συγχωρείται η χρήση μαρτύρων προς απόδειξη συμβάσεων, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το όριο του άρθρου 393 του Κ.Πολ.Δ. ή αποτελούν πρόσθετα σύμφωνα έγγραφης κυρίας σύμβασης, έστω και αν είχε ορισθεί με τη σύμβαση το έγγραφο ως αποδεικτικός τύπος για κάθε τροποποίησή της (ΑΠ 2162/2013, ΑΠ 173/2005).
Επομένως, ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη του με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη του ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος κατέβαλε ως εγγύηση πέραν του ποσού της εγγυήσεως που αναφερόταν στη σύμβαση και το ποσό των 7.336 ευρώ κατάθεση μάρτυρος, ενώ με ρητό τον όρο της συμβάσεως μισθώσεως οριζόταν ότι κάθε τροποποίηση οποιουδήποτε όρου του παρόντος συμφωνητικού αποδεικνύεται μόνον εγγράφως, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν το επιτρέπει ο νόμος και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, λόγω της ελεύθερης απόδειξης των ισχυρισμών που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ.
α' στις δίκες που γίνονται κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, απορριπτέος είναι και ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι με τη λήψη υπόψη καταθέσεως μάρτυρα παρά τον ως άνω όρο της συμβάσεως μισθώσεως που καθιέρωνε ως αποδεικτικό της συμβάσεως μισθώσεως τον έγγραφο τύπο και απέκλειε κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, το Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αφού η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού κανόνα που αναφέρεται στο επιτρεπτό της εξετάσεως μάρτυρα ως αποδεικτικού μέσου, η παραβίαση του οποίου δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά υπό προϋποθέσεις, τις οποίες δεν επικαλούνται εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες, τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ.. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Όμως, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου και ελλείψει σχετικού αιτήματος, δεν θα επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης 26/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 914/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ