Appeal against civil court ruling on public road status dismissed due to insufficient evidence of long-term public use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the High Court's decision to declare a road public. The appellants argued the road was public based on ancient usage, while the respondent claimed it was private property. The Court found the High Court violated substantive law by relying solely on ancient usage without proof of continuous public use for two generations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; A civil court ruling declaring a road public based solely on ancient usage without evidence of continuous public use for two generations violates substantive law and constitutes grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 875 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 875 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Β. Τ. και 2. Κ. Β. Τ., κατοίκων ..., ο μεν 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια, ο δε 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διαμαντή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η απόφαση του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, υπόκειται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη αυτή και ειδικότερα αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε νόμιμα ή υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλη αρμοδιότητα και αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, το προαναφερόμενο άρθρο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 §2 του ίδιου ως άνω Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή, αντίστοιχα, δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά την διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3), αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητα πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Στην προκειμένη περίπτωση. με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή η ένδικη από 14/02/2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η από το δικαίωμα της προσωπικότητάς του απορρέουσα εξουσία για την ελεύθερη και ακώλυτη χρήση της επίδικης δημοτικής παρόδου και να απαγορευτεί στο μέλλον η από τους αναιρεσείοντες εναγομένους παρακώλυση στη χρήση της οδού αυτής, με την αιτιολογία ότι η επίδικη πάροδος κατέστη κοινόχρηστη με την ανέκαθεν χρήση της από ακαθόριστο αριθμό χρηστών, ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων τους, την τσιμεντόστρωσή της από την πρώην Κοινότητα Καστριού σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμ.
Πρωτ. 8583/09-08-2005 έγγραφο του Δήμου Ηγουμενίτσας, η αποδεικτική ισχύς του οποίου δεν αποδυναμώνεται από το νεότερο ανακλητικό έγγραφο αυτού, από το οποίο αποδεικνύεται ότι με βάση τον Κτηματολογικό Πίνακα Οριστικής Διαμονής έτους 1959 Αγίου Βλασίου-Καστριού - Ραγίου η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 555 τεμαχίου, το οποίο είναι κοινοτική έκταση, στοιχεία, τα οποία προσδίδουν στην επίδικη πάροδο το χαρακτηρισμό της ως κοινοχρήστου πρώην κοινοτικής και τώρα δημοτικής οδού, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται ότι η πάροδος αυτή είναι ιδιωτική και συγκεκριμένα ότι είναι τμήμα του ως άνω οικοπέδου των εναγομένων, όπως οι τελευταίοι επιχείρησαν να εμφανίσουν τον Ιούλιο 2005.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής περιέχεται σ' αυτήν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας της επίδικης παρόδου ως κοινοχρήστου πράγματος, η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα. Τα ως άνω στοιχεία που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με τα οποία η επίδικη πάροδος κατέστη κοινόχρηστη δεν είναι αρκετά να προσδώσουν σ' αυτήν την ιδιότητα του κοινής χρήσης πράγματος, με βάση την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή, ότι η εν λόγω δίοδος καθιερώθηκε ως κοινόχρηστη, εφόσον δυο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί ογδόντα (80) τουλάχιστον έτη δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση.
Δεχόμενο, επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του 555 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Αγίου Βλασίου-Καστρίου- Ραγίου και προσδίδοντας και με αυτόν τον τρόπο το χαρακτήρα του κοινοχρήστου της επίδικης παρόδου, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος, αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός απ' αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Και καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17-5-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1-6-2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ